Level 110 Level 112
Level 111

11001-11100


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
η προειδοποίηση
il preavvertimento, preavviso (σαν προειδοποιώ)
το λίκνισμα
il dondolio (σαν λικνίζω)
ρουφιανεύω
fare il ruffiano (σαν ρουφιάνος)
μοχθώ
faticare, affaticarsi (σαν μόχθος)
το σύμβαν
l'accaduto, evento (σαν συμβαίνω)
η λαογραφία
la disciplina che studia le tradizioni popolari, folclore (σαν λαογράφος)
η ξαπλώστρα
la sdraia, sedia a sdraio (σαν ξαπλώνω)
η συμφόρηση
la congestione cerebrale (σαν συμφορητικός)
ο κολοφώνας
l'apice, apogeo (ο κ... μοιάζει με το κολοφώνιο)
ο Ετρούσκος
l'etrusco (persona - pop. ant.)
το απόγειο
l'apogeo (σαν απόγειος)
ο θόλος
la cupola, volta (θ...)
γεωφυσικός
geofisico
οι Σάξονες
i sassoni (pop.)
ο Λομβαρδός
l'abitante della Lombardia, lombardo
η σκληράδα
la durezza, insensibilità (η σ... δα < σαν σκληρός/σκληρότητα)
σωματικά
corporalmente (σαν σωματικός)
ξεδοντιάζω
rompere/far perdere i denti a qcno (ξε... δόντι)
συγκροτώ
costituire, formare (σαν συγκρότημα)
ο αποδέκτης
il ricevente, destinatario (σαν αποδεκτός)
αναβλητικός
(pers.) che rinvia/rimanda; (cose) dilatorio (από αναβλητικότητα)
εγκεκριμένος
approvato (από εγκρίνω)
τραχύς
ruvido, scabro; (fig.) aspro, brusco, ruvido (σαν τραχύνω)
ο στραγγαλιστής
lo strangolatore (σαν στραγγαλίζω)
συμπεραίνω
giungere a una conclusione, dedurre (σαν συμπέρασμα)
η εκκλησιολογία
l'ecclesiologia (σαν εκκλησία)
ο σελιδοδείκτης
il segnalibro (σελίδα + δείκτης)
γηροκομώ
assistere/prendersi cura di/ un anziano (σαν γηροκομείο)
νομισματικός
monetario (σαν νόμισμα)
η αληθοφάνεια
la verosimiglianza (σαν αληθοφανής)
ορεξάτος
voglioso, che ha voglia (σαν όρεξη)
αρεστός
gradito, benvisto (σαν αρέσω)
το ξεπάγιασμα
il congelamento, intirizzimento (σαν ξεπαγιάζω)
λακωνικός
della Laconia, laconico (σαν λακωνικά)
η απανθράκωση
la carbonizzazione (σαν απανθρακώνω)
η απανθρωπιά
l'inumanità, disumanità (σαν απάνθρωπος)
ο αντιφασίστας
l'antifascista (σαν αντιφασιστικός)
ο χασομέρης
il perdigiorno (σαν χασομερώ)
βεβηλώνω
profanare, dissacrare (σαν βεβήλωση)
η προσπέλαση
l'avvicinamento, accostamento (σαν απροσπέλαστος)
παραφράζω
parafrasare
η ευωδιά
la fragranza, profumo (σαν ευώδης)
δεξιώνομαι
dare un ricevimento (σαν δεξίωση)
προστυχεύω
rendere volgare, involgarire (σαν πρόστυχος)
μπασταρδεύω
imbastardire (σαν μπάσταρδος)
ο χορτασμός
la sazietà (ο χ... σαν χορταίνω/χορταστικός)
η δολιότητα
la perfidia, slealtà (σαν δόλιος)
η δραπέτευση
l'evasione, fuga (σαν δραπετεύω)
φαρδύς
largo, ampio (σαν φαρδαίνω)
η προφορά
la pronuncia, accento (σαν προφορικός)
η φασολάδα
la minestra di fagioli (η φ... σαν φασόλι)
το ύφασμα
il tessuto, la stoffa (σαν υφαίνω)
υπερθετικός
(ling.) superlativo (υπερ + θετικός)
το χοιρινό
la carne di maiale (σαν χοιρινός)
το γούστο
il gusto/buon gusto (σαν γουστάρω)
ο Σαρακηνός
il saraceno (stor.)
ακαριαίος
instantaneo, subitaneo (άσχετα, μοιάζει με το ακαρίαση)
ο ελληνόφωνος
il grecofono
οι ρούνοι
le rune/alfabeto runico
ο αρειανισμός
l'arianesimo (relig.)
δημογραφικός
demografico (σαν δημογραφία)
η καπηλεία
la mercificazione, mercimonio (σαν καπηλεύομαι)
η εποποιία
l'epopea
η αναχαίτιση
il contenimento; (mil.) intercettazione (σαν αναχαιτίζω)
μαστίζω
infestare, imperversare (σαν μαστίγιο/μάστιγα)
ο παραλληλισμός
il parallelismo
ακατοίκητος
disabitato/inabitato (α + κάτοικος)
υποβλητικός
suggestivo (σαν υποβλητικότητα)
ο εξιλασμός
l'espiazione (σαν εξιλαστήριος)
το τουρμπάνι
il turbante
μακρυμάλλης
dai capelli lunghi (μακρύς + μαλλιά)
ο βεδουίνος
il beduino
το κολιέ
la collana (το κ...)
προτρεπτικός
esortativo, esortatorio (σαν προτρέπω)
ο μυλωνάς
il mugnaio (σαν μύλος)
το αλάβαστρο
l'alabastro
γηράσκω αεί διδασκόμενος
nella vita non si finisce mai di imparare (γηράσκω αεί... + μετοχή του διδάσκω)
το τρελάδικο
il manicomio (pop.) (τ... όχι τρελοκομείο/ τρελός +-άδικο)
το ψυχιατρείο
l'ospedale psichiatrico (σαν ψυχίατρος)
το κιμονό
il chimono/kimono
μακιαβελικός
machiavellico
το μακιγιάζ
il trucco, maquillage
η γκέισα
la geisha
το σκάλισμα
l'incisione, scultura (σαν σκαλίζω)
η νωπογραφία
l'affresco - nella pittura (νωπός + γραφία)
αφυπνίζω
svegliare, destare (σαν αφύπνιση)
ο κλόουν
il clown
ο αποκεφαλισμός
la decapitazione (σαν αποκεφαλίζω)
πληθυσμιακός
della popolazione (σαν πληθυσμός)
παρεκτρέπομαι
uscire di strada, deragliare; fig. - oltrepassare i limiti(σαν παρεκτροπή)
ο διανομέας
il distributore; portalettere (σαν διανομή)
η ανωτερότητα
la superiorità (σαν ανώτερος)
η αμοιβάδα
l'ameba (πανάχριστη α... χαχα!)
χιτλερικός
hitleriano
το σούρουπο
il crepuscolo, tramonto (σαν σουρουπώνει)
η υλοποίηση
la materializzazione, realizzazione (σαν υλοποιώ)
η εγκυκλοπαίδεια
l'enciclopedia
κομπάζω
vanagloriarsi (σαν κομπασμός)
ερήμην
(giur.) in contumacia (ερή...)
το νταμάρι
la cava di pietra (το ντ... άσχετα, μοιάζει με ντάμα)