Level 2
Level 1

1 - 100


100 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
σταματάω
fermare, cessare (σαν σταμάτημα)
σφοδρός
irrompente, fervoroso (σαν σφοδρότητα)
η επίθεση
l'attacco (σαν επιτίθεμαι)
ακραίος
estremo, spinto (από άκρη)
ο κανιβαλισμός
il cannibalismo
αποπνικτικός
irrespirabile, soffocante (από + πνίγω)
κακομοίρης
misero, disgraziato (κακός + μοίρα)
προειδοποιώ
preavvisare, mettere in guardia (σαν προειδοποίηση)
ρίχνω
gettare, scagliare (ρ...)
τα αποφάγια
gli avanzi (σαν αποφάι/αποφάγι)
το βουητό
il brusio (το β... σαν βουΐζω)
η ηχώ
l'eco (η... σαν ήχος)
αντηχώ
echeggiare (σαν αντήχηση)
λικνίζω
dondolare (σαν λίκνισμα)
το λατομείο
la cava, latomia (σαν λατομικός)
η έκρηξη
l'esplosione (σαν εκρήγνυμαι)
κολλητός
appiccicoso (από κόλλα)
απαράδεκτος
inaccettabile (α + παραδεκτός)
ο ρουφιάνος
il ruffiano (σαν ρουφιανεύω)
καθησυχάζω
tranquillizzare, rassicurare (σαν καθησυχαστικός)
ο ιθαγενής
l'indigeno, autoctono (σαν ιθαγένεια)
καλοδέχομαι
accogliere (qualcuno), gradire (σαν καλόδεχτος)
παραλείπω
omettere, saltare (σαν παράλειψη)
γυαλίζω
lucidare, lustrare (σαν γυαλί)
κάνω κακή εντύπωση
fare cattiva figura, sfigurare (με εντύπωση)
ξεχωρίζω
distinguere; separare; essere a vista (σαν ξεχωριστός)
θορυβώδης
rumoroso (σαν θόρυβος)
ενοχλώ
infastidire (σαν ενόχληση)
εγκαινιάζω
inaugurare (σαν εγκαινιασμός)
οδυνηρός
penoso, tormentoso (σαν οδύνη)
συνήθης
consueto, abituale (σαν συνήθεια)
η διαπραγμάτευση
la negoziazione, il negoziato (σαν διαπραγματεύομαι)
το παζάρι
il bazar (π...)
κάνω λάθος
sbagliarsi (κάνω... )
ο τσαντάκιας
lo scippatore (από τσάντα)
ο χωροφύλακας
il gendarme (σαν χωροφυλακή)
η σχεδία
la zattera (η σ... άσχετα, μοιάζει με σχέδιο)
η συσκευασία
l'imballaggio, la confezione (σαν συσκευάζω)
ετοιμοπόλεμος
che è pronto per la guerra, bellicoso (έτοιμος + πόλεμος)
καταρρέω
crollare (σαν κατάρρευση)
ο κένταυρος
il centauro
ο μόχθος
la fatica, sudata (σαν μοχθώ)
χρησιμοποιώ
utilizzare, adoperare (σαν χρησιμοποίηση)
ορκίζομαι
giurare (σαν όρκος)
βασιλεύω
regnare (σαν βασιλιάς)
το ξίφος
la spada (ξ... σαν ξιφομαχώ)
συλλέγω
collezionare, raccogliere (σαν συλλογή)
ο φόρος
l'imposta, il tributo (σαν φορολογία)
ο άρχοντας
il padrone, potentato, magistrato (σαν αρχοντιά)
αντέχω
sopportare, resistere (σαν αντοχή)
ταπεινός
umile, modesto (σαν ταπεινώνω)
φοβερός
stupendo; spaventoso (σαν φόβος/φοβερίζω)
δυσάρεστος
spiacevole (σαν δυσαρέστηση)
ο κακοποιός
il malfattore (σαν κακοποιώ)
περήφανος
orgolioso, fiero (σαν περηφάνια)
φτάνει πια
basta (με φτάνω)
φτάνω
arrivare
η δοκιμασία
la prova, il tirocinio; l'ordalia (σαν δοκιμάζω)
θεόσταλτος
mandato dal cielo (από θεός και στέλνω)
ξεκουράζομαι
riposarsi (σαν ξεκούραση)
η προσφορά
l'offerta (σαν προσφέρω)
μακρύς
lungo
ξαπλώνω
stendere; stendersi, sdraiarsi (σαν ξαπλώστρα)
φαντάζομαι
immaginare; figurarsi (σαν φαντάζω/φαντασία)
το ύψος
l'altezza; statura (πως είναι στην υψομετρία)
η σύγχυση
lo sbilanciamento; sfasamento; la confusione (σαν συγχύζω)
κυβερνώ
governare (σαν κυβέρνηση)
προκαλούμαι
generarsi (σαν προκαλώ)
η σύγκριση
la comparazione (σαν συγκρίνω)
κοντός
basso, corto (σαν κοντά)
κόβω
tagliare (σαν κόψιμο/κοπή)
τραβώ
tirare (trascinare) (σαν τράβηγμα)
μακραίνω
allungare (άσχετα μοιάζει με μακραίωνος)
περισσεύω
eccedere, essere in più (σαν περίσσευμα)
το μέγεθος
la misura, taglia (μοιάζει με μεγεθύνω)
συμβαίνω
occorrere, accadere (σαν σύμβαν)
ρωτάω
domandare, porre una domanda (σαν ρώτημα)
ξένος
straniero (ξ...)
πληρώνω
pagare (σαν πληρωμή)
ο βασιλιάς
il re (β...άς)
στέλνω
inviare, mandare
καταβροχθίζω
ingozzare, divorare; (fig.) spendere, scialacquare (σαν καταβρόχθιση)
μοναδικός
singolare, unico (σαν μονάδα)
καταραμένος
maledetto (από κατάρα)
καταστρέφω
distruggere, travolgere, mandare a rotoli (σαν καταστροφή)
τιμωρώ
castigare, punire (σαν τιμωρία)
αφήνω
lasciare (α...)
ο διάδοχος
il diadoco, successore (σαν διαδοχικός)
ανακοινώνω
comunicare, annunciare (σαν ανακοίνωση)
ο λαός
il popolo (λ...)
περιμένω
aspettare (περί + μένω)
σώζω
salvare (σαν σωτηρία)
καταδικάζω
condannare (σαν καταδικαστικός)
σκοτώνω
uccidere (σαν σκοτωμός)
αναμετριέμαι
misurarsi, cimentarsi (σαν αναμέτρηση)
το τέρας
il mostro (σαν τερατολογία κλπ)
αήττητος
imprendibile, invincibile (από ήττα)
το κακό
il male (το κ... σαν κακό)
φοβάμαι
temere (σαν φόβος)
ο σκοπός
lo scopo (σαν σκοπεύω)