Level 33 Level 35
Level 34

3301 - 3400


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
το τζάμι
il vetro della finestra (σαν τζαμαρία...)
η τζαμαρία
la vetrata (σαν τζάμι)
η προθήκη
la vetrina (π... θήκη)
αποτριχώνω
depilare, depilarsi (σαν αποτρίχωση)
διασώζω
salvare, portare in salvo (δια+ σώζω. Πιό κοινός από περισώζω)
αλείβω
spalmare (α... σαν πασαλείβω)
δέρνω
picchiare (δέ...)
παραδίδω
consegnare; (lezione) impartire (σαν παράδοση)
σβηστός
spento; estinto (σαν σβήνω)
το πέδιλο
il sandalo (π... σαν βατραχοπέδιλο)
στέφω
incoronare (σαν στεφάνη, αλλά όχι στεφανώνω)
τυλιγμένος
avvolto, ravvolto; attorto (από τυλίγω)
η απαίτηση
l'esigenza (σαν απαιτώ)
τινάζω
scuotere; lanciare (τ... σαν αποτίναξη)
η αντοχή
la resistenza, sopportazione (σαν αντέχω)
ο γκρεμός
il precipizio (σαν γκρεμίζω)
το σταυροδρόμι
l'incrocio (σταύρος + δρόμος)
η συμπαράσταση
l'assistenza; il patrocinio (σαν συμπαραστέκομαι/παράσταση)
αφάνταστος
inimmaginabile (από φαντασία)
η λεία
il bottino, preda di guerra (η λ...)
ο τρόφιμος
il convittore; il frequentatore abituale (από τροφή)
το τροχόσπιτο
la roulotte (τροχός + σπίτι)
η σπιτονοικοκυρά
la padrona di casa (σπίτι + νοικοκυρά)
η απροσεξία
la disattenzione (α + προσοχή/πρόσεξα)
δαμάζω
domare, addomesticare, reprimere (δ...)
αγκιστρώνω
prendere all'amo; mettere l'esca all'amo; (fig.) inchiodare (σαν αγκίστρι)
το μετάξι
la seta
η κούραση
la stanchezza (σαν κουράζομαι)
ψόφιος στην κούραση
stanco morto (ψόφιος + κούραση)
ανεξέλεγκτος
incontrollabile, privo di controllo (από ελέγχω)
το βρέφος
il neonato (σαν βρεφικός)
έγκαιρος
tempestivo (εν + καιρός)
ανυπολόγιστος
incalcolabile (α.../υπολογίζω)
ο άρπαγας
il depredatore, predone (σαν αρπάζω)
αδίστακτος
privo di/senza scrupoli (α... + διστάζω)
οργισμένος
infuriato, incollerito (από οργίζομαι)
επιμένω
insistere (σαν επιμονή)
επιστρατεύω
mobilitare (esercito) (σαν επιστράτευση)
ανύπαρκτος
inesistente (από υπάρχω)
η κατοχή
il possesso; (mil.) l'occupazione (σαν κατέχω)
επανατοποθετώ
rimettere a posto; ripristinare (σαν επανατοποθέτηση)
η παρέλαση
la sfilata; la parata (σαν παρελαύνω)
απομακρύνομαι
allontanarsi (σαν απομακρυσμένος)
επίτιμος
onorario (επί + τιμή) - es. cittadino/presidente onorario
η κτήση
il possesso, la proprietà (πως είναι σε κατάκτηση)
προσκυνώ
prostrarsi; adorare (σαν προσκύνημα)
ψηφιακός
digitale (σαν ψηφίο)
χτίζω
costruire (σαν χτίστης/κτίστης)
το όρυγμα
il fossato, la trincea (ό...)
η τομή
l'incisione; la sezione (τ... σαν στη λοβοτομή)
πιθανολογώ
congetturare, ipotizzare (σαν πιθανότητα)
η χρονολογία
la cronologia
η ιδιαιτερότητα
la peculiarità (σαν ιδιαίτερος)
συνταρακτικός
sconvolgente (σαν συνταράζω)
αναμοχλεύω
sollevare per mezzo di una leva; (fig.) rattizzare, rinfocolare (ανά + μοχλός)
η ύπαρξη
l'esistenza (σαν υπάρχω)
επιδεικνύω
mostrare, esibire, sfoggiare (επί + δείχνω/δεικνύω)
διαψεύδω
smentire; negare (σαν διάψευση)
ταπεινώνω
umiliare (σαν ταπεινός)
τσίτσιδος
nudo; nudo come Dio l'ha fatto (τσί...)
αλησμόνητος
indimenticabile (σαν λησμονιά)
αποφαίνομαι
esprimere la propria opinione; (giur.) sentenziare, emanare una sentenza (α... + φαίνομαι)
ο χλευασμός
la beffa; lo scherno (σαν χλευάζω)
η ποσότητα
la quantità (σαν ποσοτικός)
πικρόχολος
(di pers.) bilioso, collerico (πικρός + χολή)
σκανδαλιστικός
scandaloso (σαν σκάνδαλο)
σκοντάφτω
inciampare (σαν σκόνταμμα)
παράλογος
assurdo; illogico (παρά + λόγος)
άχρωμος
incolore (από χρώμα)
ευρύτερος
più largo, più vasto (από ευρύς)
ερευνητικός
investigativo, indagatore (από έρευνα)
διασταυρώνω
incrociare; (fig.) verificare (σαν διασταύρωση)
η παρατήρηση
l'osservazione (σαν παρατηρώ)
ζητιανεύω
mendicare (σαν ζητιανός)
η τόλμη
l'audacia; temerarietà (σαν τολμώ)
δραστικός
drastico; efficace (σαν δράση)
φανατικός
fanatico
το γυαλί
il vetro (σαν γυαλίζω)
η ευγένεια
la nobiltà, gentilezza; buona educazione (σαν ευγενικός)
απαρηγόρητος
sconsolato; inconsolabile (α... από παρηγορώ)
η εκατόμβη
l'ecatombe
ορθός
retto, diritto (ο... μοιάζει πολύ με όρθιος)
ίσος
uguale (ί... σαν ισοπεδώνω)
η φωτεινότητα
la luminosità (από φως)
ο δεσμός
il legame (δ... σαν δέσμευση)
ο πειρασμός
la tentazione (σαν πειράζω)
φρικτός
orribile (από φρίκη)
η αρχοντιά
la signorilità (σαν άρχοντας)
σταδιακός
graduale (σαν στάδιο)
η απασχόληση
l'occupazione, l'impiego (σαν απασχολώ)
αυτοτελής
indipendente, completo in se stesso (αυτό + τέλος)
το φυλλάδιο
il fascicolo, opuscolo (μοιάζει με φύλλο)
αναγνωρισμένος
riconosciuto (από αναγνωρίζω)
η ειρωνεία
l'ironia (σαν ειρωνεύομαι)
λεκτικός
relativo al linguaggio parlato (σαν λέξη)
δραματικός
drammatico
αλλόγλωσσος
alloglotto
η επιμονή
l'insistenza (σαν επιμένω)
η σπατάλη
lo spreco (σαν σπάταλος)
το κουρκούτι
la farinata, la pappa, il pastone (κουρ...)