Level 21 Level 23
Level 22

2101 - 2200


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
η έλξη
la trazione; (fig.) attrazione
το ξεγλίστρημα
il guizzo, movimento rapido e brusco (σαν ξεγλιστρώ)
η περίπολος
la pattuglia
προλαβαίνω
fare in tempo, raggiungere; anticipare, prevenire (αορ. πρόλαβα)
η μετάθεση
il trasferimento
το παράσημο
la medaglia; distintivo, decorazione (παρά + σήμα)
η επιθεώρηση
l'ispezione
η προδοσία
il tradimento (σαν προδότης)
ο συνταγματάρχης
il colonnello (μοιάζει με σύνταγμα)
το στραβάδι
l'esordiente, il marmittone; il recluta (άσχετα, μοιάζει με στραβίζω)
κινδυνεύω
essere in pericolo
η πρόθεση
il proposito, l'intenzione (σαν προθετικός)
γαργαλώ
solleticare (σαν γαργάλισμα)
ο αυτοσεβασμός
il rispetto di se stesso; dignità
ζόρικος
rissoso, difficile (σαν ζόρι)
απογίνομαι
peggiorare; riaggravarsi; scadere (α... με γίνομαι)
μαίνομαι
infierire, imperversare; scatenarsi (σαν μανιάζω)
προσδένω
fissare, legare (σαν πρόσδεση)
κλυδωνίζομαι
(mar.) essere sballottato; (fig.) essere in crisi/sconvolto (κ...)
άθελα
senza volere, involontariamente
βογκώ
mugolare, lagnarsi (βόγκος)
επαληθεύω
comprovare, verificare, confermare (σαν επαλήθευση)
συντρίβω
sfracellare, schiacciare (σαν συνετρίβομαι)
η πλοήγηση
il pilotaggio
σκορπίζω
spargere, sparpagliare; diffondere (σαν σκορπισμός)
με το τουλούμι
a dirotto, alla dirotta (τουλούμι)
διεισδύω
penetrare; (fig.) infiltrarsi (σαν διείσδυση)
αποζημιώνω
compensare; indennizzare
παραλαμβάνω
ricevere (aorist. παρέλαβα)
η αποσκευή
il bagaglio (α... ή)
τελωνειακός
daziario; doganale
το λαθρεμπόριο
il contrabbando (λαθραίος + εμπόριο)
το συνάλλαγμα
il cambio, la valuta estera (το σ... μοιάζει με συναλλαγή)
ασύμφορος
sconveniente, vantaggioso, che manca di convenienza economica (σαν σύμφορος)
η ισοτιμία
l'equivalenza; (econ.) la parità (σαν ισότιμος)
αντικατοπτρίζω
riflettere, rispecchiare (σαν αντικατοπτρισμός)
το τόπι
la palla; (tessile) la pezza
η τσαχπινιά
l'impertinenza; la procacità (σαν τσαχπίνης)
η τορπίλη
la torpedine, siluro (σαν τορπιλίζω)
αμολώ
mollare (αμ...ώ)
μασώ
masticare (σαν μάσημα)
εκρήγνυμαι
scoppiare (ε... σαν έκρηξη)
διατρέχω
scorrere (σαν διατρέχω)
πληροφορώ
informare (σαν πληροφορία)
τα λύτρα
il riscatto
αιχμάλωτος
ostaggio, prigioniero (σαν αιχμαλωτίζω)
ώσπου
finché
καταβάλλομαι
debilitarsi, perire; accasciarsi (κ... σαν καταβάλλω)
ο χοίρος
il maiale (ο χοί...)
αντιστρέφω
invertire, capovolgere (σαν αντιστροφή)
το κότερο
il panfilo, yacht
το δειλινό
il tardo pomeriggio
γενικώς
generalmente (γ...ς)
μήπως
forse; per paura che
αρκούμαι
contentarsi, accontentarsi (α... σαν αρκετά)
απογοητεύομαι
scoraggiarsi; demoralizzarsi; rimanere male (σαν απογοήτευση)
έστω
se; putacaso; transeat
ο δόκιμος
l'aspirante; provato; sperimentato
ο διοικητής
l'amministratore
οριστικώς
nettamente (ο...ς)
σφίγγω
stringere (σ...)
ο μυταράς
il nasone (persona) (σαν μύτη)
η πάθηση
l'affezione, malattia (π... σαν παθαίνω)
ξενιτεύομαι
emigrare, espatriare; spatriarsi (σαν ξενιτεμός)
ημιτελής
incompiuto; fatto a metà (μοιάζει με ημιτελικός)
άξαφνα
repente (σαν άξαφνος)
ξεριζώνω
sradicare
η κατάδυση
l'immersione (σαν καταδύομαι)
ξαγρυπνώ
stare sveglio, non dormire la notte (σαν ξαγρύπνια)
εκπαιδευτικός
istruttivo; didattico, educativo (ε...)
προπάντων
sopratutto (π...ν)
τρυπώνω
rintanarsi (σαν τρύπα)
η μαυρίλα
la nerezza; lutto, tristezza
καταντώ
far diventare, ridursi; diventare (σαν κατάντημα)
απόρρητος
segreto (α...)
ο ιπποτισμός
la cavalleria (comportamento)
η εχεμύθεια
la discrezione (σαν εχέμυθος)
η νάρκη
il torpore; (mil.) mina (ν...)
η διάλυση
la dissoluzione; (fig.) lo scioglimento (σαν διαλύω)
βαρώ
battere; suonare (campanella) (β...)
το συσσίτιο
il rancio; la mensa (σ...)
ευπειθώς
ubbidientemente (σαν ευπειθής)
το τσούρμο
la ciurma; attruppamento (τσ...)
η αρβύλα
lo scarpone
ο ασπασμός
l'abbraccio; bacio (α...)
συντομεύω
accorciare, abbreviare; riddure, accelerare (σαν συντόμευση)
η λέμβος
la barca; canotto (η λ... σαν λεμβοδρομία)
αλίμονο
ohimè, guai, deh
η λεχώνα
la puerpera (λε...)
αιφνιδιάζω
far trasalire; stupefare (σαν αιφνιδιασμός)
η σύμπτωση
la coincidenza, combinazione, caso (η σ... μοιάζει με σύπτωμα)
παρελαύνω
sfilare, marciare; incolonnarsi (σαν παρέλαση)
το παράπτωμα
l'infranzione; l'errore, fallo (π...)
ξυπόλυτος
a piedi nudi
ο δυνάστης
il dinasta
ξεφυτρώνω
germogliare, spuntare (ξ... + φυτρώνω)
περιποιούμαι
prendersi cura di, accudire (σαν περιποίηση)
φανταχτερός
sgargiante, sfarzoso (φ... -ρός, μοιάζει λίγο με φαντασία/φαντάζομαι)
η διαβίωση
il modo di vivere, vita, esistenza (σαν διαβιώνω)
το γραμμάτιο
la cambiale (όχι συναλλαγματική, γ....)