Level 19 Level 21
Level 20

1901 - 2000


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
θερμός
caldo, caloroso, cordiale
το κουμπί
il bottone; (elett.) il pulsante
η διάσωση
il salvataggio, l'opera di salvataggio; la conservazione (monumento) (σαν διασώζω)
το κορδόνι
il cordoncino, stringa, filza
ποιοτικός
qualitativo
χάλκινος
di rame
το μαραφέτι
l'aggeggio, gingillo, nonnulla (marafet)
το λέιζερ
il laser
αναβοσβήνω
lampeggiare
προσχολικός
prescolare; prescolastico; prima di scuola
πρώτα
prima, dapprima (σαν πρώτος)
ο ποταμός
il fiume
το μελάνι
l'inchiostro
ξεχωριστός
separato, particolare
το πατάρι
il soppalco (πατά...)
η πρόσδεση
l'attaccatura, legatura; l'ormeggio (π...)
δίνω στα νεύρα
dare ai/sui nervi
παραπονιέμαι
lamentarsi
η ζημιά
il danno, il guasto, il pregiudizio (σαν ζημιώνω)
εξωγήινος
extraterrestre
εκρηκτικός
esplosivo, devastante (σαν εκρηκτικότητα)
εξοντώνω
sterminare, annientare (σαν εξόντωση)
το πακετάρισμα
l'imballaggio, l'impaccatura (σαν πακέτο)
το βαρέλι
il barile, la tinozza (σαν βαρελίσιος)
καταστρώνω
preparare minuziosamente, ideare (άσχετα, μοιάζει με κατάστρωμα)
ο ανεφοδιασμός
il rifornimento (σαν ανεφοδιάζω)
μπούρδες
fandonie!
υπεύθυνος
responsabile (σαν υπευθυνότητα)
το σημείο
il segno, punto (σαν σημείωμα/σημειώνω)
ασήμαντος
insignificante (σαν σημασία/σημαντικός)
σωπαίνω
tacere, stare zitto (σώπα!)
κλειδώνω
chiudere a chiave (σαν κλειδί)
παθιασμένος
appassionato (σαν πάθος)
αναβάλλω
rimandare (σαν αναβολή)
ταιριάζω
abbinare; (intr) andare d'accordo
η απάτη
l'inganno, la frode
η κατάθλιψη
la depressione; lo scoraggiamento (σαν καταθλιπτικός)
η εκπαίδευση
l'istruzione, l'ammaestramento (ε...)
ο ένορκος
il membro della giuria, giurato (εν + όρκος)
η τροχιά
l'orbita (astr.); la rotaia (ferrovie)
ο ανταποκριτής
il corrispondente (giorn.) (σαν ανταποκρίνομαι)
η νευρικότητα
la nervosità, l'irrequietudine (από νεύρα)
διαφέρω
differire, essere diverso (σαν διάφορος)
παρακάνω
strafare, esagerare (π...)
η ρουκέτα
il missile (ρου...)
η εκτόξευση
il lancio; partenza, scocco (σαν εκτοξεύω)
παραβγαίνω
competere, concorrere, rivaleggiare (π... σαν βγαίνω)
η εξέδρα
il palco, la tribuna (ε... σαν την ταβέρνα)
το σινιάλο
il segnale; (mar.) bandierina di segnalazione (σι... μοιάζει με την ιταλική λέξη)
τσούζω
pizzicare, frizzare, pungere, bruciare (σαν τσούχτρα/τσούξιμο)
το σπίρτο
il fiammifero; lo spirito, l'alcool
το κέντρο
il centro
η άδεια
il permesso, la licenza
δηλητηριάζω
avvelenare
κοντεύω
avvicinarsi; (fig.) stare per finire (σαν κοντά)
η ράμπα
la rampa; la predella
η ζούγκλα
la giungla
παράξενος
strano (σαν παραξενία)
τεντώνω τα πόδια
sgranchirsi le gambe
δε σου πέφτει λόγος
non intrometterti (πέφτω + λόγος)
το βάζω στα πόδια
darsela a gambe (βάζω + πόδι)
τα βεγγαλικά
i fuochi di artifici (τα β...)
το φράγμα
la barriera; diga
το κέρμα
lo spicciolo
η τσέπη
la tasca
ηλεκτροδοτώ
elettrificare
ο φωτιστής
l'illuminatore (σαν φώς)
τοξικός
tossico
το κορόμηλο
la prugnola (σαν κορομηλιά)
η εγγραφή
la verbalizzazione; l'iscrizione; l'archiviazione (σαν εγγράφω)
το χρέος
il debito; (fig.) dovere (σαν χρεώνω)
ο εκφοβισμός
lo spaurimento, l'intimidazione; la comminatoria
τοξικός
tossico
η αναμέτρηση
la competizione (η α...)
ο συγκάτοικος
il coinquilino; compagno di stanza (σαν συγκατοίκηση)
μελλοντικός
futuro
το κρέμασμα
l'impiccagione; la sospensione (το κ... σαν κρεμώ/κρεμάλα)
αποτυχαίνω
non riuscire; naufragare, andare giù (αποτυχία)
εμπνέω
ispirare (σαν έμπνευση)
αποτελεσματικός
efficace
η ιδιότητα
la proprietà, l'attributo, la peculiarità (σαν ιδιώτης / + - ότητα)
ηχηρός
sonoro; risonante (σαν ηχηρότητα)
η ένταση
la tensione
φανερός
chiaro, evidente (σαν φανερώνω)
καλύπτω
coprire; soddisfare (bisogno); fare la cronaca
προσομοιώνω
simulare (σαν προσομοίωση)
το σκιάχτρο
il cacciapassere; spaventapasseri; spauracchio
αναποφάσιστος
indeciso; irresoluto; titubante
ανεπιθύμητος
indesiderato, indesiderabile (αν... σαν επιθυμία)
μαδώ
defogliare, spelare; spennare
η εκκίνηση
la partenza (giochi, gare) (σαν εκκινητής)
αποκλείω
escludere; bloccare
η ανακοίνωση
la comunicazione, il comunicato (από ανακοινώνω)
η παραπλάνηση
la diversione, l'inganno; trompe l'oeil (σαν παραπλανώ)
διευρύνω
allargare, ingrossare, aumentare; spandere (δ...)
απερίσκεπτος
avventato; malaccorto; incauto (σαν απερισκεψία)
ο φράχτης
il recinto, la siepe, la cinta
αποδίδω
ridonare; addebitare, attribuire, restituire (από + δίνω/δίδω)
ζορίζω
costringere, sforzare (σαν ζόρι)
αμφισβητώ
mettere in dubbio; (giur.) contestare, impugnare (σαν αμφισβήτηση)