Level 23 Level 25
Level 24

2301 - 2400


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
επιβλητικός
imponente (σαν επιβλητικότητα)
η διάρθρωση
l'articolazione (δ...)
η διοίκηση
l'amministrazione
ο διορισμός
la nomina, il decreto di nomina (σαν διορίζω)
αρραβωνιάζομαι
fidanzarsi
εκλεπτυσμένος
raffinato, affinato (από εκλεπτύνω)
εκφωνώ
pronunciare, sonorizzare, proferire (ε... σαν φωνή)
δεν ξέρω πού πάνε τα τέσσερα
non sapere quanto fanno due più due
ο χείμαρρος
il torrente (σαν χειμαρρώδης)
ο φίλαθλος
il tifoso, sostenitore di una squadra (sport) (φίλος + άθλος)
διαφεύγω
sfuggire, scappare (σαν διαφυγή)
φαντασιόπληκτος
fantasioso, fantasticone (solo per persone) (σαν φαντασιοπληξία)
παραστρατώ
deviare dalla retta via, sviarsi (σαν παραστράτημα)
η φωλιά
il nido (σαν φωλιάζω)
η παρότρυνση
l'incitamento, l'esortazione, il pungolo (σαν παροτρύνω)
ο ίλιγγος
la vertigine (σαν ιλιγγιώδης)
αδιάθετος
indisposto
η λογομαχία
l'altercazione, logomachia (σαν λογομαχώ)
παρίσταμαι
essere presente, assistere (μοιάζει με παριστάνω)
η πανούκλα
la peste
ο αντίζηλος
l'opponente, rivale (con invidia) (σαν αντιζηλία)
αντιθέτως
al contrario, anzi (σαν αντίθετος)
το κουβάρι
il gomitolo (σαν κουβαριάζω)
ως εξής
come segue; nel modo seguente
σαχλαμαρίζω
chiacchierare (σαν σαχλαμάρα)
ο σύλλογος
l'associazione (ο σ... σαν συλλογικός)
υποτιμητικός
spregiativo, derogativo, depressivo (σαν υποτίμηση)
προσβλητικός
offensivo (σαν προσβολή)
εφάπαξ
una tantum
η σοφιστεία
il sofisma
η συνεισφορά
l'apporto, concorso, contributo (σαν συνεισφέρω)
εξισώνω
equalizzare, parificare, accomunare (σαν εξίσωση)
το πατίνι
il monopattino, pattino
σκαλίζω
incidere, scolpire, intagliare (σαν σκάλισμα)
η ανωμαλία
l'anomalia (σαν ανώμαλος)
το κουμάντο
il comando (κ... = σχέδον όπως στα ιταλικά)
το απόκτημα
l'acquisizione (σαν αποκτώ)
η διανομή
la distribuzione, spartizione (σαν διανομέας)
ο αναστεναγμός
il lagno, sospiro (ο α... σαν αναστενάζω)
η ανεκτικότητα
la tolleranza, l'indulgenza (σαν ανεκτικός)
ξαλαφρώνω
alleggerire, sgravare (ξ...)
η αλογοουρά
la coda di cavallo
το κάμωμα
la smanceria, il lezio (σαν κάμω)
ανεφάρμοστος
inapplicabile (α... από εφαρμόζω/εφαρμογή)
ο ταραχοποιός
l'agitatore, chiassone (ταραχή + ποιός)
ο σοσιαλισμός
il socialismo
απρομελέτητος
impremeditato, indeliberato (α + προμελέτη)
διαταράσσω
turbare, disturbare, perturbare (σαν διαταραχή)
η εξακρίβωση
l'accertamento (σαν εξακριβώνω)
ξεβρακώνω
denudare, sbracare (σαν ξεβράκωμα)
αλλήθωρος
bieco, guercio, strabico (α...)
η βεντούζα
la ventosa
η ανάκριση
l'interrogatorio
το ερίφιο
il capretto
η συγκοινωνία
la comunicazione; i mezzi di trasporto pubblici (σαν συγκοινωνιακός)
η ομοσπονδία
la confederazione, lega (σαν ομοσπονδιακός)
πεισματώνω
incaparbirsi (σαν πεισματάρης/πεισμάτωμα)
ο λιποτάκτης
il disertore
η παράκληση
(rel.) la preghierala supplica (όχι προσευχή)
εξιλαστήριος
espiatore, propiziatore (σαν εξιλασμός)
το κουμάσι
il mascalzone, farabutto (το κ... μοιάζει λίγο με κουμαριά)
κατηφορίζω
scendere, discendere; declinare (σαν κατηφόρα)
αμετάκλητος
irreversibile, irrevocato (αντ. μετακλητός)
το γινάτι
la ripicca, pervicacia (το γι...τι)
το ραβασάκι
il biglietto galante (ca răvaş)
η κακοήθεια
la cattiveria, la nefandezza
η γαλήνη
la calma, serenità (γ...)
παραιτούμαι
dimettersi (σαν παραίτηση)
ο εργοδότης
il datore di lavoro (σαν εργοδοσία)
η αντίρρηση
l'obiezione (σαν αντιρρητικός)
διαλυτικός
dialitico, dissolvente (σαν διάλυμα)
ανάγωγος
screanzato, maleducato (σαν αναγωγή)
εξάπτω
acutizzare, incitare, infiammare (μου εξάπτει τη φαντασία)
αδικαιολόγητος
ingiustificabile, ingiusto (σαν δικαιολογία)
ο υποσταθμός
la sottostazione (ο υ... σαν υποστάθμη)
πολιορκώ
assediare (σαν πολιορκία)
καταβρέχω
annaffiare, spruzzare (qualsiasi cosa)
έμμονος
ossessivo, persistente, fisso
γνωστικός
conoscitivo; assennato (σαν γνώστης/γνωστός)
η προσφώνηση
l'allocuzione, il discorso solenne (σαν προσφωνώ)
το σφάλμα
l'errore, lo sbaglio (σ...)
το σύμπλεγμα
il complesso (psich); (arte) gruppo figurativo; viluppo, groviglio (σαν συμπλεγματικός)
ανεπρόκοπος
lazzarone, sfaticato, buono a nulla (nepricopsit) (α + προκοπή)
άμυαλος
scervellato, sciocco (σαν αμυαλιά)
ο φουκαράς
il povero cristo/diavolo; poveraccio (ο φ...ς σαν φουκαριάδης)
ο ρήτορας
il retore, allocutore
ο αγαθιάρης
il semplicione, sempliciotto, credulone (σαν αγαθός)
σμίγω
mischiare, (di persone) incontrarsi (σ...)
η καλοπέραση
la vita comoda (σαν καλοπερνώ)
στερνός
che viene dopo, successivo; estremo, ultimo (σ... σαν στερνοπαίδι)
επιφυλάσσω
riservare (σαν επιφύλαξη)
η ιτιά
la salice (bot.) (ι... ά)
κολακεύω
lusingare (σαν κολακεία)
το τρελοκομείο
il manicomio (το τ... κομείο)
το έμβασμα
la rimessa di denaro (σαν εμβαστικός)
το προτέρημα
il pregio, merito, vanto (π...τέ...)
η λόρδα
la gran fame, fame da lupo (άσχετα, μοιάζει με λόρδος)
φιλότιμος
che ha dell'amor proprio/senso della propria dignità (σαν φιλοτιμία)
καταδεκτικός
condiscendente, accondiscendente (σαν καταδεκτικότητα)
πεθυμώ
desiderare, avere un gran desiderio di, sentire mancanza, nostalgia (π...)