Level 6 Level 8
Level 7

601 - 700


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
η συνομιλία
la conversazione, colloquio (σαν συνομιλώ)
ο εταίρος
il socio, aggregato (σαν εταιρεία/εταιρία)
απαντώ
rispondere (σαν απάντηση)
λατρεύω
adorare (σαν λατρεία)
ύποπτος
sospetto (σαν υποψία)
η εργασία
il lavoro, opera (σαν εργασιακός)
εκμεταλλεύομαι
sfruttare (σαν εκμετάλλευση)
η δικαίωση
il rendere giustizia (σαν δικαιώνω)
καημένος
poverino, disgraziato (καη...)
θνητός
mortale (σαν θνητότητα)
τυφλώνω
accecare (σαν τυφλός)
φοράω
indossare, portare (σαν φόρεμα χαχα)
βουτάω
immergere; immergersi, tuffarsi (σαν βουτιά)
ο θριαμβευτής
il trionfatore (σαν θρίαμβος/θριαμβεύω)
μετράω
misurare, contare (σαν μέτρο)
η αποστολή
la missione (σαν απόστολος)
νυστάζω
avere sonno (σαν νύστα)
τρομοκρατώ
terrorizzare (σαν τρομοκράτης)
αναγκάζω
costringere (σαν ανάγκη)
τεράστιος
enorme (τ...ς σαν τέρας)
μάταια
invano (σαν ματαιότητα)
ο ιχνηλάτης
il perlustratore; tracciatore (σαν ιχνηλατώ)
καθυστερώ
ritardare, rallentare, attardarsi (σαν καθυστέρηση)
μπαίνω
entrare
κουβαλάω
trasportare, portare (σαν κουβάλημα)
κάποιος
qualcuno
το κέρατο
il corno
αφιερωμένος
dedito, devoto (από αφιερώνω)
αφιερώνω
dedicare (σαν αφιέρωμα)
η εντολή
l'incarico; l'ordine; la direttiva (σαν εντολοδότης)
ελευθερώνω
liberare (σαν ελευθερία)
αγγίζω
toccare, sfiorare (σαν άγγιγμα)
ιερός
sacro
μένω
stare, abitare
η ιεροσυλία
il sacrilegio
αιχμαλωτίζω
fare prigioniero, catturare (σαν αιχμάλωτος)
το πλάσμα
la creatura
εντυπωσιακός
impressionante (σαν εντύπωση)
αδύνατος
impossibile
εξαντλημένος
esausto; esaurito (από εξαντλούμαι)
δέχομαι
accettare, ammettere (δ...)
εκτελώ
eseguire; giustiziare (σαν εκτέλεση)
αυστηρός
austero; rigoroso, severo
αναρωτιέμαι
chiedersi, domandarsi (ανα...)
η αιτία
la causa (αιτιολογώ/αιτιατική κλπ)
το κανάλι
il canale
αντιστέκομαι
resistere, opporre resistenza (σαν αντίσταση)
εξαντλούμαι
estenuarsi, esaurirsi (σαν εξάντληση)
ξαφνικά
all'improvviso, di colpo (σαν ξαφνιάζω)
εμφανίζομαι
comparire, farsi vivo (σαν εμφάνιση)
εκδικητικός
vendicatore; (di persona) vendicativo (σαν εκδίκηση)
ο χαρακτήρας
il carattere
το μαντείο
l'oracolo (σαν μαντικός)
η ενοχή
la colpa, colpevolezza (σαν ένοχος)
στέκομαι
stare in piedi
σκληρός
duro (σαν σκληραίνω)
τραυματίζω
traumatizzare
επίσης
pure, altrettanto
η επιλογή
la scelta (σαν επιλέγω)
λυτρώνομαι
sgravarsi, sbarazzarsi; purificarsi (λ... μοιάζει με λύτρα)
εξοργίζω
fare infuriare; sdegnare (σαν εξόργιση)
οποιοσδήποτε
qualsiasi, qualunque
βάζω
mettere, porre
φταίω
sbagliare, essere colpevole, avere colpa (σαν φταίξιμο)
προστάζω
comandare (σαν πρόσταγμα)
αρνούμαι
negare
μεταφέρω
trasferire, trasportare, rendere (σαν μεταφορά)
η πίστη
la fede, fedeltà (πιστεύω)
το όριο
il limite, confine
συναντάω
incontrare (σαν συνάντηση)
απαγορεύω
vietare, proibire (σαν απαγόρευση)
προσωπικά
di persona, personalmente
η συνάντηση
l'incontro, appuntamento (σαν συναντώ)
ανεβαίνω
salire
ούτε
ακούγομαι
farsi sentire; udirsi (σαν ακούω)
δύσκολος
difficile
η επιβράβευση
il premiare, la premiazione; la ricompensa, il premio (σαν επιβραβεύβω)
κατεβαίνω
scendere; candidarsi
το άχυρο
la paglia (υπάρχει στο αχυράνθρωπος)
το εργαλείο
l'attrezzo, lo strumento
το καλάθι
il cestino, cesto
η σκιά
l'ombra
θανάσιμος
letale; mortale (από θάνατος)
απάγω
rapire, abdurre (σαν απαγωγή)
το ουράνιο τόξο
l'arcobaleno
παιδικός
infantile (σαν παιδί)
η αγωνία
l'agonia
το κράνος
l'elmo; elmetto (το... μοιάζει με κρανίος)
ο βράχος
il masso, roccia (β...)
ανθρωποφάγος
antropofago
τρομάζω
spaventare, impaurire (σαν τρόμος)
το μούσι
il pizzo, la barbetta; mosca
η πτήση
il volo
πληγώνω
ferire (σαν πληγή)
το ράμφος
il becco; rostro (σαν ραμφίζω)
κοφτερός
tagliente
προσελκύω
attrarre (σαν προσέλκυση)
επιλέγω
scegliere, selezionare (σαν επιλογή)
η κραυγή
il grido (σαν κραυγάζω)