Level 109 Level 111
Level 110

10901-11000


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
μεταλλικός
metallico
το ιστιοφόρο
il veliero (σαν ιστιοφορία)
η επιθετικότητα
l'aggressività (σαν επίθεση/επιθετικός)
οι Ίνκας
gli inca
νεολιθικός
neolitico
η γαιοκτησία
la proprietà terriera (σαν γαιοκτήμονας)
απρόσιτος
impervio, inaccessibile (αντ. προσιτός)
προσιτός
accessibile, avvicinabile (αντ. απρόσιτος)
μεταδίδω
trasmettere, contagiare, comunicare (σαν μετάδοση)
φωτογραφίζω
fotografare
καλησπερίζω
dare la buona sera
επενεργώ
agire, influire, fare effetto (ε... + ενεργώ)
η παχυσαρκία
l'obesità, pinguedine (σαν παχύσαρκος)
ναρκωτικός
narcotico, stupefacente
αιμομικτικός
incestuoso (σαν αιμομιξία)
διαρρέω
trapelare, colare, scorrere attraverso (σαν διαρροή)
η ακαταδεξία
il disdegno, sdegnosità (σαν ακατάδεκτος)
η υπογράμμιση
la sottolineatura (σαν υπογραμμίζω)
μπουγαδιάζω
fare il bucato (σαν μπουγάδα)
η μελωδία
la melodia (σαν μελωδικός)
η απεραντοσύνη
l'infinità, immensità (σαν απέραντος)
η πολιτικοποίηση
la politicizzazione (σαν πολιτικοποιώ)
μειοψηφώ
essere in minoranza; ottenere meno voti(σαν μειοψηφία)
το έντελβαις
l'edelweiss, stella alpina
επιμελής
accurato, diligente (σαν επιμέλεια)
λιχούδης
goloso, ghiottoso (σαν λιχουδιά)
το σκόνταμμα
l'inciampare, incespicare (σαν σκοντάφτω)
ο ρουχισμός
l'abbigliamento, vestiario (σαν ρούχα)
επιφωνηματικός
esclamativo (σαν επιφώνημα)
η βασιμότητα
la fondatezza, attendibilità (σαν βάσιμος)
η παγερότητα
la freddezza, l'essere gelido, glaciale (σαν παγερός)
αποφράζω
ostruire, ocludere (σαν απόφραξη)
η τροφοδότηση
l'approvvigionamento, rifornimento (η τ.... σαν τροφοδοτώ/τροφοδοσία)
η αντικανονικότητα
l'irregolarità (σαν αντικανονικός)
λιβανίζω
incensare; adulare (σαν λιβάνι)
ο ρεβανσισμός
il revanscismo (η ρεβάνς)
ο πόρος
il poro, passaggio, guado (σαν πορώδης)
όποιος χάνει στα χαρτιά κερδίζει στην αγάπη
sfortunato al gioco, fortunato in amore (όποιος χάνει... )
η εργατικότητα
la laboriosità, operosità (σαν έργο/εργάτης)
το ψήγμα
la limatura, pagliuzza, truciolo (ψ...)
επιζώ
sopravvivere (σαν επιζών)
ο περίβολος
la cinta di muro, recinto (ο π... άσχετα, μοιάζει με περιβολή)
η ευλογιά
il vaiolo (μοιάζει πολύ με την ευλογία χαχα)
η γραφειοκρατία
la burocrazia (σαν γραφειοκράτης)
σταβλίζω
mettere nella stalla, stabulare (σαν στάβλος)
η ισημερία
l'equinozio (ίσος + μέρα)
κατσαρώνω
arricciare; arricciarsi, diventar riccio (σαν κατσαρός)
το ξέβγαλμα
la sciacquata (σαν ξεβγάζω)
πρεσάρω
pressare (σαν πρέσα)
η αμεριμνησία
la spensieratezza (σαν αμέριμνος)
περιθωριακός
marginale; (fig. di persona) emarginato (σαν περιθώριο)
ο γλιτωμός
la salvezza, scampo/via di scampo (ο γ... σαν γλιτώνω)
μαντικός
divinatorio (σαν μαντείο)
αποποιούμαι
rifiutare, ricusare, declinare (σαν αποποίηση)
πεφωτισμένος
illuminato (σαν πεφωτισμός)
οριοθετώ
delimitare, circoscrivere (σαν οριοθέτηση)
τεμαχίζω
spezzettare, tagliare a pezzi (σαν τεμάχιο)
ο θερισμός
la mietitura (σαν θερίζω)
ένθετος
inserito, incastonato (έ... σαν ενθέτω)
δίσεκτος
bisestile
ο γεωμέτρης
il geometra, studioso di geometria
το μηδέν
lo zero (μ...)
έναστρος
stellato (εν + άστρο)
ο βιβλιοθηκάριος
il bibliotecario
προλογίζω
scrivere il prologo; introdurre un relatore; (σαν πρόλογος)
επιτηρώ
sorvegliare (σαν επιτήρηση)
εφέσιμος
(giur.) appellabile (σαν έφεση)
επιχορηγώ
sovvenzionare (σαν επιχορήγηση)
συσκέπτομαι
consultarsi, riunirsi a consiglio (σαν σύσκεψη)
βλαβερός
nocivo, dannoso (σαν βλάβη)
η παραποίηση
la contraffazione, falsificazione (σαν παραποιώ)
αραδιάζω
allineare, disporre in fila (σαν αράδα)
ευπειθής
ubbidiente (σαν ευπειθώς)
αφορισμένος
scomunicato (σαν αφορίζω)
το μαλλί
la lana (σαν μάλλινος)
η πανώλης
la peste (η π... βουβωνική π... αρχίζει με παν σαν πανούκλα)
η κτηνοτροφία
l'allevamento del bestiame (σαν κτηνοτρόφος)
μαλθακός
molle, ignavo (σαν μαλθακία)
εφευρετικός
inventivo (σαν εφευρέτης)
τσαλαπατώ
calpestare, schiacciare (σαν τσαλαπάτημα)
βραχύσωμος
di piccola corporatura (βραχύς + σώμα)
η κοψιά
il taglio, aspetto fisico (η κ...ά μοιάζει με κόψιμο)
η δισκοβολία
(sport) il lancio del disco
η απόληξη
l'estremità (σαν απολήγω)
ο αριβισμός
l'arrivismo (σαν αριβίστας)
η προσποίηση
la finzione, finta, simulazione (σαν προσποιούμαι)
διπλοπρόσωπος
a due facce; ipocrita (σαν διπλοπροσωπία)
ο συντηρητής
il conservatore (σαν συντήρηση/συντηρητικός)
επινοητικός
ingegnoso, inventivo (σαν επινόηση)
παρευρίσκομαι
assistere, essere presente (σαν παρευρισκόμενος)
κουρσεύω
corseggiare (di pirati) (σαν κουρσάρος)
η επιφυλακτικότητα
il riserbo, cautela, circospezione (σαν επιφύλαξη)
ο ορειβάτης
l'alpinista (σαν ορειβασία)
η αντεπανάσταση
la controrivoluzione (σαν αντεπαναστάτης)
πρωτοτυπώ
essere originale; avere più originalità (σαν πρωτοτυπία)
αυτοσχεδιάζω
improvvisare (σαν αυτοσχεδιασμός)
το καθάρσιο
il purgante, purga (το κ... σαν κάθαρση)
υπερυψώνω
sopraelevare; lodare esageratamente (σαν υπερυψωμένος)
αναπαύω
riposare, rilassare (σαν ανάπαυση/αναπαύομαι)
το Σάββατο
il sabato