Level 107 Level 109
Level 108

10701-10800


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
ο Αυστραλοπίθηκος
l'australopiteco
η παλαιοντολογία
la paleontologia
το ον
l'essere, ente (σαν οντότητα κλπ)
η διώρυγα του Σουέζ
il canale di Suez (με διώρυγα)
η διάχυση
la diffusione; effusione (σαν διαχύνω)
διαχύνω
diffondere, effondere (σαν διάχυση)
τριπλός
triplo, triplice
άτριχος
privo di peli, glabro (σαν τρίχα)
αμυγδαλωτός
a forma di mandorla/a mandorla (σαν αμύγδαλο)
ρινικός
nasale (σαν ρινίτιδα)
η διάσχιση
la traversata, attraversamento (σαν διασχίζω)
ο παγετώνας
il ghiacciaio
συγκλίνω
convergere (σαν σύγκλιση)
ο πορθμός
(geog.) lo stretto (π...)
η διστακτικότητα
l'esitazione, titubanza (σαν διστακτικός/διστάζω)
γηγενής
nativo, autoctono (γη + γέννηση)
προκολομβιανός
precolombiano
μοναχικός
solitario, monacale (σαν μοναχός)
προέρχομαι
provenire, derivare (προ + έρχομαι/σαν προέλευση)
θαυμαστός
mirabile, meraviglioso, degno di essere ammirato (σαν θαυμασμός, ΟΧΙ θαυμάσιος)
η οδοντοστοιχία
la dentatura, dentiera (σαν δόντι/οδοντο- + και κάτι σαν στοιχείο)
ζωολογικός
zoologico (σαν ζωολογία)
η ζωολογία
la zoologia
έμβιος
vivente (έ... σαν εν + βίος)
το κατάλυμα
l'allogio provvisorio (κατάλ...)
βρώσιμος
commestibile (σαν βρώση)
η βρώση
il mangiare (σαν βρώσιμος)
η τύφλωση
l'accecamento (σαν τυφλός)
συνευρίσκομαι
congiungersi carnalmente, copularsi (συν + βρίσκομαι/ευρίσκω)
το θήλυ
(kat.) la femmina, donna (θ... σαν θηλαστικός, θηλασμός κλπ)
ο θηλασμός
l'allattamento (σαν θηλαστικός/θήλυ κλπ)
το διάνυσμα
(mat.) il vettore (σαν διάνυση/διανυσματικός)
η εφευρετικότητα
l'inventiva (σαν εφευρέτης, εφεύρεση)
αταβιστικός
atavico
η ασχήμια
la bruttezza (σαν άσχημος)
η γλωσσολογία
la linguistica, glottologia
συγκλίνω
convergere (συν + κλίνω)
η παραξενιά
la stranezza, scontrosità (σαν παράξενος/παραξενεύω)
η παραλλαγή
la variazione, variante (σαν παραλλάσσω/άζω)
σκουντώ
spingere, dare una spinta (σαν σκούντημα)
ζεσταίνομαι
sentir/aver caldo (σαν ζεσταίνω)
λούζω
lavare i capelli; dar una lavata di capo/testa a qno
εξολοθρεύω
sterminare, annientare (σαν εξολοθρευτής)
ο κατακτητής
il conquistatore (σαν κατακτάω/κατάκτηση)
το φούσκωμα
il gonfiare; il gonfiore (σαν φουσκώνω)
τα μάγια
il sortilegio, maleficio (σαν μαγεία)
εξελιγμένος
evoluto, progredito (από εξελίσσομαι)
απολιθωμένος
fossilizzato, pietrificato (σαν απολιθώνω)
απολιθώνω
fossilizzare, pietrificare, impietrire (σαν απολίθωμα/απολιθωμένος)
ο μελετητής
lo studioso (σαν μελέτη)
διδάσκω
insegnare (σαν διδακτικός)
πετιέμαι
saltare, balzare, sbalzare (σαν πετώ)
πλένομαι
lavarsi (σαν πλένω)
ομαδοποιώ
dividere/riunire in gruppi (ομάδα + ποιώ)
ύστατος
estremo, ultimo (ύ... μοιάζει με ύστερα)
αρχέγονος
originario, primordiale (αρχή + γόνος)
τα χίντι
l'hindi (γλώσσα)
επεξηγώ
chiarire, illustrare, delucidare (σαν επεξήγηση)
η ρινίτιδα
la rinite (σαν ρινικός)
η σύγκλιση
la convergenza (σαν συγκλίνω)
κενώνω
(fisiol.) evacuare, espellere (σαν κενός)
απορρίπτομαι
essere rifiutato/rigettato (σαν απορρίπτω - αόριστο απορρίφτηκα)
κεφάτος
allegro, di buon umore (σαν κέφι)
μαγειρεύω
cucinare, far da mangiare (σαν μάγειρας)
αναρριχώμαι
arrampicarsi, inerpicarsi (σαν αναρρίχηση)
η συρροή
l'afflusso, affluenza (σ... όπως στην κοσμοσυρροή)
η τρυφερότητα
la tenerezza (σαν τρυφερός)
η διεκπεραίωση
il compimento, portare a termine (σαν διεκπεραιώνω)
η αποτέφρωση
la cremazione, incenerimento (σαν αποτεφρώνω)
η καθαίρεση
la degradazione, deposizione (σαν καθαιρώ)
πειθαρχώ
osservare la disciplina, essere disciplinato (σαν πειθαρχία)
το λεωφορείο
l'autobus
η ντομάτα
il pomodoro
η Κυριακή
la domenica
το κοτόπουλο
il pollo
πλαταίνω
allargare, ampiare (σαν πλατύς)
ολισθαίνω
sdrucciolare; commettere un errore, sgarrare (σαν ολισθηρός)
μετατοπίζω
spostare, rimuovere (σαν μετατόπιση)
η σύνθεση
la sintesi, composizione (σαν σύνθετος)
ιχνηλατώ
seguire delle tracce, braccare (σαν ιχνηλάτης)
η πρόσθεση
l'aggiunta; l'addizione (mat.) (σαν προσθέτω)
ο πάροικος
membro di una colonia/comunità in paese straniero (π... + οίκος/πως είναι σε δουλοπάροικος)
η μαρτυρία
la testimonianza (σαν μαρτυράω)
ρευματικός
reumatico
βραδύνω
tardare, far tardi, rallentare (σαν βράδυ)
η ακουστική
l'acustica (σαν ακουστικός)
η ασφυξία
l'asfissia (σαν ασφυκτικός)
ο αλεξιπτωτιστής
il paracadutista (σαν αλεξίπτωτο)
πλανιέμαι
ingannarsi, errare, sbagliare (σαν πλάνη)
η ταβέρνα
la taverna, osteria
η αδελφή
la sorella
ο αδελφός
il fratello
το ματς
il match, la partita
η θεία
la zia
η τρικλοποδιά
lo sgambetto (τρικλο + πόδι)
βάζω τρικλοποδιά
fare lo sgambetto (με τρικλοποδιά)
οι αντιολισθητικές αλυσίδες
le catene antisdrucciolevoli/antineve (με αντιολισθητικός)
πρωτοβάθμιος
di primo grado, primario (πρώτος + βαθμός)
δευτεροβάθμιος
di secondo grado, secondario (δεύτερος + βαθμός)
ο λιμενάρχης
il capitano di/del porto (σαν λιμάνι)