Level 34 Level 36
Level 35

3401 - 3500


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
νεκρικός
mortuario (σαν νεκρός)
η αυτοσυγκράτηση
l'autocontrollo (αυτο- + συγκρατιέμαι)
οφειλόμενος
debito, dovuto (σαν οφείλω)
καλύπτομαι
coprirsi, ricoprirsi, ammantarsi (σαν κάλυψη)
ταράζω
turbare, agitare (σαν ταραχή)
το πλέξιμο
l'intrecciare; il lavorare a maglia/ai ferri (σαν πλέκω)
χαλάω
guastare, sciupare, rompere (σαν χαλασμός)
το μαρτύριο
il martirio
περιστασιακός
circonstanziale, incidentale, occasionale (σαν περίσταση)
η οδηγία
la guida, direttiva (σαν οδηγώ)
μέσω
per mezzo di, tramite/per il tramite di (μ...ω)
συμβολίζω
simboleggiare (σαν σύμβολο)
συμπληρωματικός
complementare, supplementare, addizionale (σαν συμπλήρωση)
χρωματίζω
colorare (σαν χρώμα)
η τάση
la tendenza; la tensione (elettrica) (μοιάζει με τάσσω)
πολυεπίπεδος
multiplano, multilaterale (πολύ + επίπεδο)
υποδύομαι
impersonare, sostenere una parte (σαν υπό + δύω;;;;)
συνδυάζομαι
combinarsi (σαν συνδυάζω/συνδυασμός)
διαχρονικός
diacronico (σαν διαχρονία)
η τραγικότητα
la tragicità (σαν τραγικός)
το σχήμα λόγου
la figura retorica, modo di dire (με σχήμα + λόγος)
διδακτικός
didattico (σαν διδάσκω, διδάκτορας κλπ)
ηδονιστικός
edonistico (σαν ηδονισμός)
επιπλωμένος
ammobiliato (σαν έπιπλα)
αρμόδιος
adatto, competente (σαν αρμοδιότητα)
συζητήσιμος
che si può discutere, discutibile, controverso (σαν συζήτηση)
η αδικία
l'ingiustizia (σαν άδικος)
ανίκανος
incapace (από ικανός)
υποβιβάζω
degradare, retrocedere (σαν υποβιβασμός)
εξακολουθώ
continuare, seguitare (σαν εξακολούθηση)
η απήχηση
la risonanza, riverberazione (σαν απηχώ)
ζάπλουτος
riccone, straricco (ζ... + πλούτος)
το δίδαγμα
l'insegnamento (es. morale), dottrina (δί... γμα)
η δυστυχία
la sfortuna, la disgrazia (σαν δυστυχώς)
η άποψη
l'opinione, punto di vista, panorama (από + όψη)
μετρημένος
misurato (από μετριέμαι)
με το μάτι
a occhio e croce ́(... μάτι)
ξεσκαλίζω
scavare; rivangare; rimestare (ξ... + σκαλίζω)
γενικεύω
generalizzare (γενίκευση)
προτρέπω
esortare, istigare, raccomandare (προ + τρέπω)
σοβαρός
serio (σαν σοβαρότητα)
το ερώτημα
la domanda, questione (το ερ...)
το μωρό
il bambino piccolo, l'infante (μ...ό)
πέρα για πέρα
da parte a parte (με πέρα)
το σκάζω
svignarsela (σαν το'σκασε)
το αγκαθωτό σύρμα
il filo spinato
γελοίος
ridicolo, risibile(σαν γέλιο)
αναπαράγω
riprodurre, produrre di nuovo, generare (σαν αναπαραγωγικός)
ακριβός
costoso, caro (σαν ακρίβεια)
άθλια
abiettamente, sordidamente (σαν άθλιος)
με βαριά καρδιά
a malincuore (βαρύς καρδιά)
αυθεντικός
autentico
γυμνός
nudo (σαν γυμνισμός)
πρόσφατος
recente (σαν πρόσφατα)
η κληρονομιά
l'eredità (σαν κληρονόμος)
το καραβάνι
la carovana
το μύρο
la crisma, olio/unguento profumato (ca mir)
ο θάλαμος
la camera; (ospedale) corsia (θ...)
παρθένος
vergine (σαν παρθένα)
η ηρωίδα
l'eroina (protagonista, non droga)
ο Εκατονταετής Πόλεμος
la Guerra dei cent'anni
πατρικός
paterno (σαν πατέρας)
το όραμα
la visione (σαν οραματίζομαι)
ο αρχάγγελος
l'arcangelo
η ταπείνωση
l'umiliazione (σαν ταπεινώνω)
επανακτώ
riacquistare, riguadagnare (σαν επανάκτηση)
το στέμμα
il stemma, corona (σ...α, σαν εστεμμένος)
ο θρόνος
il trono
υπερνικώ
battere, superare (υπερ + νικώ)
στρατιωτικός
militare (σαν στρατιώτης)
απελευθερωτικός
liberatore, liberatorio (σαν απελευθέρωση)
κατηγορούμαι
accusarsi; essere accusato (σαν κατηγορία)
αιρετικός
eretico; (fig.) anticonformista (σαν αίρεση)
εκκλησιαστικός
ecclesiastico
η πυρά
il rogo, falò (η π... σαν πυρ)
ο κοσμικισμός
il secolarismo (κόσμος + - ισμός)
το δόγμα
il dogma
μεσαιωνικός
medievale, medioevale (σαν Μεσαίωνας)
ο αγνωστικισμός
l'agnosticismo (άγνωστος + -ισμός)
άθεος
ateo
ο σκεπτικισμός
lo scetticismo
η ναυμαχία
la battaglia navale
η κάθοδος
la discesa, calata; catodo (σαν καθοδικός)
ο πολύτιμος λίθος
la pietra preziosa (με λίθος)
ο οπλίτης
l'oplita (σαν όπλο)
το πεζικό
la fanteria (το π... μοιάζει με πεζός)
ομοιόμορφος
uniforme (σαν ομοιομορφία)
μάχομαι
battersi, combattere (σαν μάχη)
δύναμαι
potere, avere il potere (σαν δύναμη)
η ναυτιλία
l'attività marinara; commercio/traffico marino (σαν ναύτης)
θρακικός
tracio, tracico (della Tracia)
η φάλαγγα
la falange
ο οπλισμός
l'armamento; l'armatura (όπλο + -ισμός)
η ασπίδα
lo scudo (α... πως είναι στην υπεράσπιση, υπερασπίζω κλπ)
κινούμενος
avviato; mosso (σαν κινούμαι)
ο δημιουργός
l'ideatore; demiurgo (σαν δημιουργώ)
ο οργανωτής
l'organizzatore (σαν οργανώνω)
πολεμικός
bellico; di guerra (σαν πόλεμος)
αργότερα
più tardi (σαν αργά)
λοξός
obliquo, storto; (fig.) strambo, strano (σαν λόξα)