Level 106 Level 108
Level 107

10601-10700


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
δασμολογώ
daziare (σαν δασμολόγηση/δασμολογικός)
η δασμολόγηση
il fissare/determinare un dazio (σαν δασμολογώ)
ο τομέας
il settore, campo d'attività (μοιάζει με τομή)
ζευγαρώνω
accoppiare, appaiare (σαν ζευγάρι)
πληκτρολογώ
digitare/scrivere sulla tastiera (σαν πληκτρολόγιο)
το πληκτρολόγιο
la tastiera (σαν πληκτρολογώ)
ο ερευνητής
il ricercatore (σαν έρευνα)
προπονούμαι
allenarsi (σαν προπόνηση)
η επανάκτηση
il riacquisto, recupero (σαν επανακτώ/η ... του σκληρού δίσκου)
εστεμμένος
incoronato (ε... σαν στέμμα)
η συναυλία
il concerto (συν... + κάτι σαν αυλή)
ο πολίτης
il cittadino (σαν πόλη/πολιτισμός/πολιτεία)
διαβεβαιώνω
affermare, asserire (σαν διαβεβαίωση)
η διαβεβαίωση
l'affermazione, asserzione (σαν διαβεβαιώνω)
ηθικά
moralmente, eticamente (σαν ηθική)
λειτουργικός
funzionale, pratico (λειτουργία)
κοινωνικός
sociale, socievole (σαν κοινωνία)
τρέφω
nutrire, cibare (σαν τρόφιμα/διατροφή)
κραυγάζω
gridare, strillare (σαν κραυγή)
άγευστος
inspido, senza sapore (σαν γεύση)
το γλωσσάριο
il glossario
λατινοαμερικανικός
latinoamericano
η νότα
la nota (= ιταλικά)
το ρήμα
il verbo
η συγγένεια
il rapporto/legame di parentela (σαν συγγενής)
επηρεασμένος
influenzato (από επηρεάζομαι)
επιτυχημένος
riuscito, azzeccato (σαν επιτυχία/επιτυχαίνω)
κατασκευαστικός
di fabbricazione, di costruzione (σαν κατασκευή/κατασκευάζω)
καταρτισμένος
preparato (από καταρτίζω)
το σπουδαστήριο
la sala di lettura (σαν σπουδές/σπουδάζω)
η κατοικία
l'abitazione, dimora (σαν κατοικώ)
ο κάτοικος
l'abitante (σαν κατοικώ)
η ιθαγένεια
la cittadinanza, nazionalità (σαν ιθαγενής)
ταχυδρομώ
impostare, imbucare (σαν ταχυδρόμος/ταχυδρομείο)
ορχηστρικός
orchestrale, strumentale (σαν ορχήστρα)
καθοδικός
discendente, che discende; (fis.) catodico (σαν κάθοδος)
πεζός
che va a piedi; di fanteria, pedestre (σαν πεζικό/πεζοδρόμιο)
η ομοιομορφία
l'uniformità, conformità (σαν ομοιόμορφος)
ο σεκουλαρισμός
il secolarismo (σεκου...)
μοιράζω
dividere, spartire (σαν μοιράζομαι)
μετασχηματίζω
trasformare, cambiare la forma di qsa (σαν μετασχηματισμός)
ο πρόσοδος
(kat.) l'entrata, introito, reddito (σαν προσοδοφορός)
τα παράλια
la zona costiera (τα π... μοιάζει πάρα πολύ με παραλία...)
οι Κέλτες
(stor.) i celti
η μαία
la levatrice, ostretica (μ... 4 γράμματα)
η ενηλικίωση
il raggiungimento della maggiore età (σαν ενήλικος)
άρρωστος
malato, ammalato (σαν αρρώστια)
ο ψαράς
il pescatore, pescivendolo (σαν ψάρι)
ο κυνηγός
il cacciatore (σαν κυνήγι)
ο καλλιεργητής
il coltivatore (σαν καλλιεργώ)
αποικίζω
colonizzare (σαν αποικία)
αποθαρρύνω
scoraggiare (σαν αποθαρρύνομαι)
αγαπιέμαι
amarsi, volersi (un gran bene, p. es.) (σαν αγαπάω)
παύω
smettere, cessare, interrompere (σαν παύση)
η αφομοίωση
l'assimilazione; assorbimento (σαν αφομοιώνω)
ο απορροφητήρας
l'aspiratore, capa d'aspirazione (σαν απορρόφηση)
το αλώνι
l'aia (σαν αλωνίζω)
χειροτεχνικός
artigianale, artigiano (σαν χειροτεχνία)
σαγηνευτικός
incantevole, affascinante (σαν σαγηνεύω)
η βιντεοσκόπηση
la videoregistrazione (σαν βιντεοσκοπώ)
βιντεοσκοπώ
registrare un video, filmare (σαν βιντεοσκόπηση)
το μοντάζ
il montaggio (cinem.)
το στούντιο
lo studio, atélier (στ... = ιταλικά)
χρωστικός
colorante (από χρώμα, αλλά μοιάζει πιο πολύ με χρωστάω, χαχα)
ο τροφοσυλλέκτης
(arch.) il raccoglitore (από τροφή και συλλέκτης)
ο γεωργός
l'agricoltore (σαν γεωγργία)
η ξηρά
la terraferma, terra (σαν ξηρός)
άφατος
indicibile, inesprimibile, inenarrabile (άφ...)
τετράποδος
quadrupede
δίποδος
bipede
ανθρωποειδής
antropoide (σαν άνθρωπος + είδος)
το ύδωρ
l'acqua (σαν υδρ-)
ο πίθηκος
la scimmia (π...)
προϊστορικός
preistorico (σαν προϊστορία)
η λάβα
la lava (του ηφαιστείου)
εκβράζω
rigettare, gettare a riva (θάλασσα, ηφαίστειο) (εκ + βράζω)
ο ωκεανός
l'oceano
η θερμοκρασία
la temperatura
ρευστός
liquido, fluido (σαν ρευστότητα)
αμέτρητος
innumerevole (α... σαν μέτρο)
το άρμεγμα
la mungitura (σαν αρμέγω)
εκλεπτύνω
raffinare, affinare (σαν εκλεπτυσμένος)
η πλάση
il creato, la creazione (σαν πλάθω)
αποτυπώνω
imprimere (σαν αποτύπωση, αποτύπωμα)
η κοσμογονία
la cosmogonia
ο Θαλής ο Μιλήσιος
(il) Talete di Mileto
η γαστέρα
il grembo, ventre (pop.) (γα...)
το νεογέννητο
il neonato
ο παφλασμός
il tonfo, scroscio, sciabordio (παφ...)
σόκιν
spinto, piccante, salace (p. es. di barzellette) (σό...)
η Άπω Ανατολή
l'Estremo Oriente
η Εγγύς Ανατολή
il Vicino Oriente
η Μέση Ανατολή
il Medio Oriente
οι Σουμέριοι
i Sumeri
σουμεριακός
sumerico (σαν οι Σουμέριοι)
η κιβωτός
l'arca (μοιάζει με κιβώτιο)
η θύελλα
la tempesta, bufera (σαν θυελλώδης)
η κοιτίδα
la culla (κοι...)
η κοιτίδα του πολιτισμού
la culla della civiltà (κοιτίδα + πολιτισμός)
η κόμη
la chioma (άσχετα, μοιάζει με κόμης)