Level 111 Level 113
Level 112

11101-11200


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
ο σαρκασμός
il sarcasmo (σαν σαρακστικός)
ο κομπασμός
la vanteria, spacconata (σαν κομπάζω)
δημώδης
volgare, del popolo (δ... ώ... ς από δήμος)
η δημώδης λατινική
il latino volgare (η δημώδης... )
ο παρατατικός
l'imperfetto (tempo gramm.) (π...)
η απλότητα
la semplicità (σαν απλός)
ο τροβαδούρος
(stor.) il trovatore (trubadur)
η αποδιοργάνωση
la disorganizzazione (σαν αποδιοργανώνω)
ο Θουκυδίδης
(il) Tucidide
η απαρχή
il principio, l'origine (από + αρχή)
υπαινικτικός
allusivo (σαν υπαινίσσομαι/υπαινιγμός)
η διασάφηση
la delucidazione; dichiarazione doganale (σαν διασαφητικός)
συλλαβίζω
sillabare, compitare (σαν συλλαβή/συλλαβικός)
η ρουφηξιά
il sorso; sorsata (η ρ... σαν ρουφώ)
το βόλεμα
la sistemazione; soluzione di comodo (σαν βολεύω)
η ευαισθητοποίηση
la sensibilizzazione (σαν ευαισθητοποιώ)
αντιβιοτικός
antibiotico (med.)
το αρχιπέλαγος
l'arcipelago
η δυσλεξία
la dislessia
δανείζω
prestare, dare in prestito (σαν δάνειο)
η τρόικα
la troika/troica; (pol.) triumvirato
το δεντρολίβανο
il rosmarino (bot.)
χαρατσώνω
imporre un'imposta gravosa; salassare (σαν χαράτσι)
η ζαβολιά
l'imbroglio (nei giochi) (σαν ζαβολιάρης)
ασύδοτος
sfrenato, licenzioso (ασυδοσία)
αρμόζω
adattare, montare, essere adatto (σαν αρμόδιος)
το ζαμπόν
il prosciutto cotto (jambon)
ο αποχαιρετισμός
il saluto (d'addio), congedo (σαν αποχαιρετώ)
το βάζο
il vaso (spec. da fiori)
φτερουγίζω
svolazzare (σαν φτερούγα)
η ορθογραφία
l'ortografia
στερεώνω
consolidare, fermare (σαν στερέωμα)
η πιτζάμα
il pigiama
η υπερευαισθησία
l'ipersensibilità (σαν υπερευαίσθητος)
η αφή
il tatto (α... 3 γράμματα)
το κρουασάν
il croissant
κρυφογελώ
ridere sotto i baffi (κρυφός + γελώ)
ο λεβάντες
il vento di levante
πληθαίνω
aumentare, moltiplicarsi (σαν πληθυσμός/πλήθος - αίνω)
στρεβλός
storto, distorto, sbilenco (σαν στρεβλότητα)
αξημέρωτα
prima dello spuntar del sole/giorno (α... από ξημέρωμα)
τριχωτός
peloso (σαν τρίχωμα)
ροκανίζω
rosicchiare; sperperare (σαν ροκάνισμα)
μαγαρίζω
insozzare, insudiciare (σαν μαγάρισμα)
απορημένος
perplesso, dubbioso (από απορώ)
γουρλώνω
sbarrare, sbrancare (σαν γουρλωτός)
αραχνιάζω
riempirsi di ragnatele (σαν αράχνη)
η θεατρολογία
la teatrologia
χαστουκίζω
schiaffeggiare (σαν χαστούκι)
παρηγορητικός
consolante, confortante (σαν παρηγοριά)
η μανούβρα
la manovra (σαν μανουβράρω)
ο έλικας
l'elica (ο έ...)
φωτογραφικός
fotografico
ψηλόλιγνος
alto e magro (ψ... λιγνος)
φευγαλέος
furtivo, fugace (σαν φεύγω)
ξεφλουδισμένος
sbucciato, sgusciato, spellato (από ξεφλουδίζω)
υπόκωφος
sordo, smorzato - di suono (υπό + κωφός)
διαπεραστικός
penetrante, acuto (σαν διαπερνώ/περαστικά)
η απόχρωση
la sfumatura, tonalità (μοιάζει με αποχρωματίζω)
η άργιλος
l'argilla (σαν αργιλώδης)
η καραμέλα
la caramella
η σοκολάτα
il cioccolato
αχτένιστος
spettinato (σαν χτενίζω)
ο ωρολογοποιός
l'orologiaio (σαν ωρολόγιο)
ξεβιδώνω
svitare (σαν ξεβίδωμα)
ελίσσομαι
destreggiarsi; muoversi a zig zag (ελί...)
το παρμπρίζ
la parabrezza
γατίσιος
felino (σαν γάτα)
πυρώνω
infuocare, arroventare (πυρ)
χαμηλωμένος
abbassato, diminuito (από χαμηλώνω)
ασυναίσθητος
inconsapevole, inconscio (σαν συναίσθηση)
σμπαραλιάζω
ridurre in pezzi/frantumi (σαν τα σμπαράλια)
στενεύω
stringere, stare stretto (σαν στενός)
ο αποδιοπομπαίος τράγος
il capro espiatorio (με αποδιοπομπαίος)
η παρόρμηση
(psic.) l'impulso; incitamento (σαν παρορμητικός)
μονολογώ
monologare (σαν μονόλογος)
η νικοτίνη
la nicotina
άρδην
radicalmente, ab imis (άρδ...)
η τροχαία
la polizia stradale, la stradale (η... σαν τροχαίος)
το δυάρι
il bilocale (μοιάζει με δυάρα)
ξορκίζω
scongiurare, fare gli scongiuri (ξ... σαν εξορκίζω)
η τούφα
la ciocca, il ciuffo (τ... tufă)
φουριόζος
frettoloso; furioso (σαν φουριόζικος)
το ατελιέ
l'atelier (= ιταλικά)
απάθης
apatico (σαν απάθεια)
σαρκάζω
fare del sarcasmo (σαν σαρκασμός)
ικετευτικός
implorante, supplichevole (σαν ικετεύω)
το τρακάρισμα
lo scontro, incidente automobilistico (σαν τρακάρω)
μεσουρανώ
culminare, essere all'apice (σαν μεσουράνηση)
η δημοσιά
la strada comunale/statale (η δ...ά - σαν δημόσιος)
χωμάτινος
di terra (από χώμα)
το σαλέ
lo chalet
το κουκλόσπιτο
la cassetta di bambola (κούκλα + σπίτι)
το κάδρο
la cornice, il quadro (σαν καδράρω)
εξουθενώνω
stremare, sfinire (σαν εξουθένωση)
η πολυθρόνα
la poltrona
λαίμαργος
ingordo, vorace (σαν λαιμαργία)
τρικλίζω
barcollare, vacillare (σαν τρίκλισμα)
άπιαστος
non preso/catturato; insuperabile (ά... σαν πιασμένος)
ο φεγγίτης
il lucernario, abbaino (ο φ... μοιάζει με φεγγίζω)