Level 98 Level 100
Level 99

Πράξεις Βίας


296 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
la práctica
πρακτική, πράξη
en la práctica
στην πράξη
la violencia
βία
violento
βίαιος, βίαιο
la víctima de violencia
θύμα βίας
la violencia doméstica
ενδοοικογενειακή βία
α) el puño, β) el puñetazo
γροθιά (α: το χέρι, β: το χτύπημα), μπουνιά
la patada
κλωτσιά
patear, pateo, doy patada
κλωτσάω, κλωτσώ
karate
καράτε
las artes marciales
πολεμικές τέχνες
película de artes marciales
ταινία πολεμικών τεχνών (στα ελληνικά τις λέμε γενικά καράτε)
luchar, lucho
πολεμώ, αγωνίζομαι
la lucha, la pugna
πάλη, αγώνας, καβγάς
pelear, peleo, reñir, riño (con)
τσακώνομαι (με), καυγαδίζω (με), μαλώνω (με)
los niños se pelean
τα παιδιά τσακώνονται, τα παιδιά μαλώνουν μεταξύ τους
el escupitajo
φτύσιμο, φλέμα, ροχάλα
la estocada
μαχαίρωμα, μαχαιριά
disparar, disparo
πυροβολώ, πυροδοτώ
el disparo
πυροβολισμός, πυροβολώ (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα), βολή, πυροδότηση
el tiroteo
ανταλλαγή πυροβολισμών, πιστολίδι
agarrar, agarro, arrebatar, arrebato
αρπάζω
azotar, azoto
δέρνω, μαστιγώνω
el látigo
μαστίγιο
doy una bofetada
χαστουκίζω, δίνω ένα χαστούκι
la bofetada
χαστούκι
empujar, empujo
σπρώχνω, ωθήσατε! (ωθησατε, ως ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΣΕ ΠΙΝΑΚΙΔΑ)
la zancadilla
τρικλοποδιά
poner la zancadilla, pongo la zancadilla
βάζω τρικλοποδιά
morder, muerdo
δαγκώνω
la mordedura, la mordida
δάγκωμα, δαγκωματιά
atar, ato
δένω
encarcelar, encarcelo
φυλακίζω
cautivar, cautivo, capturar, capturo
αιχμαλωτίζω
cautivo
αιχμάλωτος, αιχμαλωτίζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
el cautiverio, la cautividad
αιχμαλωσία
cortar, corto
κόβω
bombardear, bombardeo
βομβαρδίζω
el bombardeo, bombardeo
βομβαρδισμός, βομβαρδίζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
el tormento, la tortura
βασανιστήριο, βασανισμός, βάσανο
sufrir, sufro
υποφέρω, πάσχω, βασανίζομαι, υπομένω
las esposas
χειροπέδες, οι γυναίκες σύζηγοι
la trampa
παγίδα, ζαβολιά
atrapado
παγιδευμένος, εγκλωβισμένος
quedó atrapado
έμεινε παγιδευμένος
siguen atrapados
συνεχίζουν να είναι εγκλωβισμένοι (παγιδευμένοι)
atrapar, atrapo
παγιδεύω
el abuso, abuso
κατάχρηση, κακομεταχείρηση, κακοποίηση, καταχρώμαι (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
la violación
παράβαση, βιασμός
el violador
βιαστής
el ladrón
ο ληστής, ο κλέφτης
el robo, robo
ληστεία, κλοπή, κλέβω (α' πρόσωπο ενεστώτα)
a la fuerza, violentamente
με το ζόρι, βίαια
el / la criminal
ο / η κακοποιός, εγκληματίας, εγκληματικός
el maltrato animal
κακοποίηση των ζώων
la criminalidad
εγκληματικότητα
la organización criminal
εγκληματική οργάνωση
el pasado criminal
το εγκληματικό παρελθόν
la rotura, el robo con fractura
διάρρηξη
romper, rompo
σπάω, χαλάω
ahogar (a,) ahogo (a)
πνίγω (τον / την)
ahogo
πνιγμός, πνίγω (α' πρόσωπο ενεστώτα)
ahogado
πνιγμένος
envenenado
δηλητηριασμένος
el veneno
δηλητήριο
la intoxicación
δηλητηρίαση
venenoso
δηλητηριώδης
colgado, ahorcado
κρεμασμένος
colgar, cuelgo
κρεμώ, κλείνω (το τηλέφωνο)
el ahorcamiento
απαγχονισμός, κρέμασμα
la intimidación
εκφοβισμός, μπούλινγκ, νταϊλίκι, ενδοσχολική βία
amenazar, amenazo
απειλώ
la amenaza, amenaza
απειλή, απειλεί (γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
el / la amenazante
απειλητικός / απειλητική
malo
κακός, κακό, άσχημα (ΕΠΙΡΡΗΜΑ)
la malicia
η κακία
la ilegalidad
παρανομία
el arma
όπλο
la bala
σφαίρα (όπλου), βόλι, σκάγι
la explosión, el estallido, la erupción
έκρηξη
el furor
σφοδρή οργή, έκρηξη θυμού, παραφορά, μανία
el enfado, la bronca
θυμός
odio
(το) μίσος, μισώ, σιχαίνομαι (α' πρόσωπο ενεστώτα)
furia
οργή, μανία, λύσσα
enfurecer (a), enfurezco (a)
εξοργίζω, εξαγριώνω, κάνω έξω φρενών, εκνευρίζω (τον / την)
enfurecido
εξοργισμένος, εξαγριωμένος, έξω φρενών, εκνευρισμένος
enfadarse, me enfado, enojarse, me enojo
θυμώνω, νευριάζω
el nerviosismo
νευρικότητα
la agresión, la agresividad
επιθετικότητα (ΟΧΙ Η ΦΡΑΣΗ ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ)
agresivo
επιθετικός (ΟΧΙ ΠΑΙΚΤΗΣ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ)
autoritario
αυταρχικός
indisciplinado
απείθαρχος
el / la desobediente
ανυπάκουος / ανυπάκουη
la desobediencia
η ανυπακοή
la reacción
αντίδραση
reaccionar, reacciono
αντιδρώ
la huelga
απεργία
la huelga de hambre
απεργία πείνας
el racismo
ρατσισμός
el / la racista, supremacista
ρατσιστής / ρατσίστρια
la borrachera
μέθη, μεθύσι
emborracharse, me emborracho
μεθώ
borracho
μεθυσμένος, μεθύστακας, μπεκρής, μέθυσος
asesinato
δολοφονία, φόνος
el asesino
δολοφόνος
asesinado
δολοφονημένος
matar (a), mato (a)
σκοτώνω (τον / την)
Jack el destripador
Τζακ ο αντεροβγάλτης
gritar, grito
φωνάζω, ουρλιάζω
el aullido, el chillido
ουρλιαχτό, τσιρίδα, τσίριγμα, στριγκλιά
el grito, grito
κραυγή, φωνάζω (α' πρόσωπο ενικού)
la inquisición
ιερά εξέταση
herir, hiero
τραυματίζω, πληγώνω
el herido
τραυματίας, πληγωμένος, χτυπημένος, τραυματισμένος
gravemente herido
βαριά τραυματισμένος
levemente herido
ελαφρά τραυματισμένος
el estado crítico
κρίσιμη κατάσταση
la herida
πληγή, πληγωμένη, χτυπημένη, τραυματισμένη
me siento herido
νιώθω πληγωμένος
el condenado
κατάδικος, καταδικασμένος
el moretón, el moratón
μελανιά
la contusión
μώλωπας
el lloro, el llanto
κλάμα, κλαίω (α' πρόσωπο ενεστώτα)
llorar, lloro
κλαίω
lloran
κλαίνε
está llorando
κλαίει (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
lloro (llorar) por lo más mínimo
κλαίω με το παραμικρό
la fractura
κάταγμα, σπάσιμο
sangrar, sangro
αιμορραγώ, ματώνω
la sangría
αφαίμαξη, κόκκινο κρασί με φρούτα
la asfixia
ασφυξία
el incendio provocado
εμπρησμός
la combustión / el quemado
καύση / κάψιμο
quemado
καμένος, καμένο, καύση, κάψιμο
la quemadura
έγκαυμα
quemar, quemo, arder, ardo
καίω
la anarquía
αναρχία
el / la anarquista
αναρχικός / αναρχική
el palo
ραβδί, πάσσαλος, γκλόμπ
la marginación
περιθωριοποίηση
pandilla, banda, cuadrilla
συμμορία, σπείρα
el crimen organizado
οργανωμένο έγκλημα
la organización
οργάνωση
la mafia
μαφία
el miedo, el temor
φόβος
el terror
τρόμος (ως αποτέλεσμα φόβου)
apuñalado
μαχαιρωμένος
el / la terrorista
ο / η τρομοκράτης
el terrorismo
τρομοκρατία
la organización terrorista
τρομοκρατική οργάνωση
te mato
σε σκοτώνω, θα σε σκοτώσω (ενεστώτας που στα ελληνικά χρησιμοποιούμε μέλλοντα)
el fugitivo, el fugado
δραπέτης, φυγάς
la carabina, la escopeta
καραμπίνα, τουφέκι
la emboscada
ενέδρα
el / la mortal
θανάσιμος / θανάσιμη
peligro de muerte
κίνδυνος θανάτου
letal, mortal, mortífero, fatal
θανατηφόρος, θανατηφόρο
el dolor
πόνος, άλγος
doler, duelo
πονώ κάποιον, προκαλώ πόνο
la masacre
σφαγή
el matadero, el matarife
σφαγείο, σφαγέας
la rabia
οργή, λύσσα (ΚΑΙ ΩΣ ΑΡΡΩΣΤΙΑ)
la crueldad
σκληρότητα (σε συμπεριφορά), αγριότητα, απάνθρωπη συμπεριφορά, απονιά
furioso
έξαλλος, οργισμένος, εξαγριωμένος
el ataque, el atentado
επίθεση
el ataque suicida, el atentado suicida
επίθεση αυτοκτονίας, αυτοκτονική επίθεση
el intento, la tentativa
απόπειρα, προσπάθεια
la bomba
βόμβα, αντλία
la venganza
εκδίκηση
la escoria
απόβρασμα, κάθαρμα, σκουριά
el insulto, insulto
προσβολή, βρισιά, βρίζω, προσβάλλω (α' ενικό πρόσωπο)
insultar (a), insulto (a), ofender (a), ofendo (a)
προσβάλλω, βρίζω (τον / την)
la gente que se dice palabrotas todo el tiempo
οι άνθρωποι που βρίζουν όλη την ώρα
la palabrota
το βρωμόλογο
secuestrar, secuestro
απαγάγω
el secuestro, el rapto
απαγωγή, απαγάγω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα), αεροπειρατεία
secuestrador
απαγωγέας, αεροπειρατής
chantajear, chantajeo
εκβιάζω
el chantaje, la extorsión
εκβιασμός
el rescate
διάσωση, λύτρα
los yihadistas
τζιχαντιστές
el fanatismo
φανατισμός
el fanatismo islámico
ισλαμικός φανατισμός
la amputación, la mutilación
ακρωτηριασμός
mutilado
ακρωτηριασμένος, ακρωτηριασμένο, κολοβωμένο, πετσοκομμένο, κατακρεουργημένος
la ejecución
εκτέλεση
el satanismo
σατανισμός
escupir (a), escupo (a)
φτύνω (τον / την)
la decapitación
αποκεφαλισμός, καρατόμηση
decapitar, decapito
αποκεφαλίζω, καρατομώ
la pelea, la riña, la reyerta
τσακωμός, καβγάς, φιλονικία
la pelea con puños
γρονθοκόπημα
maltratado, abusado
κακοποιημένος
vagabundo
αλήτης
la vagancia
αλητεία
ahuyentar, ahuyento, echar, echo
διώχνω, αποβάλλω
el pugilismo / el boxeo
πυγμαχία / μποξ
desafiar (a), desafío (a)
προκαλώ (κάποιον - τον / την) (ΟΧΙ ΕΙΜΑΙ Η ΑΙΤΙΑ ΓΙΑ ΚΑΤΙ), αψηφώ
el desafío, el reto
πρόκληση
enfrentarse, me enfrento
συγκρούομαι (όχι για οχήματα)
la indignación
αγανάκτηση, αποτροπιασμός, οργή
predominar, predomino
κυριαρχώ, υπερισχύω, επικρατώ
la soberanía, el soberanismo
κυριαρχία
destruir, destruyo
καταστρέφω
interrogar, interrogo
ανακρίνω
odiar (a), odio (a)
μισώ (τον / την), σιχαίνομαι (τον / την)
te odio
σε μισώ
suicidarse, me suicido
αυτοκτονώ
el suicidio
αυτοκτονία
se suicidó
αυτοκτόνησε
robar, robo
κλέβω
rasgado
σχισμένος, σχισμένο, σχιστό
rasgar, rasgo
σκίζω, σχίζω
asustar (a), asusto (a)
φοβίζω, εκφοβίζω, τρομάζω, αποκαρδιώνω, αποθαρρύνω, σκιάζω (τον / την)
cruzar, cruzo
σταυρώνω, περνώ τον δρόμο
detener (a), detengo (a), arrestar (a), arresto (a)
συλλαμβάνω, φυλακίζω (τον / την)
el desastre, la destrucción, la devastación
καταστροφή
quedó destruido
καταστράφηκε
desastroso, catastrófico
καταστροφικός
la guerra
πόλεμος
la guerra civil
εμφύλιος πόλεμος
la guerra mundial
παγκόσμιος πόλεμος
la guerra fría
ψυχρός πόλεμος
película de terror, película de miedo
ταινία τρόμου
ETA
Βασκική εθνικιστική και αυτονομιστική οργάνωση / Βασκική τρομοκρατική οργάνωση
el cuchillo
μαχαίρι
el comercio de armas
εμπόριο όπλων
el / la narcotraficante
έμπορος ναρκωτικών
el narcotráfico
εμπόριο ναρκωτικών
muerto
νεκρός, πεθαμένος, σκοτωμένος
está muerto
είναι νεκρός, πέθανε, σκοτώθηκε
difunto
αποβιώσας, θανών, μακαρίτης, νεκρός
sanguinario
αιμοβόρος, αιμοδιψής, αιματηρός, αιμοσταγής
la banda
μουσικό συγκρότημα, συμμορία
el sadismo
σαδισμός
el masoquismo
μαζοχισμός
la castración
ευνουχισμός
la lapidación
λιθοβολισμός
el sacrificio humano
ανθρωποθυσία
el homicidio
ανθρωποκτονία
caníbal
κανίβαλος, ανθρωποφάγος
explotar, exploto, reventar, revento
εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ, σκάω (ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΑ), κάνω κάτι να εκραγεί
golpear (a), golpeo (a)
χτυπώ (τον / την) (ΚΑΠΟΙΟΝ - ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ) (ΟΧΙ ΚΟΥΔΟΥΝΙ)
el golpe
χτύπημα, πλήγμα
golpeó
χτύπησε (ΚΑΠΟΙΟΝ - ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ)
el ataque terrorista
τρομοκρατική επίθεση, τρομοκρατικό χτύπημα
la brutalidad
βιαιότητα, βαρβαρότητα
el revólver
περίστροφο
la pistola
πιστόλι
atado
δεμένος, δεμένο
el acoso, el hostigamiento
παρενόχληση, νταηλίκι, τραμπουκισμός
el acoso sexual
σεξουαλική παρενόχληση
envenenar (a), enveneno (a)
δηλητηριάζω (τον / την)
torturar, torturo
βασανίζω
el torturador
βασανιστής
burlarse, me burlo
κοροϊδεύω
la mala acción
κακιά πράξη, κακή πράξη, αδικοπραγία, αδίκημα
la cicatriz
ουλή
la cicatrización
επούλωση, γιάτρεμα
el púgil, el pugilista, el boxeador
πυγμάχος, μποξέρ
menoscabar, menoscabo
υπονομεύω, υποσκάπτω, διακυβεύω, μειώνω, θίγω, βλάπτω
poner en riesgo, pongo en riesgo, hacer peligrar, hago peligrar
θέτω σε κίνδυνο
la masculinidad
αρρενωπότητα, ανδρισμός
feroz
θηριώδης, ζωώδης, μοχθηρός, άγριος, κακός
someterse, me someto
υποβάλλομαι, υπόκειμαι, υποκύπτω
someter, someto
υποβάλλω
cejar, cejo
υποχωρώ
acomodadizo
υποχωρητικός, εξυπηρετικός, περιποιητικός, συγκαταβατικός, ευεπηρέαστος
obligatoriamente
υποχρεωτικά
obligatorio
υποχρεωτικός
la obligación
υποχρέωση
obligado
υποχρεωμένος
obligar (a), obligo (a)
υποχρεώνω, αναγκάζω, εξαναγκάζω, επιβάλλω (τον / την) (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ coercer, coerzo)
forzoso
καταναγκαστικός, αναγκαστικός, υποχρεωτικός, αυτός που γίνεται με το ζόρι
presionar (a), presiono (a)
πιέζω (τον / την)
el pisotón, la paliza
ξυλοδαρμός, ξυλοκόπημα, ξυλοφόρτωμα
la revuelta
εξέγερση, αναταραχή
la conducta agresiva
επιθετική συμπεριφορά (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ)
degollado
σφαγμένος, σφαγμένο, με κομμένο το λαιμό
la coerción
εξαναγκασμός, καταναγκασμός, καταπίεση, στανιό
coercer, coerzo
εξαναγκάζω, αναγκάζω (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ obligar, obligo)
el derramamiento de sangre
αιματοχυσία
la defensa
άμυνα, υπεράσπιση
defender (a), defiendo (a)
αμύνομαι, υπερασπίζομαι (τον /την)
se defendió
αμύνθηκε, υπερασπίστηκε
defensivo
αμυντικός
lesionarse, me lesiono
τραυματίζομαι
las pequeñas lesiones
μικροτραυματισμοί
se lesionó, fue heridο (fue herida)
τραυματίστηκε
me lesioné
τραυματίστηκα
el / la susceptible
ο / η επιρρεπής, ευαίσθητος, ευερέθιστος
la hemorragia, el sangrado
αιμορραγία
apuntar, apunto
σημειώνω, στοχεύω, σημαδεύω (ΜΕ ΟΠΛΟ), δείχνω
se rompe
σπάζει (γ' ενικό), διαλύεται (σε κομμάτια)
el arañazo
γρατσουνιά, γρατζουνιά, αμυχή, γδάρσιμο, χαραγματιά
la vulnerabilidad
ευπάθεια, τρωτότητα, αδυναμία