Level 50 Level 52
Level 51

5001 - 5100


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
ώστε
dunque, affinché (ώ...)
χωνεύω
digerire; (fig.) sopportare, mandar giù
το κασκέτο
il berretto
ο μόλος
il molo
το θωρηκτό
(mar.) la corazzata
ζυγίζω
pesare; giudicare, ponderare, valorare
σφαδάζω
contorcersi
το λίπος
il grasso
ο θεατρίνος
teatrante, ipocrita (θ...)
η υγεία
la salute
το σχολείο
la scuola
ο νούντσιος
il nunzio (apostolico)
εθνικιστικός
nazionalistico
ο όλεθρος
la devastazione, rovina, disastro (ό)
το κίνημα
il movimento, moto, mossa
η αγνότητα
la purezza, innocenza; castità
άριος
ario, ariano
ο Εβραίος
l'evreo
το κενό
il vuoto
η επιστράτευση
(mil.) la precettazione, mobilitazione
η επιβολή
l'infliggere, l'imposizione
η στρατιά
l'esercito, l'armata
γερμανοφιλός
germanofillo
επιδοκιμάζω
approvare
ο καρδινάλιος
il cardinale (eccl)
η στροφή
la volta, la svolta
η προϋπόθεση
il presupposto, la presupposizione
το Ράιχ
il Reich
το ιερατείο
la classe/casta sacerdotale, il clero
το κύρος
il prestigio (κ...)
νεανικός
giovanile, di gioventù
ο φασισμός
il fascismo
η συναγωγή
la sinagoga
ενορατικός
intuitivo (filos)
το τάγμα
il battaglione; (relig) ordine
ωρύομαι
urlare, sbraitare (ω....)
το τσουβάλι
il sacco (τ...)
το κλάδεμα
la potatura
η ηθική
l'etica
η άχνα
il vapore
αμυλούχος
amidaceo, che contiene amido
η λύπηση
la compassione, pietà
ο ιδρώτας
il sudore
ο καμικάζι
il kamikaze
βλαστημώ
bestemmiare
το ωράριο
l'orario
δημαγωγώ
fare della demagogia
ξεστομίζω
pronunciare, dire (ξ...)
μονιμοποιώ
stabilizzare, assumere in pianta stabile (σαν μονιμοποίηση)
θολώνω
intorbidare, annebbiare; (intr) appannarsi (es. occhiali)
σταυρωμένος
crocifisso
η μόνωση
l'isolamento; la coibentazione (del tetto)
κοντοστέκομαι
soffermarsi; titubare
η εφεύρεση
l'invenzione
συρμάτινος
di filo metallico
η μεγαλοφυΐα
il genio (όχι ιδιοφυΐα)
χοροπηδώ
saltellare
στύβω
spremere, strizzare
η εκτίμηση
la stima, valutazione (εκ + τιμή)
μετωπικός
metopico; della fronte; frontale
πυρετώδης
febbrile
ο επιστάτης
il sorvegliante, soprintendente (ε...)
ακέφαλος
acefalo
κρατικός
statale, dello stato (κ...)
βιβλικός
biblico
συγγραφικός
di scrittore/ autore di opera scritta
απάτητος
inaccessibile, inespugnabile (α...)
το αστεροσκοπείο
l'osservatorio astronomico
δημοπράτω
mettere all'asta
ο εκτιμητής
l'estimatore, perito
η επόμενη
l'indomani, il giorno dopo, seguente
συναισθάνομαι
avere piena coscienza di qsa
αναμνηστικός
commemorativo
η εκμάθηση
l'apprendimento (ε...)
η ιδιοσυγκρασία
il temperamento, l'indole, la natura (ι...)
δυναμώνω
rinforzare, rafforzare, aumentare (δ...)
το συνδικάτο
il sindicato
ο απεργός
lo scioperante
αυστριακός
austriaco
η συνεδρίαση
la seduta, riunione, sessione
εκτελεστικός
esecutivo
η πυροδότηση
il dar fuoco, l'accensione di una carica esplosiva
απεργώ
scioperare
συνδικαλιστικός
sindicale
δεσμεύομαι
impegnarsi, obbligarsi (σαν δέσμευση)
η ασφάλιση
l'assicurare, assicurazione (σαν ασφαλίζω/ασφάλεια)
επιβατικός
per passeggeri (σαν επιβάτης)
η τροφοδοσία
la distribuzione, fornitura di viveri
προσανατολίζω
orientare
δρομολογώ
creare linee di trasporto; mettere in circolazione (σαν δρομολόγηση)
ευπαθής
debole, delicato, cagionevole di salute
αποπλέω
salpare
η διαβούλευση
la consultazione (gen. al pl.) (δ...)
ζωτικός
vitale
λαμβάνω ύποψη μου
tener presente
αδιάλλακτος
intransigente, che non scende a compromessi
αχάριστος
ingrato
ανυποχώρητος
che non recede, irriducibile
οι καλένδες
le calende
κλιμακώνω
graduare, disporre per gradi; inasprire, aumentare, acuire