Level 30 Level 32
Level 31

3001 - 3100


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
υβριστικός
oltraggioso, ingiurioso (σαν ύβρις)
ζωντανεύω
rianimare (σαν ζωντανός)
άστεγος
senzatetto (ά... από στέγη)
το μετάλλιο
la medaglia (το μ... )
η εκτροπή
la deviazione, devianza, il dirottamento (σαν εκτρέπω)
ρουφώ
succhiare, sorbire (σαν ρουφηξιά)
αδιάψευστος
non smentito/che non si può smentire (α... από διαψεύδω)
εντεταλμένος
competente, spettante (σαν ένταλμα)
η εγκατάλειψη
l'abbandonamento; la derelizione (από εγκαταλείπω)
η σύντμηση
l'abbreviazione; riduzione; sigla (σαν συντετμημένος)
η προεξοχή
la sporgenza, protuberanza (π... + εξοχή)
ενθουσιάζω
entusiasmare
η εγγύηση
la garanzia; la cauzione (σαν εγγυώμαι)
το ποσοστό
la percentuale (σαν ποσοστιαίος)
το κέρδος
il guadagno (σαν κερδίζω)
το οικόπεδο
il terreno costruibile; (fig.) campo (σαν οικοπεδικός)
το καζίνο
il casinò
η μετοχή
la partecipazione; (ec. l'azione); (gram.) participio (μ...)
το καμπαρέ
il cabaret
προσφέρω
offrire (σαν προσφορά)
ο παραγωγός
il produttore (σαν παραγωγή)
ο υπεράνθρωπος
il sovrumano, superuomo (υ... άνθρωπος)
ο προϋπολογισμός
il preventivo; budget (σαν προϋπολογίζω)
κυριολεκτικά
letteralmente (σαν κυριολεξία)
όρθιος
ritto, dritto (ό...)
πολύχρωμος
multicolore, variopinto (πολύ + χρώμα)
αστραφτερός
sfolgorante (από αστράφτω)
ύστερα
poi, dopo (ύ...)
απογευματινός
pomeridiano (από απόγευμα)
το κτίριο
l'edificio (σαν κτιριακός)
κακόγουστος
di cattivo gusto (από κακός και gusto)
σφύζω
pulsare (σαν σφύξη)
ματσωμένος
molto ricco (ματσ...)
τουλάχιστον
almeno, per lo meno
η ανατριχίλα
il brivido, la tremarella (από ανατριχιάζω)
διαπερνώ
addentrare, pervadere (σαν διαπερατότητα)
περηφανεύομαι
essere orgoglioso, vantarsi (σαν περήφανος)
η αξιοπρέπεια
la dignità (σαν αξιοπρεπής)
η κακοτυχία
la disdetta; la disgrazia (κακός + τύχη)
η δόνηση
la scossa (σαν δονώ) - λέξη για σεισμούς
η κηδεία
il funerale (σαν κηδεύω)
το καλώδιο
il cavo, filo elettrico (σαν καλωδίωση)
ο δυναμίτης
la dinamite
ανεπαίσθητος
impercettibile (α... αίσθητος)
το κάγκελο
il cancello; l'inferriata (κ...) - της πουτάνας το κ...
ο τρόμος
il terrore (σαν τρομάζω)
αυξάνω
aumentare (σαν αύξηση)
τσέχικος
ceco (dalla Rep. Ceca)
ριγώ
fremere, rabbrividire (σαν το ρίγος)
το σφύριγμα
il fischio (σαν σφυρίζω)
ο εξορκισμός
l'esorcismo
το μπετόν
il calcestruzzo (σαν μπετονιέρα)
σφυρίζω
fischiare (σαν σφύριγμα)
σείομαι
dimenarsi; tentennare (σεί...)
θαλάσσιος
maritimo (από θάλασσα)
λαστιχένιος
elastico, di gomma (από λάστιχο)
η γαλότσα
la caloscia; soprascarpa (γ...)
χύνω
versare (σαν χύσιμο)
η παραφίνη
la paraffina
ξεφτισμένος
filaccioso, sfilacciato, logoro (από ξεφτίζω)
η στέγαση
la sistemazione; l'alloggio (μοιάζει με στέγη)
ενώ
mentre (ε...)
η κούνια
l'altalena; la culla (κ... μοιάζει με κουνάω)
ευχαριστιέμαι
gradire, compiacersi (σαν ευχαριστώ)
καθώς
come, da quanto; mentre; non appena (κ...)
ξεφεύγω
fuggire, scappare (ξ...+ φεύγω)
το γρασίδι
l'erba (γ...)
η συντροφιά
la compagnia (σαν σύντροφος)
περισώζω
salvare, portare in salvo (π...+ σώζω)
το δίκαννο
la doppietta - fucile (δί...)
το ρολόι
l'orologio
εξατμίζομαι
evaporare, vaporizzare (σαν εξάτμιση)
το σαμοβάρι
il samovar
το νυφικό
l'abito da sposa (σαν νύφη)
το τούλι
il tulle; voile (τ...)
η ντροπή
la vergogna (σαν ντρέπομαι)
μετανοώ
pentirsi (μ... σαν μετάνοια)
προσθέτω
aggiungere (σαν πρόσθεση)
το παράπονο
la lamentela; (comm.) il reclamo (σαν παραπονιέμαι)
αναστατώνω
perturbare, sconvolgere, agitare (σαν αναστάτωση)
η γειτονιά
il quartiere (σαν γείτονας)
η όχθη
la riva (ό...)
τσιμπώ
pungere; beccare, piluccare (σαν τσίμπημα)
αχώριστος
inseparabile (α... + χωρίζω)
ζωηρός
vivace (από ζωή)
ξένοιαστος
spensierato; irriflessivo (σαν ξενοιάζω)
διαφορετικά
altrimenti; sennò (από διαφορετικός)
σκύβω
chinare; piegarsi (σαν σκύψιμο)
το τετράδιο
il quaderno
το μολύβι
la matita
τεντώνω
tendere, tirare, stendere (σαν τέντωμα)
χρονοτριβώ
attardarsi; andare per le lunghe (σαν χρονοτριβή)
ξεφυσώ
ansare; sbuffare (ξ... + φυσώ)
ανακουφισμένος
sollevato (από ανακουφίζομαι)
δίχως
senza (δ...)
άυπνος
insonne, senza sonno (ά + ύπνος)
συλλογίζομαι
riflettere, meditare, pensare (σαν συλλογισμός)
αγανακτισμένος
indignato, esasperato (από αγανακτώ)
αναστενάζω
sospirare; muovere un sospiro (σαν αναστεναγμός)
η βία
la violenza (σαν βιάζω)