Level 40 Level 42
Level 41

4001 - 4100


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
ο μουσουλμάνος
il musulmano
ο λιθοβολισμός
la lapidazione (σαν λιθοβολώ)
τριτοκοσμικός
sottosviluppato; dal terzo mondo (τρίτος κόσμος)
σεξουαλικός
sessuale
διαφωτισμένος
illuminato (από διαφωτίζω)
ο φασίστας
il fascista
απειλητικός
minaccioso (απειλή)
η στέρηση
la privazione (σαν στερητικός)
εμπνευσμένος
ispirato (από εμπνέω)
η περιποίηση
la cura (σαν περιποιούμαι)
ισιώνω
drizzare, stirare, spianare (σαν ισίωμα)
ενυδατικός
idratante (σαν ενυδάτωση)
στεγνώνω
asciugare; asciugarsi (σαν στεγνός)
κυματιστός
ondulato, a onde (σαν κύμα/κυματίζω)
κατσαρός
riccio (σαν κατσαρώνω)
προστατευτικός
protettivo (σαν προστατέυος)
λαμπερός
splendente, lucente (μοιάζει πολύ με λαμπρός)
θαμπός
torbido (σαν θαμπώνω/μπέρδεμα με θάμπος)
βουρτσίζω
spazzolare (σαν βούρτσα)
η παιδεραστία
la pederastia
ξεβγάζω
sciacquare (σαν ξέβγαλμα)
βασανιστικός
tormentoso, molesto (σαν βασανίζω)
διαλέγω
scegliere (το διάλεγμα)
χαρίζω
regalare, condonare (σαν χάρισμα)
χρηστικός
utilitario; maneggevole (σαν χρήστης)
κουρεύω
tagliare i capelli; (animali) tosare (σαν κούρεμα)
η πρέσα
la pressa (μοιάζει με πρεσάρω)
ταλαιπωρώ
tormentare (σαν ταλαιπωρία)
το ξέπλυμα
il risciacquamento (σαν ξεπλένω)
η φόρμουλα
la formula (= ιταλικά)
το υπόλειμμα
il residuo (σαν υπολειμματικός)
ο εξοπλισμός
l'attrezzatura, l'armatura (σαν εξοπλίζω)
αντίστοιχος
analogo, rispettivo (σαν αντιστοιχία)
η ενδυνάμωση
il rafforzamento (σαν ενδυναμώνω)
λυγισμένος
fletto, piegato, arcuato (από λυγίζω)
το κακό όνειρο
il brutto sogno (με όνειρο)
χαμηλώνω
abbassare, calare (σαν χαμηλός)
ανασηκώνω
rialzare, sollevare un poco (σαν ανασήκωμα)
εξασκώ
allenare, esercitare (σαν εξασκούμαι)
αριστερός
sinistro, (pol.) di sinistra (σαν αριστερά)
ο μαλάκας
lo stronzo, la pirla (σαν μαλακία)
γοργός
veloce, rapido (σαν γοργότητα)
το άγχος
l'ansia (σαν άγχομαι)
η οροφή
il soffitto, tetto; massimale (η ο... μοιάρζε με όροφος)
ο χτύπος
il colpo; battito (di cuore) (ο χ... σαν χτυπώ)
καθαρός
pulito, netto (σαν καθαρίζω)
βάζω στην άκρη
mettere da parte (με άκρη)
καθοδηγούμενος
comandato, menato (από καθοδηγώ)
ο διαλογισμός
la meditazione (σαν διαλογίζομαι)
αισθησιακός
sensuale, voluttuoso (σαν αίσθηση)
η αποτρίχωση
l'epilazione, depilazione (σαν αποτριχώνω)
μικροσκοπικός
microscopico
ξετρελαίνω
far impazzire, uscire di senno (ξ... τρελαίνω)
χυδαίος
volgare (σαν χυδαιότητα)
η ρουτίνα
la routine
η πρόσβαση
la via d'accesso, l'entrata (προς + βάση;;;)
λιπαίνω
lubrificare, concimare (σαν λίπος/λίπασμα)
συγκρίνω
confrontare, comparare, paragonare (σαν σύγκριση)
διαβαίνω
attraversare, varcare (να διαβώ)
διακρίνω
distinguere (σαν διάκριση)
το βλέμμα
lo sguardo, l'occhiata (βλ...)
το χωνάκι
l'imbuto piccolo, cono (gelato) (σαν χωνί)
άβολος
scomodo (ά... σαν βολικός)
το απόσιμο νερό
l'acqua non potabile (με απόσιμος)
αμέριμνος
spensierato (σαν αμεριμνησία)
αγενής
maleducato (αντιθ. ευγενικός)
το ένταλμα
il mandato (di arresto) (το έ...λμα)
η επικαρπία
l'usufrutto la reversione; la proprietà reversibile (σαν επικαρπωτής)
ο εγγυητής
il garante (σαν εγγύηση)
απαγγέλλω
declamare, recitare (σαν απαγγελία)
η περιύβριση
il vituperio; svillaneggiamento (σαν περιυβρίζω)
θρηνώ
lamentarsi, piangere (σαν θρήνος)
η σύναψη
la sinapsi, connessione (σαν συνάπτω)
η εξαφάνιση
la scomparsa (σαν εξαφανίζω)
το ψιθύρισμα
il bisbiglio, sussurro (σαν ψιθυρίζω)
στρέφομαι
girarsi (σαν στρέφω)
απευθύνω
rivolgere (σαν απευθύνομαι)
πανελλήνιος
panellenico
ψιθυρίζω
bisbigliare, sussurrare (σαν ψιθύρισμα)
το άδικο
il torto (το ά... σαν αδικία)
οδηγώ
guidare (es. auto); condurre (σαν οδήγηση)
η έκδοση
la pubblicazione, l'edizione; il rilascio (σαν εκδίδω)
η αξιοπιστία
l'attendibilità (σαν αξιόπιστος)
πλέον
più, ormai (π...ν)
η προφυλάκιση
la carcerazione/custodia preventiva/cautelare (σαν προφυλακίζω)
δικάσιμος
giudicabile, perseguibile (σαν δικαστής/δικάζω +-ιμος)
πολύκροτος
sensazionale, clamoroso (πολύ + κρότος)
οι συνθήκες
le condizioni (συνθήκη)
καταρρακτώδης
a cateratte, torrenziale (καταρράκτης)
καληνυχτίζω
dare la buona notte
ευδιάθετος
di buon umore (σαν ευδιαθεσία)
η κλήση
la chiamata (η κ... σαν καλώ)
δίνομαι
darsi (σαν δίνω)
κόντρα
contro, a ritroso (κ...)
περιφερειακός
periferico; regionale (σαν περιφέρεια)
το βασίλειο
il regno (το β... σαν βασιλιάς)
η υπερδύναμη
la superpotenza (υπερ + δύναμη)
τερματίζω
terminare (σαν τέρμα)
το επίτευγμα
l'impresa coronata di successo, il conseguimento (το ε... μοιάζει με επίτευξη)
η προσωνυμία
il soprannome (προσω...)