Level 16 Level 18
Level 17

1601 - 1700


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
ακίνητος
immobile, fermo
ξηρός
secco; arido, brullo
βουβαίνω
ammutolire, far tacere (σαν βουβός)
μαγεύω
stregare, incantare
η παγίδα
la trappola
αναπηδώ
balzare; rimbalzare (σαν αναπήδημα)
το πεδίο
il campo (π...)
η εξυπνάδα
l'intelligenza, spiritosità (σαν έξυπνος)
η μεταβολή
il cambiamento, la variazione (σαν μεταβάλλω)
ο όρκος
il giuramento
σκοτεινιάζω
abbuiarsi; incupirsi (σαν σκοτάδι)
ο εφιάλτης
l'incubo
ανακουφίζω
alleviare, risollevare (σαν ανακούφιση)
αμφιβάλλω
dubitare, avere dei dubbi (σαν αμφιβολία)
διορίζομαι
costituirsi, stabilirsi (δ...)
υποτάσσω
sottomettere (qcn altro) (σαν υποταγή)
εγχώριος
locale; indigeno; nativo (εν + χώρος)
άστοχος
che fallisce il bersaglio, mancato, fallito (σαν αστοχώ)
ο τόκος
(econ.) l'interesse
συνάπτω
contrarre (debito); collegare, stringere (σαν σύναψη)
η αφοσίωση
la dedizione, lealtà, fedeltà (αφ...)
ωφελώ
essere utile, giovare, essere vantaggioso (σαν ωφελούμενος)
τελώ
celebrare (τ...)
ο θρίαμβος
il trionfo (σαν θριαμβέυω)
η σύγκλητος
il senato, congresso (es. Roma antica) (σαν συγκλητικός)
απαρνούμαι
rinunziare; rinnegare; abiurare (απ...)
ο ιδιώτης
il privato (individuo)
αναχωρώ
partire, andarsene (σαν αναχώρηση)
το όργιο
l'orgia; (fig) lo scandalo
εξαγοράζω
comprare, corrompere (ε... σαν αγοράζω)
μεθοδεύω
pianificare, progettare, sistemare (μ...)
εγκαταλείπω
abbandonare (ε...)
μετέπειτα
indi, posteriormente, susseguentemente (μετά + έπειτα)
ο εραστής
l'amante
δημοφιλής
popolare
η εισαγωγή
l'introduzione; importazione (η ει...)
φιλοξενώ
ospitare
ακυρώνω
annullare
το εφόδιο
la provvista; (fig) il requisito (σαν εφοδιάζω)
ο σωρός
il mucchio, la massa (σαν σωρεύω)
το έλεος
la pietà
λεπτός
sottile; magro, snello (σαν λεπτό)
η καούρα
il bruciore, la pirosi
χαρακτηρίζω
caratterizzare
βασίζω
basare
προορισμένος
determinato, predestinato (από προορίζω)
αρχικά
originariamente; inizialmente, primariamente
η δημιουργία
la creazione
ιδρυτικός
costitutivo, istitutivo (από ίδρυμα)
ασχολούμαι
occuparsi (di) (όπως σε απασχολούμαι κλπ)
αιτιολογικός
causale, causativo (ling.) (σαν αιτιολογώ)
η έναρξη
l'inizio, il principio (έ...)
η λειτουργία
la funzione; il funzionamento; l'ufficiatura (σαν λειτουργώ)
διαθέτω
disporre; offrire; destinare (ec.) investire (σαν διαθέτης)
ανεξήγητος
inspiegabile
κενός
vacuo; vuoto (σαν κενώνω)
ορθολογικός
razionale, ragionato (σαν ορθολογισμός)
εμπλέκω
implicare, complicare, mischiare, imbrogliare (ε...)
αποκλείομαι
escludersi; barricarsi; esentarsi
πειστικός
convincente
μυθολογικός
mitologico
γενεσιουργός
generatore, ideatore, generazionale (σαν γένεση)
αμφίβολος
dubbioso, incerto (σαν αμφιβολία)
συχνά
spesso, di frequente (σαν συχνά)
το στοιχείο
l'elemento
ταυτόχρονα
intanto; contemporaneamente
η ιστορικότητα
la storicità
ανθρώπινος
umano (σαν άνθρωπος)
παραποιώ
contraffare; falsificare (σαν παραποίηση)
αποσπώ
staccare; estrarre
προφορικός
orale, verbale (σαν προφορά)
η διάδοση
la diffusione (σαν διαδίδω)
αβέβαιος
incerto
πλάθω
plasmare, dar forma, impastare (σαν πλάση)
προσδίδω
conferire (π... + δίδω)
το στήριγμα
l'appoggio; il sostegno (το σ... σαν στηρίζω)
ο διάλογος
il dialogo
η ταμπέλα
la tabella
ο καλικάντζαρος
lo gnomo; lo spiritello (κ...)
η ακροβασία
l'acrobazia; l'equilibrismo
ο προορισμός
la meta, la destinazione (σαν προορίζω)
η ειλικρίνεια
la sincerità; la franchezza (σαν ειλικρινής)
η εθνικότητα
la nazionalità (σαν έθνος)
κουραστικός
faticoso (σαν κούραση)
σκοτεινός
buio (σαν σκοτάδι)
ανιαρός
noioso (σαν ανιαρότητα)
το χρονικό
la cronica
ο πρόσφυγας
il profugo
η υποχρέωση
l'obbligo, l'impegno (σαν υποχρεώνω)
η κλίση
il pendio; l'inclinazione; (ling.) flessione (σαν κλίνω)
ενδιάμεσος
intermediario
φυλλοβόλος
caduco, deciduo (φύλλο + βολή/βόλος)
ενεργοποιώ
attivare; far funzionare; animare; attivizzare (σαν ενεργοποίηση)
φθινοπωρινός
autunnale
η παραπομπή
la referenza, il rimando, la citazione (σαν παραπέμπω)
η προϊστορία
la preistoria
η μελέτη
lo studio, il saggio (σαν μελετώ)
εστιάζω
focalizzare, mettere a fuoco
η καταγραφή
l'archiviazione; l'iscrizione (σαν καταγράφω)
ιδιωτικός
privato