Level 38 Level 40
Level 39

3801 - 3900


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
άκλαυτος
non pianto, non compianto (ά... σαν κλαίω)
το ναρκωτικό
la droga, lo stupefacente (σαν ναρκωτικός)
προκαλώ
provocare (σαν πρόκληση)
δονώ
far vibrare, scuotere (σαν δόνηση)
καστανός
castano (= σαν ιταλικά)
σκούρος
scuro (= σαν ιταλικά)
υπόγειος
sotterraneo (σαν υπόγειο)
πυρηνικός
nucleare (σαν πυρήνας)
η δοκιμή
la prova, l'assaggio; (auto) il collaudo (σαν δοκιμάζω/δοκιμασία)
παραξενεύω
meravigliare, stupire; diventare strano/scontroso (σαν παράξενος)
αναστατωμένος
sconvolto, concitato, agitato (από αναστατώνω)
η αιμομιξία
l'incesto (σαν αιμομικτικός)
ολοκληρώνομαι
compiersi; finire (σαν ολοκληρώνω)
το θρίλερ
il thriller (θ...)
ο προπάτορας
il progenitore (σαν προπατορικός)
η διαρροή
il trapelare; la fuga, la perdita (σαν διαρρέω)
οι κάλπες
le urne elettorali (κά...)
η έκβαση
l'esito, il seguito (εκ + βάση; από εκβάλλω;;;)
το μπαράζ
la raffica; lo sforzo finale (μπ... baraj)
ο μαραθώνιος
la maratona
διαφημιστικός
pubblicitario (σαν διαφήμιση)
ενικός
singolare (από ένα)
ασφαλιστικός
assicuratore, assicurativo (σαν ασφάλεια)
κεντρικός
centrale (σαν κέντρο)
το όφελος
il beneficio, giovamento (ό... άσχετα, μοιάζει με οφείλω)
η συγκυριαρχία
il condominio, sovranità esercitata insieme con altri (σαν συγκυρίαρχος)
ακατάδεκτος
sdegnoso, sprezzante, snob (σαν ακαταδεξία)
σκεπάζω
coprire (σαν σκεπή)
γαλήνιος
sereno, placido (σαν γαλήνη)
υπογραμμίζω
sottolineare (σαν υπογράμμιση)
βολικός
comodo, confortevole (σαν βόλικα)
αναρρώνω
entrare in convalescenza, risanare, ristabilirsi (σαν ανάρρωση)
η παρομοίωση
la comparazione, la similitudine (σαν παρομοιάζω)
ο είλωτας
l'ilota (antichità) (σαν ειλωτεία)
η μπουγάδα
il bucato (σαν μπουγαδιάζω)
παίρνω την κάτω βόλτα
andare in malora (παίρνω + κάτω + βόλτα)
το μετέωρο
il meteora (μοιάζει με μετεωρίτης)
πρόωρος
prematuro, precoce (σαν προωρόρητα)
το στίγμα
il marchio, segno, cicatrice (σαν στιγματίζω)
η δύναμη θέλησης
la forza di volontà (δύναμη + θέληση)
η στήλη
la stele, la colonna; la rubrica (στή...)
σατυρικός
satirico (σαν σάτυρος)
μελωδικός
melodico, melodioso (σαν μελωδία)
απαιτητικός
esigente (σαν απαίτηση)
απέραντος
immenso, infinito (σαν απεραντοσύνη)
η άνεση
la comodità, l'agio (σαν άνετος)
το βιβλιάριο
il libretto (βιβλίο +-αριο)
ανατριχιάζω
avere la pelle d'oca, avere i brividi (σαν ανατριχίλα)
τερατώδης
mostruoso (τερα...)
η εκταφή
l'esumazione (εκ + τάφος)
αντικλεπτικός
antifurto (αντί + κλέβω/κλεπτομανία)
το ακουστικό
il ricevitore (tel) (το α... σαν ακουστικός)
το συνεργείο
l'officina (σαν συνεργεία/συνεργασία)
επιβαρύνομαι
gravarsi (σαν επιβάρυνση/επιβαρύνω)
μουρμουρίζω
mormorare (σαν μουρμούρισμα)
ο καλαμαράς
l'uomo di lettere, testa d'uovo (σαν καλαμάρι = μελανοδοχείο)
μουτρωμένος
imbronciato, con il muso lungo (από μουτρώνω)
τα μούτρα
il broncio (σαν μούτρο/μουτρωμένος)
στριμώχνομαι
stiparsi, gremirsi (σαν στρίμωγμα/στριμώξίδι)
ο Αμερικανός
l'americano
το αίσχος
l'ignominia, obbrobrio (αί... ντροπή και ...)
χλευάζω
deridere, schernire (σαν χλευασμός)
τηλεφωνικός
telefonico
διασφαλίζω
assicurare, garantire la sicurezza (σαν διασφάλιση)
η απόλυση
il licenziamento, congedo; fine della messa (σαν απολύω)
αναμένω
aspettare, attendere (σαν αναμονή)
καναδικός
canadese
πολιτικοποιώ
politicizzare (σαν πολιτικοποίηση)
η επένδυση
l'investimento (σαν επενδύω)
χρησιμοποιούμαι
essere usato / utilizzato (σαν χρησιμοποιώ)
η εκτέλεση
l'esecuzione (σαν εκτελώ)
η μειοψηφία
la minoranza (σαν μειοψηφώ)
ο αεροσάκος
l'airbag (αέρας + σάκος)
εντέλλομαι
incaricare, deputare (εντέ...)
υπάγω
collocare in subordine, subordinare (σαν υπαγωγή)
το πείσμα
l'ostinazione; caparbietà (σαν πεισματάρης)
η διευκόλυνση
l'agevolazione (σαν διευκολύνω)
το καύκαλο
la carapace/corazza, teschio (καύ...)
ο μέθυσος
l'ubriacone (σαν μεθύσι)
το πηλήκιο
il tocco (copricapo), berretto (σαν πήληξ, χαχα!)
παραπέμπω
rinviare, rimandare; deferire (σαν παραπομπή)
ο συμπατριώτης
il compatriota (συν + πατριώτης)
η επιμέλεια
la custodia, cura (bambini); revisione (σαν επιμελής)
η λιχουδιά
la leccornia, golosità (σαν λιχούδης)
ανταμείβω
compensare, retribuire (σαν ανταμοιβή)
επιλαμβάνομαι
darsi da fare; occuparsi (επί + λαμβάνομαι)
επερχόμενος
imminente (από επέρχομαι)
στριμώχνω
stipare; (fig) mettere alle strette (σαν στριμωξίδι/στριμόχνομαι)
η αμβροσία
l'ambrosia
δειλός
vigliacco (σαν δειλία)
πειραματίζομαι
sperimentare (σαν πείραμα)
η κοτσίδα
la treccia (η κ... μοιάζει με το κότσι, χαχαχα)
η σφαίρα
la sfera; il proiettile
τα έχασα
sono rimasto sbigottito/a (τα... με χάνω)
το ρητό
la massima, la sentenza, il motto (μοιάζει με ρήτορας)
η σορός
il feretro; la salma (σο...)
ο δράστης
il perpetratore, autore di un reato (σαν δράση/δρω)
η φρίκη
l'orrore (σαν φρικτός)
τυφλωμένος
accecato (από τυφλώνω)
αποτρόπαιος
abominabile, esecrabile (σαν αποτροπιασμός)