Level 114 Level 116
Level 115

11401-11500


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
οι καστανιέτες
le castagnette, nacchere
το σοκάκι
il vicolo (σαν σοκακιάρης)
καπελώνω
mettersi il cappello, vendere a prezzi maggiorati; influenzare (σαν καπέλο)
ο τρωγλοδύτης
il troglodita (σαν τρώγλη)
εγγράφω
iscrivere, registrare (σαν εγγραφή)
η φοιτητική εστία
lo studentato, residenza studentesca (φοιτητής + εστία)
μονότονος
monotono (σαν μονοτονία)
το αναγνωστήριο
la sala di lettura (σαν αναγνωστής)
εκφράζομαι
esprimersi (σαν εκφράζω)
διοργανώνω
organizzare (σαν διοργανωτής)
το κτίσμα
l'edificio (το κ... σαν κτίση, όχι κτίριο)
η συμβατότητα
la compatibilità (σαν συμβατός)
ενοριακός
parrocchiale (σαν ενορία)
το παρακράτος
l'organizzazione illegale che agisce con la tolleranza dello stato (σαν παρακρατικός)
η ανηθικότητα
l'amoralità/immoralità (σαν ανήθικος)
η σταύρωση
la crocifissione (σαν σταυρώνω)
πλαστογραφώ
falsificare, contraffare, alterare (σαν πλαστογραφία)
ισότιμος
equivalente, di pari valore (σαν ισοτιμία)
η υπατεία
il consolato, la carica di console (σαν ύπατος)
το ισόγειο
il pianterreno (σαν ισόγειος)
ευρύχωρος
spazioso, ampio (σαν ευρυχωρία)
ζημιώνω
danneggiare, recar danno (σαν ζημιά)
η δοσοληψία
il dare e avere, il rapporto d'affari; la relazione reciproca (άσχετα, μοιάζει με δοσολογία)
λιγοστός
scarso, piuttosto poco (σαν λιγοστεύω)
η ισότητα
l'uguaglianza, la parità (αντ. ανισότητα)
ο αλυτρωτισμός
l'irredentismo (σαν αλυτρωτικός)
η επικάλυψη
la ricopertura, rivestimento (σαν επικαλύπτω)
ο οστρακισμός
l'ostracismo
ανεπαρκής
insufficiente, scarso (σαν ανεπάρκεια)
αποκτηνώνω
abbrutire (σαν αποκτήνωση)
η κωμικότητα
la comicità (σαν κωμικός)
η συμβατικότητα
il convenzionalismo, la convenzionalità (σαν συμβατικός)
η υπόληψη
la reputazione, considerazione (η υ... σαν υπολήπτομαι)
συνεπαρμένος
estasiato, rapito, trascinato (απο συνεπαίρνω)
το λαρύγγι
la laringe
εκλογικεύω
razionalizzare (σαν εκλογίκευση)
δικαιώνω
dar ragione, rendere giustizia (σαν δικαίωση)
μουδιάζω
intormentire, intorpidire; rimanere scioccato (σαν μούδιασμα)
ο μίσχος
(bot.) lo stelo (ο μίσ...)
αποσαφηνίζω
chiarire, delucidare, chiarificare (σαν αποσαφήνιση)
η επικεφαλίδα
l'intestazione, titolo (η ε... άσχετα, μοιάζει με επικεφαλής)
η αναπαλαίωση
il restauro (σαν αναπαλαιώνω)
η βρισιά
l'insulto, ingiuria (σαν βρίζω)
στερεοφωνικός
stereofonico (σαν στερεοφωνία)
ο κανονισμός
il regolamento (σαν κανόνισμα)
ο ένοικος
l'inquilino (ο έ... σαν ενοίκιαση)
αλληλογραφώ
essere in corrispondenza con qno, scriversi lettere (σαν αλληλογραφία)
εγκλείω
rinchiudere; includere, racchiudere (σαν έγκλειστος)
η σχολαστικότητα
pedanteria, pignoleria (σαν σχολαστικός)
προανακρίνω
fare un'interrogazione/un'inchiesta preliminare (σαν προανάκριση)
ο αυθορμητισμός
la spontaneità (σαν αυθόρμητος)
η επικόλληση
l'incollatura (σαν επικολλώ)
τιμολογώ
fissare il prezzo (σαν τιμολόγιο)
οικοδομικός
edilizio (σαν οικοδομή)
η ελεύθερη βούληση
(filos.) l'arbitrio (με βούληση)
επιβραβεύω
premiare, (σαν επιβράβευση)
άφοβος
intrepida, impavido (σαν άφοβα)
η ράχη
il dorso, la schiena (σαν ραχιαίος)
το αντίβαρο
il contrappeso (άντι + βάρος)
ο ιδεαλιστής
l'idealista
άσκοπος
senza meta/scopo (σαν άσκοπα)
η επίπλωση
l'ammobiliare, l'arredare (σαν έπιπλα/επιπλώνωs)
μαλαματένιος
d'oro (σαν μάλαμα)
καινοτομώ
introdurre novità/riforme (σαν καινοτομία)
η δημιουργικότητα
la creatività, capacità creativa (σαν δημιουργία)
η επισήμανση
l'enfasi, la segnalazione (σαν επισήμανση)
διαμένω
dimorare, soggiornare (σαν διαμονή)
ξεστρώνω
togliere la copertura (letto, sparecchiare) (σαν ξέστρωτος)
η μονιμοποίηση
la stabilizzazione (σαν μονιμοποιώ)
προεκτείνω
prolungare, estendere (σαν προέκταση)
η γεωπονία
l'agraria, l'agronomia (σαν γεωπόνος)
συντροφεύω
far/tenere compagnia (σαν σύντροφος)
το ενοίκιο
l'affitto, pigione (σαν ενοικιαστής)
η πειθώ
la persuasione, capacità di convinzione (σαν πείθω)
το φωνήεν
la vocale (dell'alfabeto) (φ...)
παράφορος
impetuoso, ardente, irruente (σαν παραφορά)
το σκάψιμο
lo scavo, la zappatura (το σ... σαν σκάβω)
ο προβολέας
il proiettore, riflettore (σαν προβολή)
το ψάξιμο
il cercare, frugare; la ricerca(το ψ... σαν ψάχνω)
ο βαφέας
il tintore; verniciatore (σαν βάφω)
η βίδρα
la lontra (zool.) (vidră)
ο κισσός
l'edera (bot.) (ο κι...)
το προσόν
la qualità, pregio, dote (πληθ. προσόντα)
η διεύθυνση
l'indirizzo, direzione (σαν διευθυντής)
αυτοκόλλητος
autoadesivo
η εποίκιση
il popolamento (σαν εποικισμός)
προτελευταίος
penultimo
προκατασκευάζω
prefabbricare (σαν προκατασκευή)
η σκίαση
l'ombreggiamento (σαν σκιά)
ξεπουλώ
vendere sotto costo, svendere (σαν ξεπούλημα)
η τυποποίηση
la standardizzazione, tipizzazione (σαν τυποποιώ)
καρδιολογικός
cardiologico
βρικολακιάζω
diventare un vampiro (σαν βρικόλακας)
κοινότοπος
banale, trito (σαν κοινοτοπία)
η προσωρινότητα
la provvisorietà, temporaneità (σαν προσωρινός)
ο αποπροσανατολισμός
il disorientamento (σαν αποπροσανατολίζω)
ο τυχοδιωκτισμός
l'opportunismo (σαν τυχοδιώκτης)
η κλιματολογία
la climatologia
ο κοινωνιολόγος
il sociologo (σαν κοινωνιολογία)
το στρώσιμο
la lisciatura, ravviamento (σαν στρώνω)