Level 112 Level 114
Level 113

11201-11300


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
απόκοσμος
(di persona) solitario, misantropo; irreale, prodigioso (από + κόσμος)
αθλητικός
atletico
η βερμούδα
la bermuda
αιωνόβιος
secolare (αιώνας + βίος)
αποστάζω
distillare (σαν απόσταγμα)
το φύλλωμα
il fogliame (φύλλο +-ωμα)
το κελάρυσμα
il gorgolio, mormorio (σαν κελαρύζω - για νερά)
πρόσχαρος
allegro, giulivo (πρόσχ...)
η ανεμελιά
la spensieratezza (σαν ανέμελος)
το ορτύκι
(zool.) la quaglia (ορτύ...)
ξεκουφαίνω
assordare, rendere sordo (ξ... κουφαίνω)
θροΐζω
frusciare, stormire (σαν θρόισμα)
η επιβλητικότητα
l'imponenza (σαν επιβλητικός)
κέρινος
di cera, cereo (σαν κερί)
η εγκληματικότητα
la criminalità, delinquenza (σαν έγκλημα)
η Εδέμ
il Giardino dell'Eden
ερειπώνω
ridurre in rovina (σαν ερείπιο)
ο ευκάλυπτος
l'eucalipto
η εγκαρδιότητα
la cordialità (σαν εγκάρδιος)
λιπόσαρκος
scarno, macilento (αντ. παχύσαρκος)
ξεροκαταπίνω
deglutire a vuoto (ξερός + καταπίνω)
το ντουλάπι
l'armadio (το ντ...)
παραμυθένιος
fiabesco, di fiaba/favola (σαν παραμύθι)
βιολετής
viola (colore) (σαν βιολέτα)
ονειροπόλος
sognatore (σαν ονειροπολώ)
ναζιάρικος
lezioso, smorfioso (σαν ναζιάρης)
πρόδηλος
manifesto, palese (πρό... + κάτι σαν δήλωση)
ο συνδαιτυμόνας
il commensale, convitato (συν + δαι...μόνας)
κουραφέξαλα
scemenze, baggianate (κου... φέξ....α)
η συγκατάβαση
la condiscendenza (σαν συγκαταβατικός)
ανεκπλήρωτος
inadempiuto, insoddisfatto (ανεκπλή... + πληρωμή)
η αρλούμπα
la baggianata, stupidaggine (αρλού...)
η προθυμία
la buona volontà, solerzia (σαν πρόθυμα)
στριφογυρίζω
(far) girare/voltare; girarsi, voltarsi (σαν στριφογύρισμα)
η προσωπογραφία
il ritratto (η π... σαν προσωπογράφος)
η κρεβατοκάμαρα
la camera da letto (σαν κρεβάτι)
αναποτελεσματικός
inefficace (σαν αναποτελεσματικότητα)
ο ογκολόγος
l'oncologo
η ογκολογία
l'oncologia
κατανόητος
comprensibile (σαν κατανόηση)
η πουκαμίσα
il camicione, camicia (lunga) da notte (η π... σαν πουκάμισο)
βηματίζω
camminare, passeggiare (σαν βήμα)
το καθιστικό
il soggiorno (σαν καθιστικός)
ο κυβισμός
la cubatura; (arte) cubismo (σαν κυβιστής)
χαρωπός
allegro, gioioso (σαν χαρωπά)
αυλακώνω
solcare, arare (σαν αυλάκωση)
το ξέφωτο
la radura (ξέ + φως)
κουρνιάζω
appollaiarsi; rannicchiarsi (σαν κούρνιασμα)
συναναστρέφομαι
frequentare/fare compagnia con qno (σαν συναναστροφή)
άδοξος
senza gloria, inglorioso (σαν άδοξα)
βλοσυρός
torvo, truce, bieco (σαν βλοσυρότητα)
έκπληκτος
sorpreso, sbalordito (σαν έκπλξη)
εμπαθής
malevolo, astioso (σαν εμπάθεια)
η εμπάθεια
l'animosità, astio (σαν εμπαθής)
αποστομώνω
fare ammutolire, chiudere la bocca (σαν αποστόμωμα)
προμηνύω
preannunciare, far presagire (σαν προμήνυμα)
η παλάμη
il palmo, la palma (η π... σαν παλαμάκια)
στενόμυαλος
di mentalità ristretta, di vedute ristrette (σαν στενομυαλιά)
εκπροσωπώ
rappresentare qno (σαν εκπρόσωπος)
εκτυφλωτικός
accecante, abbagliante (εκ + τυφλώνω)
δασώδης
boscoso, selvoso (σαν δάσος)
αριστουργηματικός
magistrale, eccellente (σαν αριστούργημα)
σκυθρωπός
accigliato, corrucciato (σαν σκυθρωπάζω)
ο εκνευρισμός
il nervosismo, l'irritazione (σαν εκνευρίζομαι)
χειροτονώ
(eccl.) ordinare, conferire gli ordini sacri (σαν χειροτονία)
η λαπαροσκόπηση
la laparoscopia
βγάζω στη φόρα
mettere in piazza (βγάζω + φόρα)
η επιμήκυνση
l'allungamento, prolungamento (σαν επιμήκης/επιμηκύνω)
πυθαγόρειος
pitagorico (σαν Πυθαγόρας)
ο Πυθαγόρας
(il) Pitagora
αχίλλειος
di Achille
ο κορίνθιος
l'abitante di Corinto, corinzio
η φοράδα
la cavalla, giumento (μοιάζει με φορά χαχα)
ο κόλαφος
lo schiaffo (ο κό...φος)
η ακατανοησία
l'incomprensibilità (σαν ακατανόητος)
η ανεξιθρησκία
la tolleranza/libertà religiosa (σαν ανεξίθρησκος)
ο πρόεδρος
il presidente (σαν προεδρία)
πάμπλουτος
straricco, arciricco (παν + πλούτος)
υπάκουος
ubbidiente (σαν υπακούω)
καταβεβλημένος
abbattuto, prostrato (από καταβε... καταβάλλω)
καταβάλλω
abbattere, sopraffare (σαν καταβάλλομαι)
μεγαλοαστός
alto borghese (σαν μεγαλοαστικός)
η μυστικοπάθεια
l'eccessiva segretezza (σαν μυστικοπαθής)
η εσωστρέφεια
l'introversione (σαν εσωστρεφής)
η επήρεια
l'effetto, influenza (η ε.... σαν επηρεασμός/επηρεάζω)
η πορτοκαλιά
l'arancio (bot.)
η αποσιώπηση
il tacere (per pudore o convenienza); il passare sotto silenzio (σαν αποσιωπώ)
συνάμα
nello stesso tempo, contemporaneamente (συνά...)
προσμένω
attendere, aspettarsi con ansia (σαν απρόσμενος)
αναμαλλιασμένος
scapigliato, dai cappelli scompigliati (σαν αναμαλλιάζω)
το καφάσι
la cassetta/ plateau per frutta (καφ...ι)
ρητορεύω
arringare la folla, concionare (σαν ρητορεία)
η ρητορεία
l'arte retorica, eloquenza (σαν ρητορεύω)
τα οπωροκηπευτικά
la frutta e verdura (σαν οπωροπώλης + κήπος)
ανέγγιχτος
intatto, non toccato (α + αγγίζω)
η παράνοια
la paranoia
το σούσουρο
il sussuro (σαν σουσουράδα)
ο οιωνός
l'auspicio, presagio (ο οι... σαν οιωνοσκοπία/προοιωνίζω)
ο ψυχίατρος
lo psichiatra
ο οίστρος
l'estro, tafano; estro poetico (οί...)