Level 31 Level 33
Level 32

3101 - 3200


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
ο ακαμάτης
il scansafatiche, fannullone (σαν ακάματος)
η εξοχή
la campagna, zona rurale (σαν εξοχικός)
η κατασκήνωση
il campeggio, attendamento (σαν κατασκηνώνω)
τιτιβίζω
cinguettare (σαν τιτίβισμα)
η τοποθεσία
la posizione; località (σαν τοποθετώ)
ο χειρισμός
il maneggio, uso; trattamento, conduzione (ο χ.... σαν χειρίζομαι/χειριστής)
το γκάζι
il gas; l'acceleratore
απαλός
morbido, delicato (σαν απαλότητα)
η ελάττωση
la diminuzione; riduzione (σαν ελαττώνω)
προτιμότερος
preferibile (από προτιμώ)
ακουμπώ
appoggiare, posare; appoggiarsi (α... μοιάζει με κουμπί)
το δάπεδο
il pavimento (δ...)
προοδευτικά
progressivamente (από πρόοδος)
το ξεκίνημα
il principio, l'apertura, la mossa iniziale (σαν ξεκινώ)
ασκούμαι
esercitarsi (σαν άσκηση)
αποσυμπλέκω
disingranare, disinnestare (από + κάτι σαν συμπλέκτης)
συντονισμένος
sintonizzato (από συντονίζω)
ενώνω
unire (σαν ένωση)
πάντοτε
sempre, per qualsiasi evenienza, in ogni caso (π...ε σαν παντοτινός)
η σταθερότητα
la stabilità (σαν σταθερός)
αποσκοπώ
mirare, avere come scopo (από + σκοπός)
ενημερώνω
aggiornare; mettere al corrente (σαν ενημέρωση)
ομαλά
regolarmente, normalmente (από ομαλός)
αποσυνδέω
scollegare (από + συνδέομαι)
πλήρης
pieno, colmo (από πληρώ)
ο ελιγμός
la manovra (ελ...ός)
συνεχώς
di continuo, continuamente (σαν συνέχεια)
επιλεγμένος
scelto (από επιλέγω)
η ισχύς
la forza (σαν ισχύω)
η απόκτηση
l'acquisto, l'acquisizione (σαν αποκτώ)
συγκινητικός
commovente (σαν συγκίνηση)
προσβάλλομαι
risentirsi, patire un affronto, sdegnarsi (σαν προσβολή)
προσλαμβάνω
assumere, ingaggiare (σαν πρόσληψη)
διέρχομαι
attraversare, passare attraverso (δ... + έρχομαι/σαν διέλευση)
το κοντάρι
l'asta (κ... μοιάζει με κοντά)
ο θρήνος
il lamento funebre (σαν θρηνώ)
ξεπροβάλλω
spuntare, affacciarsi (ξ... + προβάλλω)
η ανάσα
il respiro, fiato (σαν ανασαίνω)
στρώνω
ricoprire, stendere, apparecchiare, domare (σ... το τραπέζι, το κρεβάτι)
το ρεζίλι
la figuraccia, sputtanamento (ρε...)
στριμωγμένος
stipato; superaffollato; messo alle strette (από στριμώχνω)
η υπόθεση
l'ipotesi; il caso; l'affare (σαν υποθέτω)
κυριεύω
impadronirsi, impossessarsi (σαν κύριος)
τακτοποιώ
ordinare, sistemare (σαν τακτοποίηση)
έντρομος
in preda al terrore; impaurito (από εν+ τρόμος)
αναζητώ
ricercare, cercare, andare in cerca (σαν αναζήτηση)
η ανάγνωση
la lettura (σαν αναγνώστης)
καταπιέζω
opprimere, vessare (σαν καταπίεση)
το διαγώνισμα
l'esame (το δ... σαν διαγωνίζομαι)
η πρόκληση
la provocazione, la sfida (σαν προκαλώ)
η ματαιότητα
la vanità, futilità (σαν μάταιος)
στοργικός
affettuoso, amorevole (από στοργή)
ξεπαγώνω
scongelare (ξ... + παγώνω)
συγυρίζω
arrangiare, rassettare, mettere in ordine (σαν συγύρισμα)
σιδερώνω
stirare (σαν σίδερο)
το ζήτημα
la questione, problema (σαν ζητώ)
ο πρωθυπουργός
il primo ministro
διότι
poiché, perché (δ...)
η έμπνευση
l'ispirazione (σαν εμπνέω)
η δυσμορφία
la deformazione, deformità (σαν δύσμορφος)
ο υπεύθυνος
il responsabile (σαν υπευθυνότητα)
προκύπτω
sorgere; risultare, derivare, conseguire (πρόκυψη)
η απαγωγή
il rapimento; sequestro di persona (από απάγω)
επιζήμιος
nocivo, pernicioso; pregiudizievole (από επί + ζημιά)
φαινομενικά
apparentemente (σαν φαινόμενο)
ο ιδρυτής
il fondatore (σαν ιδρύω)
απογοητεύω
deludere (σαν απογοήτευση)
η απάρνηση
la ripudio, rinnegamento (σαν απαρνούμαι)
το ξύρισμα
la rasatura (σαν ξυρίζω)
ο υποκόσμος
la malavita, i malviventi (υ... κόσμος)
η αποικία
la colonia (σαν αποικίζω)
εφικτός
eseguibile, fattibile (εφ...)
δεν έχει σχέση
non c'entra (.... σχέση)
σαφής
ovvio, chiaro (σαν σαφήνεια)
καθομιλούμενος
colloquiale (σαν καθομιλουμένη)
προωθώ
promuovere, spingere in avanti (σαν προώθηση)
ο καλοφαγάς
il buongustaio; gourmet (από καλός και φαΐ, ας πούμε)
η ετικέτα
l'etichetta
αναμφισβήτητα
indubbiamente (σαν αμφισβητώ)
το ναρκοπέδιο
la zona minata; lo sbarramento di mine (από νάρκη και πεδίο)
η εξουσία
l'autorità, il potere
δελεαστικός
allettante (από δελεάζω)
αναπόφευκτος
inevitabile (από αποφεύγω)
δυσκολεύομαι
stentare, avere/trovare difficoltà (σαν δυσκολία)
εξασκούμαι
esercitarsi, impratichirsi (σαν εξάσκηση)
η δεξιότητα
la destrezza (σαν δεξιά)
ενθαρρύνω
incoraggiare (εν + θάρρος)
σε σύγκριση με
in confronto a ( ... σύγκριση...)
απροετοίμαστος
malpreparato, sprovvisto (α... σαν προετοιμάζω)
σπέρνω
seminare (σαν σπόρος)
προπορεύομαι
precedere, camminare davanti, essere in testa (π... + πορεύομαι)
ο τραυματίας
il ferito (σαν τραυματίζω)
το ασθενοφόρο
l'ambulanza
αδιευκρίνιστος
imperscrutabile, irresoluto (α... + από διευκρινίζω)
συντρέχω
soccorrere (σ... + τρέχω)
συνωμοτικός
cospirativo (σαν συνωμοσία)
έμμεσος
indiretto (έ...)
ο συνωμότης
il cospiratore, congiurato (σαν συνωμοσία)
το αγγείο
il vaso (α...)
το καμάρι
il vanto, compiacimento, orgoglio (fig.) (κ...ι σαν καμαρώνω)