Level 43 Level 45
Level 44

4301 - 4400


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
ολοκληρωτικά
completamente, per intero (σαν ολοκληρωτικός)
αισθητός
sensibile, percepibile, tangibile (σαν αίσθηση/αίσθημα)
η εστία
il focolaio, focolare; centro (σαν εστιάζω)
η αντεπίθεση
il contrattaco (σαν αντεπιτίθεμαι)
η αταξία
il disordine (σαν τάξη/αταξικός)
η κατάληψη
la presa, l'occupazione (σαν καταλαμβάνω)
εφοδιασμένος
dotato, fornito (από εφοδιάζω)
το σκηνικό
la messa in scena, l'ambientazione (το σ... σαν σκηνή)
στρατηγικός
strategico (σαν στρατηγική)
άτολμος
timoroso, codardo, titubante (ά... σαν τολμή)
το τραύλισμα
il balbettio, balbettamento (σαν τραυλίζω)
χτυπώ στο μάτι
dare nell'occhio (χτυπώ + μάτι)
αναζωπυρώνω
infiammare, riaccendere (σαν αναζωπύρωση)
το λάφυρο
il bottino, la spoliazione, preda (το λά... σαν λαφυραγωγώ)
ο διακανονισμός
l'arrangiamento, il concordato (σαν διακανονίζω)
άταφος
insepolto (ά... σαν τάφος)
αφιλόξενος
inospitale (αντιθ. φιλόξενος)
απλήρωτος
non pagato; pendente, (α + πληρώνω/πλήρης)
παραπάνω
sopra, oltre (σαν παραπανίσιος/αντιθ. παρακάτω)
με το παραπάνω
basta e avanza (... παραπάνω - 3 λέξεις)
η λακωνικότητα
la laconicità (σαν λακωνικός)
ανούσιος
insipido, sciapo, scipito (α... σαν νους/ουσία;;;;)
το κουφάρι
il cadavere, la carcassa (το κου...)
απανθρακώνω
carbonizzare (σαν απανθράκωση)
το χάλασμα
il guasto; macerie, rovina (το χ... σαν χαλασμός)
ο αποτροπιασμός
l'aborrimento, l'orrendezza, esecrazione (σαν αποτρόπαιος/-πιασμός)
σαπισμένος
putrefatto, decomposto (από σαπίζω)
μολύνω
infettare; contaminare, contagiare (σαν μόλυνση)
βιαίος
violento (από βία)
απάνθρωπος
disumano, inumano, efferato (σαν απανθρωπιά)
ο υπασπιστής
l'aiutante di campo (mil.) (σαν υπασπιστήριο)
φιλοδοξώ
ambire (σαν φιλοδοξία)
ανθίζω
fiorire, sbocciare (σαν άνθος)
ο αξιωματούχος
il commissario, dignitario (σαν αξίωμα/αξιωματικός +-ούχος)
καταπίνω
ingoiare, mandare giù (κατά + πίνω)
μεθυσμένος
ubriaco, ubriacato (σαν μεθύσι)
παραμικρός
molto piccolo, minimo (παρά + μικρός)
η επίλυση
la risoluzione, soluzione (σαν επιλύω)
ο πατριώτης
il patriota (σαν πατριωτισμός)
διακεκριμένος
illustre, cospicuo (διακε... μοιάζει με κρίνω)
εξαπατώ
ingannare, imbrogliare (σαν εξαπάτηση)
ναυλώνω
noleggiare (nave) (σαν ναύλα)
διορίζω
incaricare, nominare (σαν διορισμός)
η διασύνδεση
il legame, collegamento - spec. al plurale (δια + σύνδεση)
χωριστός
separato (σαν χωρίζω)
η πλειάδα
la pleiade (= ιταλικά)
ο πολέμαρχος
il polemarco (= ιταλικά)
ο ιδεολόγος
l'ideologo (σαν ιδεολογία)
η κατάτμηση
la segmentazione, partizione; il frazionamento (η κ... κατά + τμήμα;;;;)
ο ζυγός
il giogo; la schiavitù; la libbra (ο ζ... σαν ζυγώνω)
η διαφορά
la differenza (σαν διαφορετικός)
ο αχυρώνας
il fienile, grangia; stalla (σαν άχυρο)
η γενέτειρα
il paese natale, il luogo di nascita (όπως εκ γενετής -ειρα)
η συνέλευση
l'assemblea, la riunione (συνέ... / συνέρχομαι)
διαβλέπω
intravedere, intuire (δια + βλέπω)
ψαλιδίζω
sforbiciare, tagliare con le forbici (σαν ψαλίδι)
η διαφοροποίηση
la differenziazione (σαν διαφοροποιώ)
ομονοώ
ritrovare la concordia, lasciare da parte i dissidi (σαν ομόνια)
παραγκωνίζω
scavalcare, soppiantare (σαν παραγκώνιση)
διαφυλάσσω
custodire, tutelare, salvaguardare (σαν διαφύλαξη)
θεαματικός
spettacolare (σαν θέαμα)
πτοούμαι
disanimarsi, temere, intimorirsi (σαν πτοώ)
μνημειώδης
monumentale, massivo (σαν μνημείο/μνημειακός)
ανενεργός
inattivo, inefficace (α + ενεργός)
η περγαμηνή
la pergamena (η π...)
διαπραγματεύομαι
negoziare, trattare (σαν διαπραγμάτευση)
ξεζουμίζω
spremere (σαν ξεζούμισμα)
η μετάνοια
la contrizione, la compunzione (σαν μετανοώ)
εκτροχιάζομαι
deragliare (anche fig.) (σαν εκτροχιασμός)
η μετατροπή
la trasformazione, il mutamento, la modificazione (σαν μετατρέπω)
απομυζώ
poppare, succhiare (σαν απομύζηση)
προσχεδιάζω
abbozzare, premeditare (σαν προσχέδιο)
η υστέρηση
l'isteresi (μοιάζει με ύστερα)
καταφατικός
affermativo (σαν κατάφαση)
ευνοϊκός
favorabile, propizio (σαν εύνοια)
ο κρυπτογράφος
il crittografo (σαν κρυπτογραφώ)
το χάσμα
il baratro, divario, gap (χά...)
ριζοσπαστικός
radicale (σαν ριζοσπάστης)
αντιφασιστικός
antifascista (σαν αντιφασίστας)
άτεγκτος
rigido; inclemente (σαν άτεγκτα)
αντικρούω
controbattere, respingere, ribattere (σαν αντίκρουση)
χασομερώ
spoltroneggiare, bighellonare (σαν χασομέρης)
εξουσιοδοτημένος
investito di autorità; delegato (από εξουσιοδοτώ)
ο απόηχος
il riverberamento, la risonanza (από + ήχος)
ταραχώδης
agitato, tempestoso (σαν ταραχή)
η στήριξη
il rinforzo, rinfianco, sostegno (σαν στηρίζω)
προβλεπόμενος
previsto (από προβλέπω)
η επισκευή
la riparazione, la manutenzione (σαν επισκευάζω)
η βεβήλωση
la dissacrazione, profanazione (σαν βεβηλώνω)
βέβηλος
profanatore (σαν βεβήλωση)
γελοιοποιώ
ridiculizzare, mettere in ridicolo (σαν γελοιοποίηση)
η τελετουργία
la cerimonia, rito (σαν τελετουργικός)
παρεμβαίνω
intervernire; interferire (σαν παρέμβαση)
απροσπέλαστος
inavvicinabile, inaccostabile (α... σαν προσπέλαση)
δύστροπος
scontroso (σαν δυστροπία)
ατημέλητος
trasandato, sciatto (σαν ατημελησία)
ασυγχώρητος
imperdonabile (σαν ασυγχώρετος)
η παράβαση
la contravvenzione, violazione (σαν παραβάτης)
περίτρανος
lampante, palese, più che evidente (σαν περίτρανα)
η καταδίωξη
il inseguimento, prosecuzione (σαν καταδιώκω)