Level 105 Level 107
Level 106

10501-10600


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
θέτω επί τάπητος
mettere (una questione) sul tappeto (με θέτω και τάπητος)
ο επιβάτης
il passeggero (σαν επιβιβάζομαι)
η επαλήθευση
la verifica, controllo (σαν επαληθεύω)
αξιολογώ
valutare (σαν αξιολόγηση)
δικαιούμαι
avere diritto (σαν δικαιούχος)
ο συμψηφισμός
la compensazione, indenizzo (σαν συμψηφίζω)
η εισφορά
l'offerta, contributo (ει... πως είναι στην συνεισφορά)
μισθωτός
stipendiato, salariale (σαν μισθός)
πασαλείβω
impiastrare, impiastricciare (π... + αλείβω)
ο αντιπρόσωπος
il rappresentante (σαν αντιπροσωπεία)
παρατεταμένος
prolungato, protratto (από παρατείνω)
η τσαγιέρα
la teiera
η στεφάνη
il cerchio, corona (σαν στεφανώνω)
στεφανώνω
far da testimone alle nozze; cingere qno con una corona (σαν στεφάνη)
στεφανώνομαι
sposarsi, celebrare il matrimonio (σαν στεφανώνω)
ο στόμφος
l'ampollosità, pomposità (στό...)
η κουτάλα
il mestolo (σαν το κουτάλι, αλλά μεγάλη)
η καφετιέρα
la caffettiera
ο ρηχός άνθρωπος
la persona superficiale (ο ρηχός ά... όχι άτομο)
η βιβλιοθήκη
la biblioteca
μαθητεύω
fare l'apprendistato/tirocinio (σαν μαθητής)
η ευσπλαχνία
la misericordia, pietà (ευ + σπλάχνα)
η πυξίδα
la pisside; bussola
το ρίζωμα
il mettere radici; (bot.) il rizoma (σαν ρίζα)
περιστρέφομαι
volgersi intorno, girare, ruotare (σαν περιστροφή)
καλλιτεχνικός
artistico (σαν καλλιτέχνης)
η μικρογραφία
la miniatura, micrografia (μικρός + γραφία)
πληθωρικός
abbondante, prolifico (μοιάζει με πλήθος/πληθωρισμός)
συνταράζω
sconvolgere, scuotere (σαν συνταρακτικός)
η καπνιά
la fuliggine (σαν καπνός)
ο πλακούντας
la placenta
ο ρύπος
la sozzura, lordura (σαν ρύπανση)
ο καραμπινιέρος
il carabiniere
ο μαφιόζος
il mafioso
η εξαγωγή
l'estrazione, esportazione (σαν εξάγω)
εξάγω
estrarre, esportare (σαν εξαγωγή)
τρέχων
corrente (σαν τρέχω)
ενημερωτικός
che aggiorna, mette al corrente (σαν ενημερώνω)
δασμολογικός
daziario, doganale (σαν δασμολόγηση)
η προπαρασκευή
la preparazione, preparativo (σαν προπαρασκευάζω)
προπαρασκευάζω
preparare (σαν προπαρασκευή)
περιτυλίγω
avvolgere, rotolare (σαν περιτύλιγμα)
η βαθμολόγηση
l'assegnazione del voto, votazione (σαν βαθμολογία)
οι σπουδές
gli studi (σαν σπουδάζω)
συναρπάζω
avvincere, appassionare, affascinare (σαν συναρπαστικός)
η εξάρτηση
la dipendenza (σαν εξαρτιέμαι)
εν αντιθέσει
al contrario (εν... σαν αντίθεση)
εξαρχής
dapprincippio, fin dall'inizio (εκ + αρχή)
ανώμαλος
anomalo (σαν ανωμαλία)
κραταιός
possente, gagliardo (κρα... άσχετα, αλλά μοιάζει με κρατάω)
οι Γενίτσαροι
i Gianizzeri
ακριβαίνω
rincarare, aumentare il prezzo (σαν ακριβός)
κοινόχρηστος
d'uso comune (κοινός + χρήση)
κοσμικός
cosmico, socievole (σαν κόσμος)
πελατειακός
clientelare (από πελατεία)
το μπαούλο
il baule
η κράτηση
la prenotazione; il fermo/arresto (σαν κρατάω)
κατεργάζομαι
lavorare, trattare, conciare (σαν κατεργασία)
το κατάστιχο
il libro mastro, registro (catastif)
ανοιγμένος
aperto (από ανοίγω)
ολοένα
continuamente, di continuo (όλος + ένα)
σεληνιακός
lunare (από Σελήνη)
ο χαρταετός
l'aquilone (σαν χαρτί + αετός)
το χτένισμα
la pettinatura, acconciatura (σαν χτένα)
κοσκινίζω
setacciare; cercare il pelo nell'uovo (κοσ...)
γεύομαι
assaggiare, assaporare (σαν γεύμα)
πασπαλίζω
cospargere, spolverare (σαν πασπάλισμα/πασπάλη)
διαφημίζω
fare la pubblicità (σαν διαφήμιση)
η διαχρονία
la diacronia
ο ηδονισμός
l'edonismo (σαν ηδονιστικός)
ο υποβιβασμός
la retrocessione, degradazione (σαν υποβιβάζω)
η εξακολούθηση
la continuazione, proseguimento (σαν εξακολουθώ)
απηχώ
riecheggiare, riflettere (σαν απήχηση)
η νηστεία
il digiuno - relig. (σαν νηστικός)
η ουδετερότητα
la neutralità (σαν ουδέτερος)
ο συγκεντρωτισμός
il centralismo (pol.), concentrazionismo (econ.) (σαν συγκεντρώνω)
η μισθοδοσία
il pagamento del salario (σαν μισθός + δίνω)
οι Ρομά
i roma
νομαδικός
nomade
η ρομανί
la lingua romanì
οικιακός
domestico, casalingo (σαν οίκος)
διακρίνομαι
distinguersi; emergere (σαν διακρίνω)
ο οργανοπαίχτης
il musicante, sonatore ambulante (από όργανο + παίχτης)
σλαβικός
slavo
τοπικός
locale, regionale (σαν τόπος)
κατά παράδοση
tradizionalmente, secondo la tradizione (κατά... )
η σιδηρουργία
la siderurgia (σιδηρουργείο)
το μηχανουργείο
la fabbrica per la costruzione o reparazione di macchine, officina meccanica (σαν μηχανή+ - ουργείο)
προσεγγίσιμος
accostabile, avvicinabile (σαν προσεγγίζω)
υποστηρίζω
sostenere, sorreggere (σαν υποστήριξη)
η λίμα
la lima (εργαλείο)
ο τόρνος
il tornio (ο τ... είναι εργαλείο)
το φλαμέγκο
il flamenco (danza)
επιβιβάζομαι
imbarcarsi, salire su un mezzo di trasporto (σαν επιβάτης)
ασαφής
non chiaro, indeterminato, scuro (από σαφής)
το ταχυδρομείο
il servizio postale, posta (σαν ταχυδρομώ)
η ορχήστρα
l'orchestra (σαν ορχηστρικός)
εγκαταλελειμμένος
abbandonato, lasciato, piantato (από εγκαταλείπω/εγκαταλείπομαι)
το πορνό
il pornofilm, film a luci rossi (π...ό)
προστίθεμαι
aggiungersi, unirsi (σαν προσθέτω)