Level 22 Level 24
Level 23

2201 - 2300


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
παρασύρομαι
essere travolto, trascinato; andare alla deriva (σαν παρασύρω/παρασέρνω)
λυπητερός
triste, pietoso (σαν λύπη)
γρουσούζης
sciagurato, menagramo (σαν γρουσουζιά)
οικονομώ
fare economia, risparmiare (σαν οικονομία)
χώνω
ficcare, infiggere, infilzare (μοιάζει με χωνί)
προπαντός
anzitutto, sopra ogni cosa (σαν προπάντων, αλλά τελειώνει σε -ός)
δραπετεύω
scappare (dalla prigione) (σαν δραπέτευση)
η συνοδεία
la scorta; (mus.) l'accompagnamento (σαν συνοδεύω)
δόλιος
subdolo, perfido, fraudolento, sleale (σαν δολιότητα)
περαστικός
(cose) passeggero; (persone) di passaggio (σαν περαστικά!)
η επιείκεια
la clemenza, indulgenza (σαν επιεικής)
η λεπτότητα
la sottigliezza; la finezza (σαν λεπτός)
το κρατητήριο
la guardina, prigione (το κ... κρατώ/κρατηση +-τήριο)
το πρόσχημα
il pretesto (σαν προσχηματικός)
ο μπατίρης
il fallito, squattrinato (σαν μπατιρίζω)
αμοιβαία
reciprocamente, vicendevolmente (σαν αμοιβαίος)
προσφωνώ
rivolgere un saluto ufficiale, pronunciare un'allocuzione (σαν προσφώνηση)
ουδέτερος
neutrale (σαν ουδετερότητα)
το δυστύχημα
la disgrazia, l'incidente (το δ...σαν δυστυχία)
ο παρατηρητής
l'osservatore, vigilatore (σαν παρατηρώ)
η ποικιλία
la varietà (σαν ποικίλος)
το περιβάλλον
l'ambiente (σαν περιβαλλοντικός)
μουντάρω
irrompere, piombare; scaraventarsi (μοιάζει με σαν μοντάρω)
η αποκλειστικότητα
l'esclusiva; esclusività, esclusivismo; unicità (σαν αποκλειστικός)
σιροπιάζω
amoreggiare; sciroppare (από σιρόπι)
πένθιμος
funebre, funereo (σαν πενθώ)
ο πλοίαρχος
(mar.) il capitano (πλοίο + - αρχος)
ζυγίζομαι
pesarsi (σαν ζυγίζω)
ξεπέφτω
decadere; ridursi a (ξ... + πέφτω)
αιωνίως
in eterno, perpetuamente (α...ως, σαν αιώνια)
η λαχτάρα
la brama; lo spavento, l'ansia (σαν λαχταρώ/λαχταρίζω)
η παντρειά
il matrimonio (η π... ά \σαν παντρεύομαι)
η αίγλη
il lustro, prestigio; fama (η αί...)
η πελατεία
la clientela (σαν πελάτης)
διαδίδω
diffondere, trasmettere (σαν διάδοση)
παλαβός
forsennato, squilibrato, frenetico (σαν παλαβώνω/παλαβιάρης)
συμμαζεύω
raccogliere, riordinare, tenere a freno (σαν συμμάζεμα)
αδέκαρος
senza un soldo, spiantato (σαν αδεκαρία)
αμύθητος
incomputabile (αμύ... άσχετα, μοιάζε με μύθος)
το χαρέμι
l'arem, il serraglio (χ...)
το ταγάρι
la sacca (τ... μοιάζει με ταγκάρω)
το σεντούκι
la cassapanca (σεντ...)
θίγω
oltraggiare, danneggiare, sfottere (θί..)
η καταδεκτικότητα
la condiscendenza, degnazione (σαν καταδέχομαι)
αφελής
ingenuo (σαν αφέλεια)
πρησμένος
gonfio (από πρήζω/πρήξιμο)
η υπερκόπωση
la spossatezza, l'esaurimento fisico (υπερ + κόπωση)
οι υπερωρίες
le ore straordinarie (lavoro) (υπερ + ώρα)
ο ξενοδόχος
l'albergatore (σαν ξενοδοχείο)
ο αλήτης
il vagabondo (σαν αλητεύω)
το στρείδι
l'ostrica (σ...)
παραφέρομαι
uscire dai gangheri; perdere le staffe (να παραφερθώ)
η γκαζιέρα
il fornello a gas (η γκ... σαν γκάζι)
μυρίζομαι
fiutare; subodorare (σαν μυρίζω)
η προκαταβολή
l'acconto, l'anticipo (σαν προκαταβάλλω)
χορταστικός
che sazia/riempie (σαν χορτασμός/χορταίνω)
ελεεινός
pietoso (σαν έλεος)
εκνευρισμένος
innervosito (από εκνευρίζω)
η επιπολαιότητα
la superficialità, leggerezza (σαν επιπόλαιος.)
φρενοβλαβής
demente, matto (φρένο + βλάβη)
διανοητικός
intelettivo, intelettuale (σαν διανοητικότητα)
η προτίμηση
la preferenza (σαν προτιμώ)
ανατινάζω
forzare, scassare, far saltare (σαν ανατίναξη)
η αυστηρότητα
l'austerità; la fiscalità (σαν αυστηρός)
αναίσθητος
privo di sensi; (fig.) indifferente (σαν αναισθησία)
ο ναύαρχος
l'ammiraglio; navarco (σαν ναυαρχία)
το κολέγιο
il collegio
καταγγέλλω
denunciare (σαν καταγγελία)
η σκούφια
la cuffia; la scuffia (η σ... σαν σκουφί/σκούφος)
ο μπάσταρδος
il bastardo (σαν μπασταρδεύω)
η διχοτόμηση
la dicotomia, scissione, bipartizione (σαν διχοτομώ/διχοτομία)
επισήμως
ufficialmente (σαν επίσημος)
τακτικά
abitualmente, regolarmente (σαν τακτικός)
αντίστροφος
inverso, rovesciato (come αντιστρέφω)
καρδιακός
cardiaco (καρδιά)
το υποβρύχιο
il sommergibile (σαν υποβρύχιος)
το θραύσμα
la scheggia; detrito, frammento (schijă) (το θ... σαν η θραύση)
η οβίδα
l'obice; la bomba, il proiettile (οβ... όπως οβιδοβόλο)
ανένδοτος
ostinato, irremovibile (ανέ... που δεν ενδίδει)
προκόβω
progredire (σαν προκοπή)
η αφεντιά
la signorilità, attitudine di capo (σαν αφέντης)
φίσκα
strapieno, rigurgitante (σαν φισκάρω)
η βιασύνη
la fretta (σαν βιαστικός)
πρόστυχος
volgare (σαν προστυχεύω)
η αντλία
la pompa (σαν αντλώ)
η ανάμιξη
la commistione, mescolanza (σαν ανάμικτος)
δήθεν
come se fosse/con la scusa di (δή...)
προοδεύω
fare progressi, progredire (σαν πρόοδος)
η δεξίωση
l'accoglienza, il ricevimento; té (σαν δεξιώνομαι)
ευώδης
fragrante, odorante (σαν ευωδιά)
η λιμνοθάλασσα
la laguna (λίμνη + θάλασσα)
διεκπεραιώνω
compiere, perfezionare, sbrigare (σαν διεκπεραίωση)
το ηνίο
la briglia (σαν ηνίοχος)
σχετικά
relativamente (σαν σχετικός)
η κατοχύρωση
la denominazione di origine controllata, salvaguardia, tutela (σαν κατοχυρώνω)
ο πραγματογνώμονας
il perito; lo stimatore, gustatore (σαν πραγματογνωμοσύνη)
η αφρόκρεμα
la creme, elite (αφρός + κρέμα)
μετριόφρων
modesto, umile (σαν μετριοφροσύνη)
αναγγέλλω
annunciare (σαν αναγγελία)
η παράφραση
la parafrasi (παραφράζω)