Level 44 Level 46
Level 45

4401 - 4500


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
ο δραπέτης
l'evaso, fuggiasco, fuggitivo (σαν δραπέτευση)
καταζητούμενος
ricercato (dalla polizia) (από καταζητώ)
η τυπικότητα
la formalità (σαν τυπικός)
η φυσιογνωμία
la fisionomia (σαν φυσιογνωμικός)
ο περίπλους
il periplo; la circumnavigazione
η αναποδιά
il rovescio (σαν αναποδογυρίζω/anapoda)
καταφτάνω
giungere, raggiungere (κατά + φτάνω)
η ανάληψη
il prelevamento (denaro), prelievo; l'assunzione (di un incarico) (σαν αναλαμβάνω)
η κατάχρηση
l'abuso, il sopruso (σαν καταχρηστικός)
το απόθεμα
il deposito, provvista (σαν αποθεματικός)
ιππεύω
cavalcare (σαν ιππευτικός)
το αντανακλαστικό
il riflesso (το α... σαν αντανακλαστικός)
ανώφελος
inane, inefficace (σαν ανωφελής)
ανήθικος
immorale (σαν ανηθικότητα)
σαμποτάρω
sabotare (σαν σαμποτάζ)
θερμαίνω
riscaldare (σαν θέρμανση)
επίπονος
penoso, spossante (επί + πόνος)
η προκατάληψη
il pregiudizio (σαν προκαταλαμβάνω/προκατειλημμένος)
οξυδερκής
sagace, lungimirante (σαν οξυδέρκεια)
έντιμος
onesto, timorato (σαν εντιμότητα)
παραδειγματικά
verbigrazia, esemplarmente (σαν παραδειγματικός)
το ορυχείο
la miniera; cava (ορ..χείο)
η ανέχεια
l'indigenza, la penuria (αν έχω, δεν με ταλαιπωρεί η ανέ...)
η μεταλλειολογία
la mineralogia, scienza mineraria (σαν μεταλλείο + λογία)
αλέθω
macinare, molare (σαν άλεσμα)
η αξιολόγηση
la valutazione (σαν αξιολογώ)
η ύφεση
la decrescenza, diminuzione; bemolle (η ύφ...)
η προθεσμία
la scadenza, il termine (σαν προθεσμιακός)
η εκταμίευση
il prelievo (econ.) (σαν εκταμιεύω)
απονενοημένος
insensato, disperato, sconsiderato (από + νους / μοιάζει με νενομισμένος)
νεκρώσιμος
funebre (σαν νέκρωση)
δωρίζω
donare, regalare (σαν δώρο)
η οδύνη
la pena, sofferenza, dolore (σαν οδυνηρός)
η ψυχική οδύνη
il danno morale (ψυχικός + οδύνη)
συνταγματικός
constituzionale (σαν σύνταγμα)
η νοστιμιά
il sapore, buon sapore; pietanza gustosa (σαν νόστιμος)
ο ύφαλος
la roccia sommersa o a fior d'acqua (σαν ύφαλα)
προκείμενος
che sta dinnanzi (σαν προκειμένου)
ο τεμαχισμός
lo spezzettamento; lotizzazione; sezionare (med.) (σαν τεμαχίζω)
παροπλισμένος
disarmato (mar.) (από παροπλίζω)
ηλεκτρικός
elettrico
επικαλύπτω
ricoprire, rivestire (σαν επικάλυψη)
η χρονοτριβή
il temporeggiamento, indugio (σαν χρονοτριβώ)
η μάντρα
il terreno recintato, recinto (σαν μαντρίζω/μαντρώνω)
το τσοπανόσκυλο
il cane da pastore (τσοπάνης + σκύλο)
ο έφορος
il direttore dell'ufficio delle imposte; sovrintendente (σαν εφορία)
το μελανοδοχείο
il calamaio (μελάνι + δοχείο)
αναπόσπαστος
integrante (α + αποσπώ)
δηλητηριώδης
velenoso, tossico (σαν δηλητήριο)
η πολυκοσμία
la folla, grande afflusso di gente (πολύ + κόσμος)
το όστρακο
la conchiglia; (arch.) coccio, frammento di terracotta (σαν οστρακισμός)
αργοπορώ
indugiare, fare tardi (σαν αργοπορία)
παριστάνω
rappresentare, raffigurare; fingere, spacciarsi (σαν παρίσταμαι)
ποσοστιαίος
percentuale (σαν ποσοστό)
η αξιοποίηση
la valorizzazione (σαν αξιοποιώ)
η αφορμή
il pretesto (α... μοιάζει με φόρμα)
το γηροκομείο
il gerontocomio; casa di riposo per anziani (σαν γηροκομώ)
ορκισμένος
chi ha prestato giuramento; (fig.) giurato (σαν ορκίζομαι)
η ανεπάρκεια
l'insufficienza, la carenza (σαν ανεπαρκής)
προαιώνιος
secolare, che dura da secoli (προ + αιώνας)
η αγαμία
il celibato, nubilato (σαν άγαμος)
ενόσω
intanto che, mentre (ε...σω)
το κτήμα
la proprietà, terreno, campo (σαν κτηματικός)
η καραμπίνα
la carabina
το πλύσιμο
il lavaggio, la lavata, lavatura (το π... σαν πλύση)
το μαγείρεμα
il cucinare, il far da mangiare (σαν μαγειρεύω)
αρρενωπός
mascolino, virile (σαν άρρην)
ανέφικτος
inattuabile, inaccessibile (σαν εφικτός)
σταθμίζω
soppesare, pesare; controllare l'uniformità della superficie (σαν στάθμιση)
κλιμακωτός
a scalini, a gradini, graduale (σαν κλιμάκωση/κλιμακώνω)
δυσπρόσιτος
di difficile accesso, impervio (δυσ + σαν προσιτός)
η διάνοια
l'intelletto, l'ingegno (σαν διανόηση/διανοούμενος)
κρίνω με επιεικεία
giudicare con clemenza (κρίνω + επιεικεία)
ο κοινός τόπος
il luogo comune (κοινός + τόπος)
η πάσα από πλάγια θέση
il cross, traversone (calcio) (πάσα + από + πλάγιος + θέση)
η εναλλακτική λύση
la soluzione alternativa (εναλλακτικός + λύση)
η αποκτήνωση
l'abbrutimento (σαν αποκτηνώνω)
ο φλοιός
la corteccia; la scorza, il guscio; la crosta (terrestre) (φλ...)
αγριοκοιτάζω
guardare in modo severo (σαν αγριοκοίταγμα)
η φρουρά
il corpo di guardia, la guarnigione (η φ... σαν φρούριο)
ανακαινίζω
rinnovare, restaurare (σαν ανακαίνιση)
η λωρίδα
la striscia, cinghia; corsia (λω...)
ο περιορισμός
la limitazione, delimitazione (σαν περιορίζω)
η μεταβολή καθεστώτος
il mutamento di regime (pol) (μεταβολή + καθεστός)
το πραξικόπημα
il colpo di stato, putsch (σαν πραξικοπηματικός)
υποτιμώ τη νοημοσύνη κάποιου
sottovalutare l'intelligenza di q.no (υποτιμώ + νοημοσύνη + κάποιος)
παραγνωρίζω
scambiare qno per un altro; misconoscere, disconoscere (σαν παραγνωρίζομαι)
στους ορισμούς σας!
ai vostri ordini! comandi! (με ορισμός + σας)
το γλωσσικό αίσθημα
la sensibilità linguistica (γλωσσικός + αίσθημα)
ο πάταγος
il fracasso, fragore; (fig) scalpore (σαν παταγώδης)
έλαμψε διά της απουσίας του
ha brillato per la sua assenza (λάμπω + διά + απουσία)
ο πέλεκυς
l'ascia, la scure (ο πέ... υς)
σουβλερός
appuntito, aguzzo (σαν σούβλα)
το ρύγχος
il muso, il grugno (zool) (το ρ...ς σαν ρυγχοειδής)
η φούντα
il fiocco, pompon; la nappa (άσχετα, σαν φουντάρω)
κωμικός
comico (σαν κωμικότητα)
αντιληπτός
percettibile, che è stato notato (σαν αντίληψη)
το πληρεξούσιο
la procura, delega (σαν πληρεξουσιότητα)
μολυσματικός
infettivo (μ... σμα... ός)
το σκαρί
l'ossatura/scheletro di nave (το σ...ί, μοιάζει με σκάρα)