Level 2 Level 4
Level 3

201 - 300


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
ο τεχνίτης
l'artigiano (σαν τέχνη/τεχνική)
μιλώ
parlare (μ...)
το πλαίσιο
l'inteleiatura, scheletro, struttura (σαν πλαισίωση)
το συμπέρασμα
la conclusione (σαν συμπεραίνω)
η σύνταξη
la pensione; la sintassi (σαν συνταξιούχος)
η γροθιά
il pugno (γρ...)
η χουφτιά
la manciata (σαν χουφτώνω)
το χαμόγελο
il sorriso (σαν χαμογελώ)
ο χαμός
il disastro, finimondo; la perdita (χ... σαν χάνομαι)
η πειθαρχία
la disciplina (σαν πειθαρχώ)
το αποτέλεσμα
il risultato , esito (σαν αποτελεσματικότητα)
χάνω
perdere (σαν χάνομαι)
η υποβάθμιση
la degradazione, menomazione (σαν υποβαθμίζω)
το πρόβλημα
il problema (σαν προβληματίζω)
αυτοκτονώ
suicidarsi (σαν αυτοκτονία)
σύμφωνα με
a detta di, in accordo con (σύμφωνα)
θεωρώ
considerare, ritenere, contemplare (σαν θεωρία)
κορυφαίος
apicale, sommo (σαν κορυφή)
ο διευθυντής
il manager, direttore (σαν διεύθυνση)
το δημοψήφισμα
il plebiscito (δήμος + ψήφος)
διαπιστώνω
accertare, constatare (σαν διαπίστωση)
θαυμάσιος
meraviglioso (σαν θαύμα/θαυμαστός)
τρέχω
correre (σαν τρέξιμο)
μετανιώνω
pentirsi, cambiare idea (σαν μετάνιωμα)
ήσυχος
tranquillo (σαν ησυχία)
παίζω
giocare, giocarsi (σαν παιχνίδι)
η φορά
la volta (come in: due volte, qualche volta), corso, direzione (φ...)
βασανίζω
tormentare, seviziare (σαν βασανισμός)
η εκκλησία
la chiesa (σαν εκκλησιολογία)
κιόλας
già (κι...ς)
χτυπάω
sbattere, percuotere, picchiare, investire (σαν χτύπημα)
η τιμωρία
il castigo (σαν τιμωρώ)
διαβάζω
leggere, studiare (σαν διάβασμα)
κοροϊδεύω
beffeggiare, ridersi, frodare (σαν κοροϊδία)
φρόνιμος
assennato (σαν φρονιμότητα)
λέω
dire (σαν λεγόμενος)
η σελίδα
la pagina (σελιδοποιώ/σελιδοδείκτης)
σύντομος
breve, conciso (σαν συντομία)
βαρετός
noioso (σαν βαρεμάρα)
αφού
una volta che, poichè, siccome (α... ύ)
αποκοιμιέμαι
dormicchiare, sonnecchiare (σαν αποκοιμίζω)
φωνάζω
gridare, vociferare (σαν φωνή)
γερά
fortemente, saldamente (σαν γερός)
εξετάζω
esaminare; interrogare (scuola) (σαν εξέταση)
ξέρω
conoscere, sapere (ξ...)
το στοιχειό
il folletto (μοιάζει πάρα πολύ με στοιχείο)
η μεταχείριση
il maneggio, trattamento; impiego, uso (η μ... σαν μεταχειρίζομαι)
θέλω
volere (σαν θέληση)
το νόμισμα
la moneta (σαν νομισματικός)
χρυσός
aureo, dorato (σαν χρυσάφι)
παίρνω
prendere, attingere (αορ. πήρα)
αμέσως
immediatamente (σαν άμεσος)
φεύγω
partire, fuggire (σαν φυγή/φευγάτος)
νομίζω
credere, opinare (ν...)
ελεύθερος
libero (σαν ελευθερία)
η αλήθεια
la verità (σαν αληθινός)
αξίζω
valere, meritare (σαν αξία)
περισσότερο
più, maggiormente (σαν περισσότερα)
η μαγεία
la magia (σαν μαγικός)
η όρεξη
l'appetito, voglia (σαν ορεξάτος)
κουνάω
dimenare, scuotere, dondolare (σαν κούνημα/κουνιέμαι)
δείχνω
far vedere, mostrare (δ... σαν δείκτης/δείχτης)
ευχαρίστως
volentieri, di buon cuore (σαν ευχαρίστηση)
το μάθημα
la lezione (σαν μαθητής)
αργά
tardi, lentamente (σαν αργία/αργός)
ντρέπομαι
vergognarsi (σαν ντροπή)
έξω
fuori (έ...)
χαίρομαι
rallegrarsi (χαρά/χαιρετώ)
επιτέλους
finalmente (μοιάζει με επιτελώ)
ελπίζω
sperare (σαν ελπίδα)
η χιονόπτωση
la nevicata (χιόνι + πτώση)
τόσο
tanto; così (τό...)
παιδεύω
istruire, educare (σαν παιδεία)
κρίμα
peccato (το κ... στον λαιμό σου)
νωρίς
presto, di buon ora, in anticipo (νω...)
κοιτάζω
guardare, vedere (σαν κοίταγμα)
πού
dove
παθαίνω
subire, patire (σαν πάθηση)
καλά
bene (σαν καλός)
αρέσω
piacere (σαν αρεστός)
η τρίχα
il pelo, capello (σαν τρίχωμα)
εξαφανίζομαι
scomparire, svanire, dileguarsi (σαν εξαφάνιση)
ιδιαίτερα
specialmente, particolarmente (σαν ιδιαίτερος)
η κλοτσιά
la scalciata, pedata, il calcio (σαν κλοτσώ)
η μπουνιά
il colpo col pugno (η μπ...)
όμως
però, comunque, del resto (ό...)
σπαταλώ
sprecare, buttare via, sciattare (σαν σπατάλη)
η κουβέντα
la chiacchierata, quattro chiacchiere (σαν κουβεντιάζω)
το μέρος
la parte, porzione; posto (σαν μεριά)
ιδιότροπος
smorfioso, difficile, stravagante (σαν ιδιοτροπία)
σκοπεύω
mirare, avere come scopo, pensare di (σαν σκοπός)
ξεπαγιάζω
ragellarsi, congelarsi; intirizzirsi (σαν ξεπάγιασμα)
θυμάμαι
ricordarsi (σαν θύμηση)
το κλουβί
la gabbia (σαν κλούβα)
βέβαια
precisamente, già (σαν βεβαίωση)
περνάω
passare (αορ. πέρασα)
η εκδίκηση
la vendetta, la rivalsa (σαν εκδικητής)
γελάω
ridere (σαν γέλιο)
πικρός
amaro (σαν πίκρα)
διασκεδάζω
divertirsi (σαν διασκέδαση)