Level 113 Level 115
Level 114

11301-11400


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
ο λήθαργος
il letargo (ο λ... σαν ληθαργικός)
ενδόμυχος
recondito, intimo (ενδόμ...)
ρυτιδιασμένος
pieno di/con rughe (από ρυτιδιάζω)
ο πωλητής
il venditore, commesso (σαν πώληση)
διανυσματικός
(mat.) vettoriale (σαν διάνυσμα)
προορίζω
destinare, predestinare (σαν προορισμός)
καταθλίβω
deprimere, rattristare (σαν κατάθλιψη)
η ντοματιά
il pomodoro - la pianta!!! (σαν ντομάτα)
η λειψανοθήκη
il reliquiario (σαν λείψανα + θήκη)
το φλας
il flash
η φράντζα
la frangia (di capelli)
η περίμετρος
il perimetro
κοπιαστικός
affaticante, faticoso (σαν κοπιάζω)
το εσώρουχο
l'indumento intimo (εσω- + ρούχο)
χοντραίνω
ingrossare, ispessire (σαν χοντρός)
η λεμβοδρομία
la gara di canottaggio (λέμβος+ δρόμος)
ο βήχας
la tosse (σαν βήχω)
το μενταγιόν
il medaglione, ciondolo
το ρουμπίνι
il rubino
ο ασβεστόλιθος
la pietra di calcare, calcare (ασβέστι + λίθος)
περιμετρικός
perimetrale (σαν περίμετρος)
αυστραλιανός
australiano
ορθογώνιος
rettangolare (σαν ορθογωνικός)
υπαίθριος
che si trova o succede all'aperto (σαν ύπαιθρο)
η πρακτικότητα
la praticità (σαν πρακτική/πρακτικός)
το επιστύλιο
l'epistilio, architrave
ο χριστιανός
il cristiano
το διαπιστευτήριο
la (lettera) credenziale (δ... τήριο μοιάζει με διαπιστεύση)
ισραηλινός
israeliano
η πιατέλα
il piatto da portata, vassoio
αγιοποιώ
santificare, canonizzare (σαν αγιοποίηση)
αμφιταλαντεύομαι
oscillare, tentennare (σαν αμφιταλάντευση)
η εξιδανίκευση
l'idealizzazione (σαν εξιδανικεύω)
η μυρτιά
il mirto (la pianta)
εξαντλητικός
estenuante, spossante (σαν εξάντληση)
η κουκούλα
il cappuccio (σαν κουκουλώνω)
φιλτράρω
filtrare
το κουλούρι
la ciambella - piccola, croccante + sesamo (σαν κουλουριάζω)
κουλουριάζω
acciambellare, raggomitolare (σαν κουλούρι)
η ραδιοχρονολόγηση
la radiocronologia, datazione radiometrica
δεοντολογικός
deontologico
στοιβάζω
accatastare, ammucchiare (σαν στοίβα)
η ζελατίνα
la gelatina
το αμπαλάζ
l'imballaggio (σαν αμπαλάρω)
η κοιλότητα
la cavità (σαν κοίλος)
διάστικτος
punteggiato, maculato, macchiato (σαν διάστιξη)
καφετής
caffè, marrone, color caffè (σαν καφές)
η λασπολογία
il gettare fango addosso a qno; calunnia (σαν λάσπη)
η προσχώρηση
l'adesione (σαν προσχωρώ)
ο οχετός
la cloaca, fogna (ο οχ...)
αποκρυπτογραφώ
decifrare (σαν αποκρυπτογράφηση)
η αντανάκλαση
il riflesso - luce o fig. (η α... σαν αντανακλώ)
κουβαριάζω
aggomitolare, raggomitolare (σαν κουβάριασμα)
αγκυλώνω
pungere (σαν αγκύλωση)
στοιχειώνω
diventare fantasma/spirito; essere abitato da fantasmi (σαν στοιχείο/στοιχειωμένος)
οι μήνιγγες
le meningi
η εντροπία
l'entropia
φυραίνω
diminuire di volume/peso; contrarsi (σαν φύρα)
το νυστέρι
il bisturi (σαν νυστεριά)
ελαστικός
elastico (σαν ελαστικότητα)
το φιαλίδιο
la fialetta, flaconcino (το φ... σαν φιάλη)
μορφολογικός
morfologico
ο νευρώνας
il neurone (fisiol.)
δρασκελώ
varcare, saltare (σαν δρασκέλισμα)
η διαίσθηση
l'intuizione, intuito (σαν διαισθάνομαι)
εσωστρεφής
introverso (σαν εσωστρέφεια)
ο Σείριος
(il) Sirio (stella)
το μικρόμετρο
il micrometro
ερμητικός
ermetico (anche stor. e filos.); impenetrabile
σεμνός
decente; modesto, decoroso (σαν σεμνότητα)
διαζευγμένος
divorziato (σαν διαζύγιο)
κρύος
freddo (σαν κρύο)
μαλακός
morbido, molle (σαν μαλακότητα)
γερός
vecchio (σαν γέρος)
αισιόδοξος
ottimista, ottimistico (σαν αισιοδοξία)
ανήσυχος
inquieto, agitato (σαν ανησυχία)
νέος
giovane, nuovo (σαν νεότευκτος/νεολαία κλπ)
νεότευκτος
di nuova/recente costruzione (νέος + -τευκτος)
ωραίος
bello (σαν ωραιότητα)
φοβητσιάρης
fifone, pauroso (σαν φοβητσιάρικος)
αντιπαθητικός
antipatico (σαν αντιπάθεια)
φιλόξενος
ospitale (σαν φιλοξενία)
μεσόκοπος
che è di mezza età (μέσος + κόπος)
η ηπιότητα
la mansuetudine, dolcezza (σαν ήπιος)
πράος
mite, mansueto (σαν πραότητα)
κουτός
fesso, sciocco (άσχετα, μοιάζει με κουτί)
μορφωμένος
istruito, colto (από μορφώνω)
αξιαγάπητος
amabile (αξίζω + αγάπη/αγαπητός)
γελαστός
ridente (σαν γέλιο)
επιθυμώ
desiderare, aver voglia (σαν επιθυμία)
επάλληλος
uno dopo l'altro, uno sopra l'altro (σαν επαλληλία)
ο αστρονόμος
l'astronomo
η μοναδικότητα
l'unicità (σαν μοναδικός)
επικός
epico (= italiano)
η παράθεση
l'esposizione sistematica; giustapposizione, collazione (σαν παραθέτω)
η σαντιγί
la panna montata, chantilly (η σ...)
θριαμβευτικός
trionfale (σαν θριαμβευτής)
ασύμβατος
inconciliabile, incompatibile (σαν ασυμβατότητα)
υποθετικός
ipotetico (σαν υπόθεση)
η ναυτία
la nausea (η ν...)