Level 83 Level 85
Level 84

8301 - 8400


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
μονάζω
fare una vita da monaco; vivere come un monaco
ο ενεστώτας
(ling.) il presente
εκβιάζω
ricattare
η πρεσβυωπία
la presbiopia
το ντελίριο
il delirio (ντ...)
άστατος
instabile, incostante (ά...)
το τηλεκοντρόλ
il telecomando
τάχα
come se, fingere di (τ...)
ο επιούσιος
il pane quotidiano
ήπιος
mite, calmo, mansueto (σαν ηπιότητα)
κουτσομπολεύω
spettegolare, pettegolare
ξεπατώνω
sfondare, rompere il fondo
ίσα-ίσα
appena appena, giusto giusto, anzi (από ίσος)
η βελτίωση
il miglioramento (σαν βελτιώνω)
η συναίσθηση
la piena coscienza, consapevolezza, senso
υπαρξιακός
esistenziale
μαστουρώνω
farsi, drogarsi (μ...)
λεπρός
lebbroso
η συνωνυμία
la sinonimia
η καραβάνα
la gavetta
είναι παλιά καραβάνα
è vecchio del mestiere
ανενόχλητος
indisturbato
η στρατολογία
l'ufficio di leva
μιλώ έξω από τα δόντια
parlare fuori dai denti
το γουλί
(di testa) rasata/rapata a zero (γ...)
η θερμοφόρα
la borsa per l'acqua calda; boule
η αναισθησία
l'anestesia
τουμπάρω
capovolgere; (fig.) persuadere, far cambiare opinione (τ...)
ο μπάτσος
il ceffone; (gerg.) sbirro (μπ...)
συμβιώνω
convivere
η επίβλεψη
la sorveglianza, vigilanza
παρορμητικός
impulsivo (π...)
ανώριμος
immaturo
η μηχανορραφία
l'intrigo, la macchinazione
το καθίκι
l'orinale, vaso di notte; (fig.) tipo schifoso, stronzo (κ...)
γραφικός
grafico
το χιλιοστό
il millimetro
άκεφος
svogliato, di cattivo umore (ά...)
εφηβικός
adolescenziale
παραλέω
spararle grosse, esagerare (π...)
το λουκέτο
il lucchetto
κακορίζικος
sventurato, disgraziato, sfortunato (από ρίζα)
το αεροσκάφος
il velivolo, l'aeromobile
η προτροπή
l'esortazione, incitamento (η π... σαν προτρέπω)
ο βούρκος
la melma, fango; abiezione (β...)
το ξυράφι
il rasoio
αδιάκριτος
impercettibile, lieve, sottile
βουλώνω
tappare, sigillare (β...)
ανταγωνιστικός
antagonistico, competitivo
η αποταμίευση
il risparmio
η κοινοποίηση
la comunicazione; (giur.) notifica,
η κατάχρηση εξουσίας
l'abuso di potere/autorità
σκασίλα μου!
me ne infischio
συνεισφέρω
contribuire, concorrere (σαν συνεισφορά)
το επισκεπτήριο
l'orario delle visite, ore di passo; biglietto da visita
ο εγωισμός
l'egoismo
το κρεμμύδι
la cipolla
η πατάτα
la patata
ψοφώ
crepare, morire dalla voglia di/andare matto per
ψοφάω από την περιέργεια
morire dalla curiosità
κτητικός
possessivo (κ...)
νευρωτικός
nevrotico
το μελόδραμα
il melodramma
δουλειές του ποδαριού
lavori saltuari, lavoretti
γλυκομίλητος
affabile (γλυκός + μιλώ)
ο εκμεταλλευτής
lo sfruttatore, profittatore
η φαντασίωση
la fantasticheria
κουφιός
vuoto, cavo (κ...)
συγκαταβατικός
condiscendente (σ...)
συθέμελος
dalle fondamenta (σ...)
εξωστρεφής
estroverso
καβάλησε το καλάμι
si è montato la testa; il successo gli ha dato alla testa
τελειομανής
perfezionista
μανιώδης
maniacale, accanito
πουριτανός
puritano
υπερπροστατευτικός
iperprottetivo
λιχούδης
goloso, ghiotto (από λιχουδιά)
η καζούρα
la presa in giro, burla (κα...)
οξύθυμος
irascibile (οξ...)
το πιάτο
il piatto
δεν τον αφήνει σε χλωρό κλαρί
non gli dà tregua; gli sta continuamente dietro
καλόκαρδος
che è di buon cuore, che ha un cuore d'oro
διαλλακτικός
conciliante, accomodante (δ...)
επιεικής
clemente, indulgente (από επιείκεια)
ανεκτικός
tollerante, indulgente (από ανεκτικότητα)
ο πεθερός
il suocero
η πεθερά
la suocera
κακότροπος
scorbutico (fig.)
η κατσαρόλα
la casseruola, pentola
σέξι
sexy
ο κηδεμόνας
il tutore, curatore (από κηδεμονία)
πάνω στο θυμό μου
in un momento di rabbia
ξαφνιάζομαι
stupirsi, rimanere sbalordito (ξ...)
το εμβόλιο
il vaccino
το καψόνι
la fatica priva di senso imposta ai soldati dai loro superiori; (fig.) lo scherzo da preti
η κοτρόνα
la grossa pietra, il masso
το χειρουργείο
la sala operatoria (ospedale)
με κλειστά τα μάτια
a occhi chiusi
ο καπνιστής
il fumatore
το στήσιμο
l'erigere; impianto; (fam.) lo stare in attesa del proprio turno o di qualcuno in ritardo