Level 24 Level 26
Level 25

2401 - 2500


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
η λίγδα
il grasso, la grassume, untume; schifezza, sporcizia (σαν λιγδιάζω)
τέως
ex (κατ για πρώην) (τέ...)
σπανός
(uomini) glabro, imberbe; (luoghi) spoglio, nudo (spân)
η κόνιδα
la lendine (η κό...)
η βούλα
la bolla, il sigillo (β... μοιάζει με βουλή)
η βέρα
la fede nuziale
το συναίσθημα
il sentimento (σαν συναισθηματικός)
το χρίσμα
la crisma, cresima; (fig) nomina
η στοργή
l'affetto, affezione, carezza (σαν στοργικός)
το νεκροταφείο
il cimitero
η αράδα
la fila, infilata, riga (σαν αραδιάζω)
η απαρτία
il plenum, quorum, numero legale (η α... ία)
ο βρικόλακας
il vampiro (σαν βρικολακιάζω)
αντιμιλώ
contraddire, ribattere, rispondere con insolenza (σαν αντιμίλημα)
γλυκαίνω
addolcire (σαν γλυκός)
αποφοιτώ
laurearsi, conseguire la laurea (σαν αποφοίτηση)
το λοφίο
il cimiero; la pennacchiera (το λ... άσχετα, μοιάζει με λόφος)
ο εφοπλιστής
l'armatore (σαν εφοπλισμός)
βιαστικός
frettoloso (σαν βιαστής)
ξυρίζομαι
radersi, farsi la barba (σαν ξύρισμα)
το μεγαλείο
il fasto, la magnificenza (το μ... σαν μεγαλειότητα)
αφορολόγητος
non tassato, esente da imposte
άναυδος
esterreffatto, ammutolito
τα αντίποινα
la rappresaglia, ritorsione (τα... αντί + ποινή)
εδαφικός
territoriale (σαν εδάφιο/έδαφος)
αναθέτω
affidare, commissionare, dare l'incarico (σαν ανάθεση)
ξαναγυρίζω
ritornare, tornare indietro (σαν γυρίζω + ξανα)
το πείσμα
il dispetto, puntiglio; la caparbietà, ostinazione, pervicacia (σαν πεισματώνω)
το βάσανο
il tormento, la tortura (το β... σαν βασανίζω)
ταραγμένος
smarrito, agitato, irrequieto (από ταράζω)
το μάλαμα
l'oro (σαν μαλαματένιος)
η διορία
il termine (di tempo), scadenza (σαν διορίζω)
η δυσφορία
il disappunto, malcontento (σαν δυσφορώ)
γονατιστός
chino, inginocchiato (σαν γονάτισμα)
βαστώ
reggere, portare, durare (σαν βαστάζος)
το ξημέρωμα
l'alba (ξ...)
το αγιάζι
il freddo mattutino (το ... μοιάζει με αγιάζω χαχα!)
άτιμα
obbrobriosamente (ά... χωρίς τιμή)
το κερί
la cera; candela, il cero
η αλληλογραφία
la correspondenza (σαν αλληλογραφώ)
πιλατεύω
seccare, scocciare, rompere le scatole (π...)
νηστικός
a digiuno/ a stomaco vuoto (σαν νηστεία)
άχαρος
sgraziato, goffo (ά... μοιάζει με χάρη)
περιχύνω
versare, coprire/ricoprire (es. torta); circonfondere (π... + χύνω)
σιχαίνομαι
detestare; provare disgusto/schifo
καλοστεκούμενος
abbiente, benestante; che si mantiene bene/ è in buona salute (καλά + στέκομαι)
αδιαφορώ
disinteressarsi, essere indifferente (σαν αδιάφορος)
παλουκώνω
impalare (το παλούκι)
κοπανώ
battere/sbattere (panni); pestare; (fig) ripetere sempre le stesse cose (μοιάζει με κοπάνα)
πολεμοχαρής
bellicoso, battagliero (σαν πολεμόχαρος)
ο κεφαλαιούχος
il finanziere (σαν κεφαλαιουχικός)
ο κουβάς
il secchio (κου...)
τολμηρός
audace, spavaldo (σαν τολμώ/τόλμη)
ζαχαρώνω
zuccherare
κανακάρης
cocco, coccolo, prediletto (κα...)
εκπολιτίζω
civilizzare, urbanizzare, incivilire (σαν εκπολιτισμός)
προφταίνω
fare in tempo, riuscire (προ + φταίνω)
το μαντίλι
il fazzoletto
τυλίγω
avvolgere (σαν τύλιγμα)
η οικουμένη
l'ecumene, il mondo intero (ο...)
η τρώγλη
la tana, la caverna (σαν τρωγλοδύτης)
η αμφίεση
l'abbigliamento (αμφ...)
μεταμφιέζομαι
mascherarsi, travestirsi (σαν μεταμφίεση)
απονέμω
conferire, attribuire, assegnare (α... νε...ω)
αείμνηστος
(di morti) degno di eterna memoria, compianto, indimenticabile (αεί...)
αποσύρω
arretrare, ritirare; chiudere un conto (σαν απόσυρση)
οργώνω
arare, solcare (σαν όργωμα)
φορτικά
importunamente (σαν φορτικός)
επίμονα
con insistenza (σαν επίμονος)
ειρηνικός
pacifico (σαν ειρήνη)
αλιτήριος
birba, farabutto (αλιτ...)
η ακαταστασία
il disordine, casino, sciatteria (α... σαν κατάσταση)
αργοκίνητος
ignavo, indolente, lento (σαν αργοκινώ)
ο συναγωνισμός
la concorrenza (συναγωνίζομαι)
μηνιαίος
mensile (σαν μήνας)
έξαλλος
furioso, pazzesco, stravagante (σαν εξαλλοσύνη)
δραστήριος
attivo, energico (από δράση)
υποχωρώ
cedere; (mil.) ritirarsi (σαν υποχώρηση)
το ανδρόγυνο
l'androgino
η κατανόηση
la comprensione (σαν κατανοώ)
αμοιβαίος
reciproco (σαν αμοιβαιότητα)
ο σατράπης
il satrapo
μουλωχτός
gattamorta, acqua cheta (μουλω...)
θαρρώ
immaginare, supporre (θ... μοιάζει με θάρρος)
λυγιστός
lezioso, smorfioso (σαν λυγίζω)
κουνιστός
ondeggiante (κ...)
ο ατσίδας
il politicone (α...)
ξεμπροστιάζω
sfatare, smascherare, svergonare (ξ... μοιάζει με εμπρός)
μουχλιάζω
ammuffire, immucidire
παστώνω
salare, salmistrare (π...)
διαισθάνομαι
intuire (σαν διαίσθηση)
το στριμωξίδι
la pigiata (σαν στριμώχνω)
θεωρητικός
teorico
κλονίζω
scossare, peggiorare, sciabordare (σαν κλονισμός)
ώριμος
maturo
η στρίγκλα
la strega (σ...)
η λάμια
la lamia
ηθικός
morale, etico
ζαχαρένιος
dolce, zuccherino, zuccheroso
αγνώριστος
irriconoscibile (από γνωρίζω)