Level 104 Level 106
Level 105

10401-10500


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
το πρήξιμο
il gonfiore (π...)
ενάντια
contra (ε...α) - si usa con l'accusativo
η ονομαστική
il nominativo (caso, ling.) (σαν ονομαστικός)
η αιτιατική
l'accusativo (caso, ling.)
μεταβάλλω
trasformare, mutare, cambiare (μεταβ...)
το φάρμακο
la medicina, il farmaco
καθιστικός
sedentario (από κάθομαι)
η μέριμνα
la cura, assistenza (statale) (μέ...)
η κρατική μέριμνα
l'assistenza sociale (stato) (με μέριμνα)
μέγιστος
massimo, grandissimo, sommo (μ... superlativo di μεγάλος)
η αφαίμαξη
il salasso (αφαί...)
κορυφώνομαι
arrivare al culmine/al colmo, essere al massimo (σαν κορυφή)
ο σατανισμός
il satanismo
άτσαλος
trasandato, sciatto (άτσ...)
η βιβλιογραφία
la bibliografia
αδιαφιλονίκητος
incontestato, incontrastato (αδ... νίκητος)
παράταιρος
mal assortito/intonato (από παρά + εταίρος ή ταιριάζω?)
πικραίνομαι
amareggiarsi (από πίκρα)
η πίκρα
il sapore amaro, l'amaro
δυσαρεστημένος
scontento, malcontento (από δυσαρεστώ)
συνταυτίζομαι
identificarsi, immedesimarsi (σ... σαν ταυτίζομαι)
τα τιμαλφή
i gioielli, ori, preziosi (τα τιμα...)
σιβυλλικός
sibillino
ο δούλος
il servo, lo schiavo (από δουλεία)
εύφορος
fertile, ferace (σαν ευφορία)
η αμπελουργία
la viticoltura
βολιδοσκοπώ
scandagliare (mar.), sondare (από βολίδα + σκοπός)
η εξιστόρηση
il racconto minuzioso (σαν εξιστορώ)
το μπαρούτι
la polvere da sparo
ο κομματισμός
lo spirito di parte, partigianeria (από κόμμα)
το κόμμα
il partito (pol.)
η φιλοπατρία
l'amor di patria, (απο φίλος + πατρίδα)
αντιτίθεμαι
opporsi, contrastare (αντι...)
η υποθήκη
l'ipoteca (giur.)
οχυρώνομαι
fortificarsi, barricarsi (σαν οχυρώνω)
η λατρεία
l'adorazione, il culto (σαν λατρεύω)
δυσφορώ
manifestare insofferenza, dare segni di impazienza (σαν δυσφορία)
το ασφάλιστρο
il premio di assicurazione/contributo previdenziale (σαν ασφάλεια -ιστρο)
η υγειονομική περίθαλψη
l'assistenza sanitaria (η υγειο.... περί...)
ο καταλογισμός
l'attribuire, imputare, addebitare (σαν καταλογίζω)
αναδρομικός
retroattivo (giur.); retrospettivo (σαν αναδρομή)
η αποπληρωμή
il saldo - di un debito (α... + πληρωμή)
ο σκαφτιάς
lo zappatore (από σκάβω)
η χαλυβουργία
la lavorazione/industria dell'acciaio (χαλυ...)
ο μετασεισμός
la scossa di assestamento (μ...+ σεισμός)
ανυψώνω
elevare (α... + υψώνω)
ο τείχος
il muro, muraglia (τ...)
η διάλεξη
la conferenza (δ... + λέξη)
ο μουφτής
il muftì
το χωρατό
lo scherzo, burla (χω...)
η ροή
il flusso, corso, corrente (ρ...)
εκποιώ
alienare, vendere, svendere (σαν εκποίηση)
ο αφανισμός
la distruzione totale, devastazione (σαν αφανίζω)
σπαραχτικός
straziante (σαν σπαράζω)
βωμολόχος
che parla in modo osceno (βωμο...) (κατ.)
ο χωρατατζής
il burlone, che ama scherzare (σαν χωρατό)
καψαλισμένος
bruciacchiato, abbrustolito (από καψαλίζω)
εθίζομαι
assuefarsi (σαν εθισμός)
η εντιμότητα
la probità, onestà (από εν + τιμή)
ψεκάζω
irrorare, spruzzare (ψε...)
κραδαίνω
brandire (κ...)
δημοσκοπώ
fare un sondaggio (σαν δημοσκόπηση)
σκονίζω
impolverare (σαν σκόνη)
σακατέυω
storpiare, menomare (σαν σακάτης)
εντοιχίζω
(σαν εντοιχισμένος)
ο ανιχνευτής
l'esploratore (mil.) (σαν ανιχννεύω)
το γράσο
il grasso, lubrificante (σαν γρασάρο)
ο μυστικισμός
il misticismo
απαλύνω
ammorbidire, alleviare (σαν απαλός)
στοχεύω
mirare, prendere la mira (σαν στόχος)
το κομιτάτο
il comitato
το υπόμνημα
il memorandum, commento esplicativo (υπό...)
η νηοψία
l'ispezione (mar.) (ν... + οψία)
η πρωθοκαθεδρία
il posto d'onore, primato (από πρώτος + καθέδρα)
η ωδή
l'ode
η ανακωχή
l'armistizio, tregua (ανα...ή)
διαφαίνομαι
intravedersi (δια... + φαί...)
άγρυπνος
insonne, sveglio, desto (σαν αγρυπνία)
η αποτύπωση
l'imprimere (από αποτυπώνω)
μισθώνω
stipendiare, salariare (σαν μισθός)
η χλαμύδα
la clamide (stor.)
η διανόηση
l'intelletto, facoltà mentale (σαν διανοούμενος)
σκληραίνω
indurire (σαν σκληρός)
το βερνίκι
la vernice (σαν βερνικώνω)
γονιμοποιώ
fecondare (σαν γονιμοποίηση)
εστιασμένος
messo a fuoco, focalizzato (από εστιάζω)
επιβλέπω
vigilare, sorvegliare (επί + βλέπω)
εργαστηριακός
di laboratorio (από εργαστήριο)
η εξωσωματική γονιμοποίηση
la fecondazione artificiale
ο μεσάζων
il mezzano, intermediario (μ... )
ο μεσίτης
il sensale, agente immobiliario (με...)
υπόχρεος
debitore, obbligato (υπό + χρέος)
χρεώνω
addebitare (σαν χρέος)
η συναλλαγή
lo scambio/rapporto commerciale, partita (συν + αλλαγή)
η εξόρυξη
l'estrazione (minerali)
το λίθος
la pietra (lito-)
η εμπορία
il commercio, traffico (σαν έμπορευμα)
το μαργαριτάρι
la perla (mărgăritar)
μουσικός
musicale (από μούσικα, duh!)
ο τάπητας
il tappeto (τ...)