Level 29 Level 31
Level 30

2901 - 3000


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
το έλκηθρο
la slitta
αβάσταχτος
gravoso, intollerabile (α... από βαστώ)
η εξαθλίωση
l'immiserimento, il depauperamento (σαν εξαθλιώνω)
αδιανόητος
impensabile, inconcepibile (αδια...)
η δίωξη
la persecuzione, inseguimento (από διώκω)
το κουρέλι
lo straccio (σαν κουρελιάζω)
πεινασμένος
affamato (από πεινάω)
ανεκμετάλλευτος
vergine; non sfruttato (α... από εκμεταλλεύομαι)
ένοπλος
armato (έ... από όπλο)
η σύγκρουση
lo scontro (σαν συγκρούμαι)
το δοκίμιο
il saggio (lett.); bozza di stampa(σαν δοκιμιακός)
δρω
agire, eseguire (σαν δράση)
το ξέσπασμα
lo scoppio (από ξεσπάω)
η συνδρομή
l'abbonamento (rivista); l'assistenza, il soccorso (σαν συνδρομητής)
ασφυκτικός
soffocante, irrespirabile (σαν ασφυξία)
κατατάσσομαι
arruolarsi (κατά + τάσσω)
ανδρώνομαι
diventar/farsi uomo; mascolinizzarsi (από άνδρας)
η αγριότητα
la brutalità, efferatezza (σαν άγριος)
παραλύω
paralizzare (σαν παράλυση)
ξεχειλίζω
traboccare (σαν ξεχείλισμα)
ο αφορισμός
la scomunica (eccl.); l'aforisma (σαν αφορίζω)
το φαινόμενο
il fenomeno
η νομιμότητα
la legalità, giuridicità, legittimità (από νόμος)
η ειρήνευση
la pacificazione (από ειρήνη)
ο χαλασμός
la distruzione; il pandemonio, la frenesia (από χαλάω)
η αγχόνη
il patibolo, cappio, la forca (η α... μοιάζει με το... άγχος)
τα νιάτα
la gioventù; gli anni della giovinezza
αναγράφω
iscrivere, notare (σαν αναγραφή)
έντονος
intenso, vivo, acceso (εν + τόνος)
ο περιηγητής
il viaggiatore (σαν περιήγηση)
η μόρφωση
l'educazione, scolarizzazione (μ... σαν μορφώνω)
αναζωογονώ
ravvivare, vivificare (σαν αναζωογόνηση)
το κατάντημα
l'abiezione (το κ... σαν καταντώ/κατάντια)
ο διανοούμενος
l'intelettuale (σαν διανόηση)
η παράλειψη
la mancanza, omissione, trascuratezza (π... από παραλείπω)
στερώ
privare, togliere, portare via (στέρηση)
η αδελφοσύνη
la fratellanza, fraternità
ανερχόμενος
ascendente, sorgente (από ανέρχομαι)
η οντότητα
l'entità (σαν ον)
η ομολογία
la confessione (σαν ομολογώ)
ανάξιος
indegno, immeritevole; immeritevole (από άξιος)
η ταύτιση
l'identità, identificazione (ταυτίζω)
ο απόγονος
il discendente (από...)
το μνημείο
il monumento (σαν μνημειακός)
λαμπρός
splendido, luminoso (λ... από λάμψη)
η αποχώρηση
il ritiro; dimissioni (από αποχωρώ)
το προνόμιο
il privilegio (σαν προνομιακός)
εφευρίσκω
inventare (σαν εφευρέτης)
η αντίσταση
la resistenza (σαν αντιστέκομαι)
αντιδρώ
reagire (σαν αντίδραση)
η διδασκαλία
l'insegnamento, la dottrina (διδάσκω/διδασκαλικός)
στερεά
saldamente, fermamente (από στερεός)
η ευεξία
il benessere (ευεξ...)
το μίασμα
il miasma (το μί...)
η συσχέτιση
la correlazione, il rapporto (η σ... το ίδιο με συσχετισμός)
η ρύπανση
l'inquinamento (σαν ρυπαντικός)
η συμπεριφορά
il comportamento (σαν συμπεριφέρομαι)
η αποσαφήνιση
la chiarificazione (σαν αποσαφηνίζω)
το προσχέδιο
il progetto di massima, disegno preliminare, bozza (σαν προσχεδιάζω)
ο συμβιβασμός
il compromesso (από συμβιβάζομαι)
η απόσυρση
il ritiro, la ritirata; la ritrattazione (από αποσύρω)
ο τριγμός
il crepito, scricchiolio (τ... από τρίζω)
η διαμαρτυρία
la protesta (σαν διαμαρτύρηση/διαμαρτύρομαι)
εορταστικός
festoso, da festa (ε... σαν εορτάζω)
η αυτοπεποίθηση
la sicurezza di sè (α... πεποίθηση)
η διαταραχή
il disturbo, la disfunzione (από διαταράσσω)
η ανάμνηση
il ricordo (σαν αναμνηστικός)
ο θυμός
la rabbia, l'ira (σαν θυμώνω)
κατανοώ
accorgersi; comprendere (σαν κατανόηση)
οπτικοποιώ
visualizzare (σαν οπτικοποίηση)
αναξιοπαθώ
patire/soffrire ingiustamente (σαν αναξιοπαθής)
διαχωρίζω
separare, disgiungere, dissociare (σαν διαχωρισμός)
φουσκώνω
gonfiare (σαν φούσκωμα)
υπομονετικός
paziente (από υπομονή)
επιθετικός
offensivo (από επίθεση)
η μίμηση
l'imitazione (από μιμούμαι)
επιπλέον
inoltre (ε... + πλέον)
επιφανειακά
superficialmente (από επιφάνεια)
φαύλος
immorale, vizioso (φ... κύκλος)
ολοφάνερος
ovvio, lampante, spiccato (από όλος + φανερός)
ανεπίσημος
non ufficiale, informale (α... από επίσημος)
ο πληθυσμός
la populazione (σαν πληθυσμιακός)
αναλλοίωτος
immutato; immutabile (ανα... από αλλοιώνω)
η αποβολή
l'espulsione; l'aborto spontaneo (από αποβάλλω)
ασυνείδητος
incosciente; senza coscienza (από συνείδηση)
η περιήγηση
il giro di visite, pellegrinaggio, tournee (σαν περιηγητής)
το νομοσχέδιο
il disegno di legge (νόμος + σχέδιο)
απαιτούμενος
richiesto, dovuto (από απαιτώ)
ενήμερος
aggiornato, che è al corrente (σαν ενημερώνω)
φυτεύω
piantare (σαν φυτό)
αγκαλιάζω
abbracciare (σαν αγκαλιά)
ξεπατώνομαι
sfondarsi, sgropparsi, stancarsi molto (ξ... σαν πατώ)
το μεγαθήριο
il leviatano; il megaterio (μ...)
άπειρος
infinito, inesperto (σαν απειρία)
η γκριμάτσα
la smorfia (η γκ... grimasă)
αποκεφαλίζω
decapitare (σαν αποκεφαλισμός)
η ποιότητα
la qualità (σαν ποιοτικός)
χοντρόπετσος
cotennoso, indifferente, insensibile (από χοντρός + πέτσα)
η σκουριά
la ruggine (σαν σκουριάζω)
παραβιάζω
forzare; violare (σαν παραβίαση)