Level 39 Level 41
Level 40

3901 - 4000


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
αμετανόητος
impenitente (α... σαν μετανοώ)
το επιφώνημα
l'esclamazione (σαν επιφωνηματικός)
το ζάρι
il dado
πηγαινοέρχομαι
andare e venire (πηγαίνω + έρχομαι)
βάσιμος
fondato; basato (σαν βασιμότητα)
συνεννοούμαι
mettersi d'accordo, intendersi (σαν συνεννόηση)
αποκαλυπτικός
rivelatore (σαν αποκάλυψη)
η αμηχανία
l'imbarazzo, disagio (σαν αμήχανος)
το διάλειμμα
l'intervallo, la pausa (το δ...)
ανοίγω
aprire
μπόλικος
abbondante (σαν μπόλικα)
παγερός
gelido, glaciale (σαν παγερότητα)
ανυπόμονα
impazientemente (σαν ανυπόμονος)
η φρενίτιδα
la frenesia (φ... τιδα)
ασφυκτικά
soffocantemente (σαν ασφυκτικός)
το μεγάφωνο
l'altoparlante (μεγάλος/μέγας + φωνή)
κουφαίνω
assordare; (fig.) lasciare sbigottito (σαν κούφιος)
το κατάστημα
il negozio, magazzino (καταστηματάρχης)
χαλαρώνω
rilassare; diminuire, allentare (χαλάρωση)
ανάσκελα
a pancia all'aria (σαν ανασκελός)
πλαγιαστά
lateralmente, di fianco, obliquamente (σαν πλαγιαστός)
διαχέομαι
diffondersi, propagarsi (σαν διαχέω = διαχύνω)
κοινώς
comunemente (σαν κοινός)
αιφνίδιος
brusco, subitaneo (σαν αιφνιδιάζω)
η απόφραξη
l'ostruzione, l'occlusione (σαν αποφράζω)
ξεραίνομαι
diventare secco, seccarsi (σαν ξεραίνω)
πεταρίζω
tentare di prendere il volo (uccellini); (palpebra) avere un tic nervoso; (fig.) palpitare (σαν πετάρισμα)
κυλιόμενος
rotolante, scorrevole (σαν κυλιέμαι)
καταγής
per/a/in terra (κατά + γη)
τροφοδοτώ
alimentare, approvvigionare (σαν τροφοδότηση)
ο παίκτης
il giocatore (σαν παίζω)
η αναβίωση
la rinascita; il riportare in vita (σαν αναβιώνω)
θερινός
estivo (θ...)
το σβήσιμο
lo spegnimento (σαν σβήνω)
η επίδειξη
l'esibizione, ostentazione (σαν επιδεικνύω)
το μονόξυλο
la piroga (μόνο + ξύλο)
σφαιρικός
sferico (σαν σφαίρα)
η περιφέρεια
la periferia (σαν περιφερειακός)
αντικανονικός
irregolare, falloso (σαν αντικανονικότητα)
ο αυνανισμός
l'onanismo (σαν αυνανίζομαι)
το λιβάνι
l'incenso (σαν λιβανίζω)
το μοναστήρι
il monastero, convento (μ...ι σαν μοναστηριακός)
αντιπροσωπεύω
rappresentare (σαν αντιπρόσωπος)
γαζώνω
cucire a macchina; (fig.) mitragliare (γ... πινακίδες έξω από Αγ. Σίλα χαχαχα)
ο όρος
il termine (per definire qlcs) (σαν ορολογία κλπ)
γήινος
terrestre (γη +-ινος)
ανεξερεύνητος
inesplorato, inesplorabile (α... από εξερευνώ)
διάπυρος
rovente, ardente (δια + πύρ)
στερεοποιούμαι
solidificarsi (σαν στερεοποίηση)
εξαιτίας
a causa di; stante; in seguito a (εκ + αιτία)
σκούζω
strillare (σκού...)
νιαουρίζω
miagolare (σαν νιαούρισμα)
θρεπτικός
nutriente, nutritivo (σαν θρεπτικότητα)
ξύλινος
di legno (από ξύλο)
το γένος
il genere (το γ...)
αλμυρός
salato (σαν αλμύρα)
το θρανίο
il banco (scuola) (θ...)
το κουτί
la scatola; lattina (κ...ί)
η σημείωση
la nota (η σ... σαν σημειώνω)
η γεωργία
l'agricoltura (σαν γεωργός)
η κουβέντα
la parola; conversazione (σαν κουβεντιάζω)
γενικά
in generale, generalmente (σαν γενικός / - ά)
η πλατεία
la piazza; (teatro) la platea (μοιάζει με πλατειάζω)
το γράμμα
la lettera
ξεφυλλίζω
sfogliare (σαν ξεφύλλισμα)
φανερώνω
rivelare, manifestare (σαν φανερός)
το τσιμέντο
il cemento (= ιταλικά)
το όχημα
il veicolo, la vettura (πως είναι σε οχηματαγωγό)
παντοδύναμος
onnipotente (σαν παντοδυναμία)
άθλιος
abietto, miserabile (σαν αθλιότητα)
το έργο
il lavoro, l'opera; il film, lo spettacolo (το έ... σαν εργασία, εργάζομαι κλπ)
το ίδρυμα
l'istituto (το ί... σαν ιδρύω)
παραγόμενος
prodotto; derivato, nascente (από παράγω)
η κιμωλία
il gesso (κι... λία)
πορώδης
poroso (σαν πόρος)
η ρεβάνς
la rivincita (σαν ρεβανσισμός)
η γραμματοσειρά
la serie di caratteri (tipog.) (γράμμα + σειρά)
αποβιώνω
decedere (από + βιώνω)
η τυπογραφία
la stampa; tipografia (σαν τυπογράφος)
βελτιωμένος
ottimizzato, migliorato; rettificato (από βελτιώνω)
αξιοποιώ
valorizzare, sfruttare (σαν αξιοποίηση)
εκτυπώνω
stampare (σαν εκτυπωτής)
εθελοντικός
volontario (από εθελοντής)
ο εφευρέτης
l'inventore; l'ideatore (σαν εφεύρεση
η συντεχνία
la gilda, la corporazione delle arti e mestieri (ist.) (σαν συντεχνιακός)
συνεργατικός
collegiale, cooperativo; sinergico (σαν συνεργάτης)
μεταφορικός
metaforico (σαν μεταφορά)
η οικολογία
l'ecologia
η αναρχία
l'anarchia
αναρχικός
anarchico
ο προβληματισμός
la perplessità, il far pensare (από προβληματίζω)
περσικός
persiano, persico
το διαδίκτυο
l'Internet (διαδ...)
ο νάνος
il nano (= ιταλικά)
η αυτοκτονία
il suicidio (σαν αυτοκτονώ)
το μέσο
il mezzo (το μ... σαν μέση)
συνυπάρχω
coesistere (σαν συνύπαρξη)
αναφερόμενος
referente, menzionato, riguardante (από αναφέρω)
παρακάτω
più avanti, oltre (παρά + κάτω)
η νομοθεσία
la legislazione (σαν νομοθετώ)