Level 17 Level 19
Level 18

1701 - 1800


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
τετελεσμένος
finito, compiuto (τετε.... από τελέω)
η ερμηνεία
l'interpretazione
ο αυτόπτης μάρτυρας
il testimone oculare
η κατάλυση
la catalisi; il crollo (σαν καταλύω)
διαπνέομαι
essere pervaso (di) (δια + πνεύμα)
ο Μεσαίωνας
il Medioevo
η οργάνωση
l'organizzazione (σαν οργανώνω)
η πρόοδος
il progresso
πνευματικός
spirituale
ο βίος
la vita (όχι ζωή)
η άνοδος
la salita; l'aumento
η διαίρεση
la divisione
ακμάζω
essere in auge; essere in fiore (σαν ακμή)
η επιρροή
l'influsso, l'influenza (ε... με ροή)
ο ιμπεριαλισμός
l'imperialismo
ενοποιημένος
unificato
η ομοιογένεια
l'omogeneità (σαν ομοιογενής)
η διαμόρφωση
la configurazione; la sistemazione (σαν διαμορφώνω)
επεξεργάζομαι
elaborare, rielaborare; ritoccare (σαν επεξεργασία)
η απεργία
lo sciopero
κοστολογώ
calcolare il costo; periziare, stimare
ερχόμενος
venturo, seguente, entrante (από έρχομαι)
επιτείνω
inasprire; acutizzare; riaggravare (ε...)
διπλωματικός
diplomatico
ανακαλώ
richiamare; ritrattare; revocare (σαν ανάκληση)
το δικαίωμα
il diritto (σαν δικαίώνω/δικαιώνομαι)
επίμαχος
controverso, polemico (επί + μάχη)
η αναφορά
il riferimento; il rapporto; la relazione (αναφέρω)
ο συνεργός
il complice (σαν συνέργεια)
έγκλειστος
segregato; recluso (σαν εγκλείω)
κρυπτογραφημένος
cifrato (σαν κρυπτογραφώ)
το αρχείο
l'archivio, il file
αποθηκεύω
immagazzinare, depositare
φορητός
portatile (από φέρω)
ηλεκτρονικός
elettronico
κατάσχω
confiscare, sequestrare; mettere sotto sequestro (σαν κατάσχεση)
η ταλαιπωρία
il tormento (τ...)
η φροντίδα
la cura, la preoccupazione
καταπονώ
affaticare, spossare, fiaccare (κατά + πονώ)
ακατάλληλος
inadeguato
η ακινησία
l'immobilità
διατροφικός
alimentario, alimentare, nutrizionale (δ...)
περιττός
superfluo (σαν περιττεύω)
βαρύνω
pesare, essere/riuscire gravoso (σαν βαρύς)
σχολαστικός
meticoloso, scrupoloso; scolastico (σαν σχολαστικότητα)
τακτικός
regolare; ordinario (σαν τακτικά)
βελτιώνω
ottimizare, migliorare (σαν βελτίωση)
η εικόνα
l'immagine, l'icona
ανάλαφρος
leggero, impalpabile (αν + μοιάζει με ελαφρός)
η διατροφή
l'alimentazione
ευεργετικός
benefico, di beneficenza
η ενυδάτωση
l'idratazione; l'annacquamento (σαυ ενυδατώνω)
επαρκώς
congruamente, convenientemente; sufficientemente (σαν επαρκής)
η απομάκρυνση
l'allontanamento (σαν απομακρύνω)
ενυδατώνω
idratare; annacquare (σαν ενυδάτωση)
αφυδατώνω
disidratare; deidratare; disseccare (σαν αφυδάτωση)
μειωμένος
menomato; ridotto; abbassato (από μειώνω)
η επούλωση
la cicatrizzazione; la guarigione; il risanamento (σαν επουλώνω)
η πληγή
la ferita; lesione; piaga
ο κνησμός
il prurito; (κατ) (κνη...)
το βαμβάκι
il cotone
η απορρόφηση
l'assimilazione, l'assorbimento (σαν απορροφητήρας)
η βαζελίνη
la vaselina
το συστατικό
l'ingrediente
το βάθος
la profondità; il fondo
παράλληλα
parallelamente
μαλακώνω
ammorbidire
η στιβάδα
l'ammasso (σ... άσχετα, μοιάζει με στιβάλι)
εισχωρώ
addentrarsi, penetrare (εις + χωρώ)
ο πυρήνας
il nucleo (σαν πυρηνικός)
διευκολύνω
agevolare
η απώλεια
la perdita (σαν απώλεσα)
ο παράγοντας
il dirigente (partito pol.); (mat.) il fattore (μοιάζει με παράγω)
αναπαραγωγικός
riproduttivo, riproduttore; generazionale (σαν αναπαραγωγή)
αδρανώ
stagnare; ristagnare (σαν αδρανής)
προμηθεύω
provvedere, procurare (σαν προμήθεια)
εντατικός
intenso, intensivo (σαν εντατικότητα)
η ξηρότητα
l'aridità; l'asciutezza, secchezza (σαν ξηρός)
άνετος
comodo, confortevole (σαν άνετα)
εκκεντρικός
eccentrico
στενός
stretto
έγκαιρα
in tempo (έ...α)
η πάροδος
il lasso; il passaggio, il parodo
επίμονος
insistente
χαλαρός
lasso, floscio, rilassato (σαν χαλάρωση)
σταθερός
stabile, fermo
τοποθετώ
collocare; (econ.) investire
ο πάτος
il fondo; la suola (ο π... μοιάζει με πάτουσα)
η κακοσμία
il cattivo odore (κ...)
δερμάτινος
di pelle
αποφεύγω
evitare (σαν αποφυγή)
συνθετικός
sintetico
ο δεκάλογος
il decalogo
καυτός
bollente; scottante (κ...)
απαραίτητος
indispensabile
συχνός
frequente (σαν συχνά/συχνότητα)
η χρήση
l'uso
η ελαφρόπετρα
la pietra pomice
τσουχτερός
pungente, tagliente (σαν τσούχτρα)
παράνομος
illegale (παρά + νόμος)