Level 93 Level 95
Level 94

9301 - 9400


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
η ενόραση
l'intuizione (filos.) (ε...)
το Άσμα Ασμάτων
il Cantico dei Cantici (Bibbia)
το κύκνειο άσμα
il canto del cigno
η σβούρα
la trottola
ξεθεώνω
spossare, finire (ξ... σαν θεός)
η αναστύλωση
il puntellamento
το ψηφιδωτό
il mosaico
προσανατολίζομαι
orientarsi
συνασπίζομαι
coalizzarsi; fare causa comune
αποτινάζω
scrollarsi di dosso; scuotere (fig. giogo)
καθυποτάσσω
assoggettare, sottomettere completamente (κ...)
διοικώ
dirigere, comandare, amministrare (δ...)
ο ηγεμόνας
il sovrano, principe, re (σαν ηγεσία)
συμφιλιώνω
rappacificare, rinconciliare (σ... μοιάζει με φιλία)
η ύβρις
l'hybris, oltraggio
ταλαντεύομαι
oscillare, pendolare, titubare (τ...)
η αποβίβαση
lo sbarco (di passeggeri o merci)
τρέπομαι σε φυγή
darsi alla fuga
η ψυχοσύνθεση
l'indole; i fattori psichici (ψ...)
ο σιτοβολώνας
il granaio
προπαγανδιστικός
propagandistico
η θεοποίηση
la deificazione
η ναυσιπλοΐα
la navigazione (ν...σ...ΐ...)
ο κτίστης
il muratore; fondatore (σαν κτίζω)
η ανομοιογένεια
l'eterogeneità
ο μιμητής
l'imitatore
η επέλαση
la carica (mil) (ε...)
η προέλαση
l'avanzata (mil)
αποθανών
deceduto (α...θ...)
βαλτικός
baltico
η ατασθαλία
l'irregolarità, scorrettezza (ατ...)
αντιβαίνω
constrastare, essere in conflitto (μοιάζει με βαίνω)
η ομόνοια
la concordia (ο...)
ο πραγματισμός
il pragmatismo
αντιπολιτευτικός
(pol) dell'opposizione (α...)
η οινοποσία
la bevuta di vino; abbondante libagione (η οίνος + ποσία)
ο οραματιστής
il visionario; che ha delle visioni
ο μεταρρυθμιστής
il reformatore
ο πραγματιστής
il pragmatista (filos); pragmatico, realista
ο διαχειριστής
l'amministratore, gestore
ο σμηναγός
il capitano (aer. mil.) (σ...)
η συμφιλίωση
la riconciliazione, rappacificazione (σ... μοιάζει λίγο με φιλία)
η εγγύτητα
la vicinenza (ε...)
απτός
tangibile (α...)
η προσαρμοστικότητα
l'adattabilità (σαν προσαρμόζω)
η λαλιά
la favella, la voce, la parola (λ...ά)
η βασιλεία
la carica del re/dignità reale
κληροδοτώ
lasciare in eredità
η εύρεση
il ritrovamento (εύ...)
νόθος
illegittimo, bastardo (ν...)
το ράσο
la tonaca, il saio
η δυσπιστία
la mancanza di fiducia, diffidenza
η καταστολή
la repressione (κ...)
η επικυριαρχία
la supremazia, l'egemonia (ε... μοιάζει με κυριαρχία)
συνθηκολογώ
capitolare (σ... μοιάζει με συνθήκες!!!! )
η σταθεροποίηση
la stabilizzazione
η εδραίωση
il consolidamento (ε...)
δυναστικός
dinastico
η εκμίσθωση
la locazione, affitto (ε... μοιάζει, πολύ παράξενα, με μισθός)
η ομελέτα
l'omeletta
αφράτος
spumoso, soffice (α...)
ο καιρός
il tempo (k...)
ο σάλος
il mare grosso; lo scalpore
η εναλλαγή
l'alternanza (ε...)
η γλυκόζη
il glucosio (chim)
η ονοματολογία
la nomenclatura (ο...λογια)
διαβητικός
diabetico
αποτολμάω
arrischiare, azzardare (α... σαν τολμάω)
προσεταιρίζομαι
guadagnarsi l'amicizia di qno
ο καταμερισμός
la spartizione, distribuzione (κ... σαν μέρος)
αποδυναμώνω
indebolire (α... σαν δύναμη)
η αναγόρευση
la nomina (σαν αναγορεύω)
η διακύμανση
la fluttuazione
πάγιος
fisso, costante (π...)
η διαβολή
il discredito, la denigrazione (δ... μοιάζει με διάβολος)
η μετοικεσία
la migrazione (di popolazioni) (μ...)
αναχαιτίζω
frenare, contenere (α...χ...ζ...)
γαλατικός
gallico
επεκτατικός
espansionista
αμφίρροπος
dubbio, incerto (α... ρρ....)
ακανόνιστος
irregolare, asimmetrico (α... μοιάζει με κανόνα)
κατατροπώνω
sgominare, mettere in fuga/in rotta (κ...)
η διαιτησία
l'arbitraggio
ακτήμων
che non possiede terre, senza terra (α...)
διατελώ
essere soggetto; ricoprire la carica di (δ...)
το μειονέκτημα
lo svantaggio (σαν μειονεκτικός/αντ. πλεονέκτημα)
μητροπολιτικός
metropolitano
αναγορεύω
nominare, conferire una nomina (σαν αναγόρευση)
η αοριστία
l'indeterminatezza
ζωγραφικός
pittorico, di pittura (σαν ζωγραφική)
η ενδυμασία
l'abbigliamento, il costume
επισφαλής
precario, malfermo (ε... μοιάζει λίγο με ασφάλεια)
η προσονυμία
il soprannome, appellativo
η έπαρση
l'issare, l'alzare (έ...)
η νομιμοφροσύνη
il rispetto dell'ordine costituito/delle leggi
μεταγενέστερος
posteriore (valore temporale) (μ...)
ανεξαρτητοποιούμαι
diventare indipendente (α...)
πάγιος
fisso, costante (π...)
λησμονώ
obliare, scordare (λ... )