Level 41 Level 43
Level 42

4101 - 4200


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
η μέθοδος
il metodo (= ιταλικά)
ο τσάρος
lo zar
ανακηρύσσω
proclamare; nominare (σαν ανακήρυξη)
παραμορφωμένος
deforme, distorto (από παραμορφώνω)
άτεκνος
senza prole (σαν ατεκνία)
κανονικά
regolarmente, normalmente (από κανονικός)
διαδέχομαι
succedere, subentrare, susseguire (σαν διάδοχος)
διαταραγμένος
disturbato (psich) (από διαταράσσω)
βασισμένος
basato, fondato (από βασίζω)
παρασκηνιακά
nascostamente, dietro le quinte (σαν παρασκήνιο)
συμβιβαστικός
conciliante, compromettente, accomodabile (σαν συμβιβασμός)
ενθρονίζω
intronizzare (σαν ενθρόνιση)
ο κυβερνήτης
il governante; (mar., aerop.) comandante (σαν κυβέρνηση)
μεροληπτώ
essere di parte, essere parziale (σαν μεροληψία/μεροληπτικός)
αμερόληπτος
imparziale, equanimo (σαν αμεροληψία)
το καθήκον
il dovere, il compito (το κ... κάνω το ... μου)
η ναυπηγική
l'ingegneria navale (σαν ναυπηγείο)
ο σύμμαχος
l'alleato (σαν συμμαχία)
διαιρώ
dividere (σαν διαίρεση)
απρόσωπος
impersonale (α + πρόσωπος)
βελάζω
belare (σαν βέλασμα)
η υποκρισία
l'ipocrisia (σαν υποκριτής)
η αερολογία
la ventosità, chiacchierio (σαν αερολογώ)
η αιδώς
l'onta, pudore (αι... ώς)
ο πρόλογος
il prologo (σαν προλογίζω)
αντιστοιχώ
corrispondere (σαν αντίστοιχος)
αποτελούμαι
consistere, comporsi di, essere composto (σαν αποτελώ)
γραμμένος
scritto (από γράφω/γράμμα)
χωριστά
separatamente (από χωριστός)
το σημείο αναφοράς
il punto di riferimento (σημείο + αναφορά)
η παύση
la pausa, l'interruzione (σαν παύω)
η αβεβαιότητα
l'incertezza (σαν αβέβαιος)
η απορία
l'aporia (= ιταλικά)
απαριθμώ
elencare, noverare (σαν απαρίθμηση)
παίρνω μέρος σε
prendere parte (... μέρος σε)
ενδεικτικός
indicativo (σαν ένδειξη)
η διώρυγα
il canale (d'acqua) (η δ...)
καταθέτω
deporre; (banca) depositare; testimoniare (σαν κατάθεση)
η αθυροστομία
la sboccataggine, la scurrilità (σαν αθυρόστομος)
καταχωρίζω
iscrivere, registrare (σαν καταχώριση/καταχώρηση)
αυξημένος
aumentato, cresciuto, maggiorato (από αυξάνω)
ομοσπονδιακός
confederale, federale (σαν ομοσπονδία)
ταξιδιωτικός
viaggiante, viaggiatore (σαν ταξιδιώτης)
ο μαχητής
il combattente (μάχη/μαχητικός)
η διείσδυση
la penetrazione (σαν διεισδύω)
η ετοιμότητα
la prontezza (σαν έτοιμος)
επιχειρησιακός
aziendale; operativo, operazionale (σαν επιχείρηση)
η επιτήρηση
la sorveglianza (σαν επιτηρώ)
συνομήλικος
coetaneo, coevo (κάτι σαν συν+ ηλικία)
ο υπήκοος
il cittadino (σαν υπηκοότητα)
η καθιέρωση
la consacrazione; l'affermarsi (σαν καθιερώνω)
το στιλέτο
lo stiletto; pugnale (= ιταλικά)
σαγηνεύω
affascinare (σαν σαγηνευτικός)
η τροχαλία
la carrucola (η τ... μοιάζει με τρόχαλο)
η κατάργηση
l'abolizione (σαν καταργώ)
η ανθοδέσμη
il mazzo di fiori (άνθος + δέσμη)
ο κατάδικος
il condannato, detenuto (σαν καταδίκη)
η συντόμευση
l'abbreviazione, epitome, sommario (σαν συντομεύω)
η καταγγελία
la denuncia (σαν καταγγέλλω)
η έφεση
la vocazione, inclinazione; giur. - appello (σαν εφέσιμος)
ο επίδεσμος
la fascia, la benda (ο ε... σαν επίδεση)
η επικαιρότητα
l'attualità (σαν επίκαιρος)
η τροπολογία
l'emendamento (σαν τροπολογώ)
κυβερνητικός
governativo (σαν κυβέρνηση)
η επιχορήγηση
la sovvenzione, il sussidio (σαν επιχορηγώ)
δημόσιος
pubblico (σαν δήμος)
η δομή
la struttura (σαν δομικός)
η συνεννόηση
l'accordo, intesa (σαν συνεννοούμαι)
συναινώ
acconsentire, dare il proprio assenso, consentire (σαν συναίνεση)
το τερατούργημα
l'enormità, la mostruosità (σαν τέρας +- ούργημα)
επιχειρώ
intraprendere; dar inizio (σαν επιχείρηση)
η προσμονή
l'attesa trepidante (προς... όπως υπομονή)
σημαδεμένος
segnato, marcato (από σημαδεύω)
ραντίζω
spruzzare, irrorare (σαν ράντισμα)
η άγνοια
l'ignoranza (σαν αγνοώ/αγνόηση)
ο ευρωπαίος
l'europeo
η υπαιτιότητα
la responsabilità, colpevolezza (σαν υπαίτιος)
το πεπρωμένο
il destino (σαν πέπρωται)
εμπορεύομαι
commerciare, mercanteggiare (σαν εμπόρευμα)
φανερώνομαι
rivelarsi, scoprirsi (σαν φανερώνω)
η αυλή
il cortile; la corte (reale) (η αυ...)
κυριαρχώ
dominare, prevalere, padroneggiare (σαν κυριαρχία)
η κακουχία
lo stento (κακός + -ουχια)
ξέφρενος
frenetico (senza freni) (ξε + φρένο)
τηλεσκοπικός
telescopico (σαν τηλεσκόπιο)
η απληστία
l'avidità, cupidigia (σαν άπληστος)
αυτοβούλως
di mio volere, spontaneamente (σαν αυτόβουλος)
ο δράκος
il drago, dragone
ο μονόκερος
l'unicorno, liocorno
φτερωτός
alato (σαν φτερό)
δοξάζω
glorificare, inneggiare (σαν δόξα)
ευλογώ
benedire (σαν ευλογία)
το ημερολόγιο
il calendario; il diario
αψηφώ
sfidare; disprezzare; non far caso a (σαν αψήφιστος)
προσηλυτίζω
convertire, fare proseliti (σαν προσηλυτισμός)
η εύνοια
la benevolenza (σαν ευνοϊκός)
απαρατήρητος
inosservato; inavvertito (από παράτηση)
τιμημένος
onorato, riverito (από τιμώ)
η βλασφημία
l'imprecazione (σαν βλασφημώ)
το αντίτυπο
la copia, esemplare (το α... αντι + τύπος)