Level 20 Level 22
Level 21

2001 - 2100


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
ο κόμης
il conte
η δικαιολογία
la giustificazione
βλάπτω
guastare; nuocere
έπειτα
poi (έ...)
το πούρο
il sigaro
το μπαστούνι
il bastone; (carte) picche
αποπαίρνω
rampognare, rimproverare (α... με παίρνω)
η πείρα
l'esperienza (όχι εμπειρία, αρχίζει με π...)
ο θυρωρός
il portiere; portinaio
λοξά
di sbieco, obliquamente, a sghembo (σαν λοξός)
η ευθυμία
l'allegria, il buonumore (σαν εύθυμος)
προοδευτικός
progressista; progressivo
ο αναχρονισμός
l'anacronismo; l'anticaglia
η διαπίστωση
la constatazione, l'accertamento (σαν διαπιστώνω)
η λάμψη
la brillantezza (σαν λαμπερός/λαμπρός)
αναγνώριστος
irriconoscibile (σαν αναγνωρίζω)
ο διακοσμητής
l'arredatore (σαν διακοσμώ)
υποφερτός
passabile, tollerabile, sopportabile (σαν υποφέρω)
το έθιμο
l'usanza, il costume; (dir.) l'uso, la consuetudine (σαν εθιμικός)
το ανάστημα
la statura (το ανά...)
αυθάδης
impudente; sfrontato; insolente (αυθαδιάζω)
καθωσπρέπει
decoroso, come si deve (σαν καθωσπρεπισμός)
χλωμιάζω
impallidire; cambiare colore (σαν χλωμός)
το τροπάριο
il tropario; canto di chiesa
το φιλοδώρημα
la mancia (σαν φιλοδωρώ)
ο συνωστισμός
la pigiata, affollamento (σαν συνωστίζομαι)
η σέσουλα
la sessola, sassola; secchia di colata
εκλεκτός
scelto, selezionato (από εκλέγω)
η πλαστογραφία
il falso; il documento falso
συγκρατώ
trattenere, contenere (σαν συγκράτηση)
ο προλαλήσας
l'oratore/parlante precedente (προ + λαλώ)
άσωτος
prodigo, dissipatore (litt. senza salvezza)
ο ευεργέτης
il benefattore
ογκώδης
voluminoso (από όγκος)
η επεξεργασία
la lavorazione, l'elaborazione
νοσηλευτικός
infermieristico
συνυφαίνω
intrecciare, contessere (σ... + υφαίνω)
η παραίτηση
le dimissioni (σαν παραιτούμαι)
εφοδιάζω
fornire, rifornire (σαν εφοδιασμός)
η έκκληση
l'appello (έ...)
η προσδοκία
l'aspettativa (σαν προσδοκώ)
η απέχθεια
l'avversione, la ripugnanza (σαν απεχθάνομαι)
θωρακίζω
blindare, corazzare (σαν θώρακας)
κατεδαφίζω
abbattere, buttare giù (σαν κατεδάφιση)
ομόφωνος
concorde, unanime (σαν ομοφωνία)
προφυλακίζω
disporre la custodia preventiva (σαν προφύλαξη)
η ευθύνη
la responsabilità
η κατάληξη
l'esito; (gram.) la desinenza
η δικογραφία
gli atti processuali (σαν δικόγραφο)
απροστάτευτος
senza protezione, indifeso (α + προστατεύω)
ο θεσμός
l'istituzione (θ...)
μακάβριος
macabro
απουσιάζω
essere assente (σαν απουσία)
συνειδητά
scientemente (σαν συνείδηση/συνείδητος)
συσκοτίζω
obnubilare, oscurare (σαν συσκότιση)
η απολογία
l'apologia; l'argomento di difesa
σωματικός
corporeo, corporale
η εγκυρότητα
la validità; corso legale (σαν έγκυρος)
πειθαρχημένος
disciplinato (από πειθαρχώ)
αριστούχος
egregio; diplomato/laureato a pieni voti
εξασφαλίζω
assicurare, assicurarsi (σαν εξασφάλιση)
η ανάταση
l'elevazione (spirit.), braccia in alto (ginn.) (άσχετα, μοιάζε πολύ με ανάταξη)
σεβάσμιος
rispettabile; augusto, venerabile (σαν σεβασμός)
σουρώνω
scolare
φημίζομαι
essere famoso (από φήμη)
η σταδιοδρομία
la carriera professionale (σ...)
η διάθεση
la disposizione (από διαθέτω)
η σκασίλα
il dispiacere; rompimento (σ...)
διευκρινίζω
chiarire, precisare (σαν διευκρίνιση)
η αμέλεια
la negligenza, incuranza, disinteresse (σαν αμελώ)
καμαρώνω
ammirare con compiacimento
στοιχειώδης
elementare (σαν στοιχείο/στοιχειώνω)
ιδροκοπώ
sudare, sfaticarsi; faticare (σαν ιδροκόπημα)
επωφελούμαι
approfittare; giovarsi (ε...)
το θηρίο
la fiera (animale) (το θ... ο)
ατίθασος
indomabile (σαν ατιθάσευτος)
καλοπιάνω
lusingare; prendere con le buone (σαν καλόπιασμα)
νόστιμος
saporito, gustoso
η ανατροφή
l'allevamento, la crescita (dei bambini), l'educazione (α...)
ανάστατος
sconvolto, tormentato, inquieto (α...)
το χαστούκι
lo schiaffo
επιπόλαιος
superficiale; affrettato (όχι επιφανειακός)
η επίγνωση
la consapevolezza, coscienza (από επί + γνώση)
το επιχείρημα
l'argomento (σαν επιχειρώ/επιχειρηματίας)
προΐσταμαι
dirigere, essere a capo (π... σαν προεστός)
η παρεξήγηση
il malinteso, l'equivoco (σαν παρεξηγώ)
η επιχείρηση
l'impresa; l'operazione; azienda (σαν επιχειρηματίας)
το λογιστήριο
la ragioneria, l'ufficio contabilità
προσοδοφόρος
redditizio (πρόσοδος+ φόρος)
το απολυτήριο
la licenza (milit.) (απολυτήριος)
αντικρίζω
trovarsi di fronte, vedere davanti a sé (σαν αντίκρισμα)
απρεπής
indecente, indecoroso (σαν απρέπεια)
αναιδής
impudente (σαν αναίδεια)
ανέξοδος
poco costoso; franco di spese (σαν έξοδο)
συμπίπτω
coincidere, concordare
αυθαδιάζω
insolentire, parlare/comportarsi con insolenza (σαν αυθάδης)
προβιβάζω
promuovere (σαν προβιβασμός)
η τέλεση
l'esecuzione, il compimento (σαν τελετή)
πρόχειρος
a portata di mano (π...μοιάζει με προχειρίζω)
παραβλέπω
omettere (σαν παράβλεψη)