Level 27 Level 29
Level 28

2701 - 2800


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
αλωνίζω
errare, vagare, scorrazzare, trebbiare (σαν αλώνι)
η συντομία
la brevità, concisione
η τσιμινιέρα
la ciminiera
το ενέχυρο
il pegno (σαν ενεχυριάζω)
ο λωποδύτης
il ladruncolo (σαν λωποδυσία)
ταχέως
presto, prontamente, speditamente (σαν ταχιά)
πονηρεύομαι
subodorare, sospettare (π...σαν πονηρός)
χειροπιαστός
concreto, tattile, in mano (χει... σαν χέρι + πιάνω)
ελαφρυντικός
attenuante (σαν ελάφρυνση)
η ζαρτιέρα
il reggicalze, la giarrettiera
ο διαρρήκτης
lo scassinatore, svaligiatore (σαν διαρρέω)
η κληματαριά
la pergola (σαν κλήμα)
το έπαθλο
to premio (το έ...λο)
η απονομή
l'attribuzione, il conferimento (από απονέμω)
η σεμνότητα
la modestia, umiltà, pudicizia
η χόρταση
la sazietà (η χ... σαν χορταίνω)
η ανία
la noia (σαν ανιαρός)
εγκρίνω
approvare (σαν έγκριση)
αποκλειστικά
esclusivamente (σαν αποκλειστικός)
ανταποδίδω
restituire; contraccambiare
η πλήξη
la noia, tedio, uggia (πλήττω)
καταρρίπτω
abbattere, annulare (σαν κατάρριψη)
επικριτικός
censorio, critico (ε...)
ο γυμνισμός
il nudismo, naturismo
ευλαβικά
piamente, religiosamente (σαν ευλάβεια)
σχεδιασμένος
pianificato, dirigistico
βραχυπρόθεσμος
a breve scadenza/termine, congiunturale (από βραχύς + προ + θεσμός)
το υπόβαθρο
il basamento (υ...)
εξοικειώνω
diventare familiare; acclimare, accostumare (σαν εξοικείωση)
η ανταλλαγή
lo scambio, cambio (σαν αντάλλαγμα/ανταλάσσω)
η στύση
l'erezione - pene (σ...)
το κατάστρωμα
il manto stradale; (mar.) la coperta (κ...)
εναλλακτικά
alternativamente (ε...)
το ντύσιμο
l'abbigliatura, vestimento, tenuta (ντ...)
σύμμαχος
alleato
το πάχος
il spessore, la grossezza (σαν παχύς)
η πεποίθηση
la convinzione
λαθραίος
di contrabbando (όπως στο λαθρεμπόριο/λαθραλιεία)
επιθεωρώ
ispezionare, controllare, esaminare
συλλογικός
collegiale, collettivo (σαν συλλογικότητα)
η αποτυχία
l'insuccesso, il fallimento
το πλεονέκτημα
il vantaggio (σαν πλεονεξία/πλεονέκτης)
θεσμικός
capitulare, statutario, strutturale (θ...)
ο μετασχηματισμός
la trasmutazione, il tramutamento (σαν μετασχηματίζω)
νομιμοποιώ
legalizzare; omologare (ν....μι...ώ)
σχετικός
relativo
ο πληθωρισμός
l'inflazione (σαν πληθωριστικός)
ενισχύω
aiutare, rinforzare (ε...)
ποσοτικός
quantitativo
ανασύρω
levare, ritirare (ανά + σύρω/σέρνω)
ροχαλίζω
russare
ο φραγμός
lo sbarramento, barriera, ostacolo (σαν φράγμα, αλλά αρσενικό)
ο βάνδαλος
il vandalo
αθέατος
impercettibile, irreperibile (από θέαμα)
η σπείρα
la spirale; banda
ο αγωγός
il condotto, conduttore, canale, grondone
η διάπραξη
la perpetrazione (διαπράττω)
υποδεικνύω
indicare (υ...)
ο καταυλισμός
il bivacco, l'accampamento, acquartieramento (σαν καταυλίζομαι)
η επιτάχυνση
l'acceleramento, accelerazione (σαν επιταχύνω)
αποσύρομαι
ritirarsi, arretrarsi, congedarsi
η γέννηση
la nascita; genesi
η Υψηλή Πύλη
la Sublime Porta (imp. ottomano)
η αναμονή
l'attesa (α...)
βυθίζω
immergere (β..θ.)
η φορολογία
la tassazione
προϋπάρχω
preesistere
τριπλασιάζω
triplicare
ο νερόμυλος
il mulino ad acqua
συντηρώ
conservare, mantenere, fare la manutenzione (σ...)
ευημερώ
prosperare (ευ...)
η υποδομή
l'infrastruttura
η αριστοκρατία
l'aristocrazia, la nobiltà
ο φεουδάρχης
il feudatario
το μποστάνι
l'orto (μπ...)
η ιδιοκτησία
la proprietà
ανακάμπτω
tornare in forza (dopo assenza/sconfitta in un campo) (σαν ανάκαμψη)
μετατρέπω
trasformare, mutare, modificare
το τζαμί
la moschea
το υδραγωγείο
l'acquedotto (το υ...)
η επικράτεια
lo stato, il territorio, paese (η ε... μοιάζει με επικρατώ)
δυτικός
occidentale
το ήθος
la maniera, guisa; il carattere (ή...)
ο δίσκος
il disco; il vassoio
ακάλυπτος
scoperto; nudo; esposto (α... + καλύπτω)
ανατολικός
orientale
μιμούμαι
mimare, imitare
κρεμαστός
pendente, sospeso (κ... από κρεμώ)
μεικτός
misto (μ...)
η πτυχή
il risvolto; la piega, crespa (π...)
καταπιεστικός
opprimente, repressore, vessatorio (κ...)
το επιτήδευμα
l'impiego, lavoro, mestiere, l'attività (επιτή...)
ευρύς
ampio, vasto (ευ...)
η διάκριση
la distinzione, discriminazione (σαν διακρίνομαι)
προσδιορίζω
definire, determinare, stabilire (π...)
η πλειοψηφία
la maggioranza
περαιτέρω
oltre (π...ω) ΟΧΙ ΠΕΡΑ
επιδίδομαι
darsi, prendere a (επι...)
υπόλογος
tenuto a rispondere del proprio operato (υ... μοιάζει με λόγος)
ο σουλτάνος
il sultano