Level 25 Level 27
Level 26

2501 - 2600


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
η μοιρασιά
la partizione, ripartizione, divisione (σαν μοιράζω)
αρπάζομαι
acciuffarsi, dibattersi; aggrapparsi (α...)
ο μεταξοσκώληκας
il baco di seta, filugello (μετάξι + σκουλίκι/σκώληκας)
τυραννώ
tiranneggiare
μεθώ
ubriacarsi
ο λαμπίκος
l'alambicco, la distilleria (λ...)
θολός
torbido
η νύστα
la sonnolenza
σοφίζομαι
congegnare, immaginare (σ... σαν σοφία)
το δίλημμα
il dilemma
η πλώρη
la prua, dritto di prua (σαν πλωριός)
ο φαραώ
il faraone
μηχανεύομαι
macchinare, escogitare (μ...)
επίτηδες
apposta, a proposito
κάπως
in un modo o nell'altro, un po'
αναπληρωματικός
supplente, sostituto, vicario (σαν αναπλήρωση/αναπληρώνω)
η προκοπή
l'operosità, il progresso
αναμαλλιάζω
scarruffare, arruffare i capelli
η περικεφαλαία
l'elmo (π...)
εκδηλώνομαι
manifestarsi, palesarsi, dichiararsi (ε...)
αφοσιώνομαι
dedicarsi, consacrarsi, immergersi, impegnarsi (σαν αφοσίωση)
η θεραπαινίδα
l'ancella, la domestica (θ...)
ολισθηρός
sdrucciolevole, scivoloso (ο...)
ο οδοστρωτήρας
l'appianatoio, schiacciasassi, spianatrice (ο οδ...)
η μολόχα
la malva (nalbă)
ο σκιτζής
il cialtrone, il casinista, inetto; medicastro (σαν σκιτζίδικος)
γδέρνω
spellare (γ...)
εξευτελίζω
svalutare, umiliare (σαν εξευτελισμός)
στραβοκάνης
sbilenco, dalle gambe sbilenche, storte (στρα...κά...ς)
η απιστία
l'infedeltà; (rel.) la miscredenza
το τσόκαρο
lo zoccolo (πέδιλο/παντόφλα)
το ελάττωμα
il vizio, difetto
το απολειφάδι
l'avanzo di una saponetta (απο...άδι σαν απομεινάρι)
απολίτιστος
incivile, rozzo, sgarbato (από πολιτισμός)
ο επίλογος
l'epilogo
άρρην
maschio (όχι αρσενικός!)
κουφαίνομαι
assordire, insordire, stupirsi (σαν κουφός)
υποκρίνομαι
recitare, fingere (υ...)
ο στύλος
la colonna; il palo della luce (ο σ... μπαίνει - στυλοβάτης)
εμπιστευτικός
confidenziale (σαν εμπιστεύω)
ασημώνω
inargentare, sbruffare, corrompere coi doni ecc (σαν ασήμωμα)
η κατανάλωση
il consumo
ο απόστρατος
il reduce (σαν αποστρατεύω)
μάχιμος
combattente, combattivo (μ... μοιάζει με μάχη)
ωχρός
pallido, smorto; color ocra (σαν ώχρα)
η σύσταση
la composizione; referenza (σαν συστατικό)
ξηλώνομαι
sborsare, mettere mano alla tasca (slang)
ατζαμής
guastamestieri (ageamiu)
το φέσι
il fez
ο σαματάς
la baraonda, chiassata, putiferio (σαν σαματατζής)
πλακώνω
schiacciare; (fig.) opprimere (πλ...μοιάζει με πλάκα/όπως καταπλακώνω)
αποκληρώνω
diseredare
το μονοπώλιο
il monopolio
αποκαθίσταμαι
rifarsi (di una perdita) (σαν αποκαθιστώ)
η συναλλαγματική
il cambiale (σαν συναλλάσομαι/σύναλλαγμα)
ο τενεκές
la latta, il bidone
ο λέβητας
la caldaia (σαν λεβητοστάσιο)
ξεφτίζω
disfare, sfilacciare (σαν ξεφτισμένος)
καρικώνω
rammendare, imbastire (κ...)
το βούκινο
la buccina (strumento a fiato simile al corno di caccia) (το βού...)
η αγγελία
l'annuncio; (com.) la pubblicità
το κούτσουρο
la ceppaia, ciocco, pezzo di riempimento (μοιάζει με κουτσουρεύω)
μερεμετίζω
raffazzonare, rimpasticciare, raggiustare (κάνω μικρές επισκευές) (σαν μερεμέτι)
το κουσούρι
l'acciacco, tacca, tara (cusur)
συμμαζεμένος
assettato, ritenuto (σ...)
μπατιρίζω
fallire, fare fallimento (σαν μπατίρης)
η διαγωγή
la condotta, comportamento (δ...ή)
το πούπουλο
la piuma (π...)
ξελασπώνω
pulire (ξ... από λάσπη)
η διαθήκη
il testamento
ο κλητήρας
l'usciere (σαν κλητήριος)
προκαταβάλλω
versare in anticipo, dare in acconto (σαν προκαταβολή)
η βδέλλα
la mignatta, la sanguisuga
το πετσί
il cuoio (π...)
η βρωμιά
la sporcizia, il sudiciume
η ορδή
l'orda
το στίφος
la ciurma, lo stormo, la folla (το στί...)
πιπιλώ
poppare, succhiare (π...)
ποτισμένος
bagnato (π... από ποτίζω)
η συνδιάλεξη
la comunicazione, conversazione (σ... λεξη)
το οτομοτρίς
l'automotrice
συμβαδίζω
conciliare, scortare, andare di pari passo (σ...)
τερπνός
gradevole (τερπ...)
η έξαρση
l'effusione, esaltamento, elevazione (έ...)
η απόγνωση
la disperazione, esasperazione (από + γνώση)
ο συσχετισμός
la correlazione (ο σ...)
ανίατος
immedicabile, incurabile, irrimediabile (ανί...)
η ταχεία
il treno espresso (η τ...)
το λαβομάνο
il lavamano
επομένως
di conseguenza, quindi, perciò
το ρίγος
il brivido
η προμελέτη
la premeditazione; lo studio preliminare (π... μελέτη)
άθικτος
intatto, illeso, incolume (ά... από θίγω)
σιάζω
riparare, sistemare (σαν σιάξιμο)
το σύρμα
il filo di ferro
η τσατσάρα
il pettine (τσα...)
παραπέφτω
sviare, sviarsi (π... από πέφτω)
ξαφρίζω
rubacchiare; spilluzzicare (ξ... μοιάζει με αφρίζω)
κάνω κάποιον τσακωτό
cogliere qno sul fatto (κάνω + κάποιος + τσακωτός)
το τσαρδάκι
la baracca (από τσαρδί)