Level 89 Level 91
Level 90

Ανθρώπινες σχέσεις


293 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
las relaciones humanas
ανθρώπινες σχέσεις
las relaciones públicas
δημόσιες σχέσεις
humano / humana
ανθρώπινος, ανθρώπινο / ανθρώπινη
la relación
σχέση, συναναστροφή
las relaciones de amistad
φιλικές σχέσεις
la relación de dependencia
σχέση εξάρτησης
interdependencia
αλληλεξάρτηση
la amistad
φιλία
la dependencia
εξάρτηση
odio
(το) μίσος, μισώ, σιχαίνομαι (α' πρόσωπο ενεστώτα)
el amor
αγάπη, έρωτας
la cooperación, la colaboración
συνεργασία
la rivalidad
αντιπαλότητα
la hostilidad
εχθρικότητα, εχθρότητα, εχθροπραξία
la alianza
συμμαχία
el aliado
σύμμαχος
el enemigo
εχθρός
el amigo / la amiga
φίλος / φίλη
el conocido, conocido
γνωστός, μετοχή ρήματος conocer = γνωρίζω. ***γνωρίσει
el conocimiento
γνωριμία, γνώση
la esclavitud
δουλεία, σκλαβιά
la independencia
ανεξαρτησία
la competencia
ανταγωνισμός, δεξιότητα
la dedicación, la lealtad
αφιέρωση, αφοσίωση
la aversión
αποστροφή, απέχθεια
la afinidad
συγγένεια
los parientes
(οι) συγγενείς
el pariente
(ο) συγγενής
el desconocido
άγνωστος, άγνωστο
compañero de trabajo, colega
συνάδελφος
el socio
συνεργάτης, συνεταίρος, εταίρος
el compañero
σύντροφος
la compañía
συντροφιά, παρέα, εταιρία
el jefe
το αφεντικό, ο προϊστάμενος, ο αρχηγός, ο επικεφαλής
el obrero, el trabajador
εργάτης
el funcionario, el empleado
(ο) υπάλληλος, μόνιμος υπάλληλος
relación de amor
σχέση αγάπης
el romance
ειδύλλιο, ρομαντική σχέση
la simpatía
συμπάθεια
la antipatía
αντιπάθεια
aborrecer, aborrezco
αντιπαθώ
el rival, el adversario
αντίπαλος
amar (a), amo (a), quierer (a), quiero (a)
αγαπώ (τον / την)
el desprecio / desprecio
η περιφρόνηση, το σνομπάρισμα / περιφρονώ, σνομπάρω, αγνοώ (τον / την) (α' πρόσωπο ενεστώτα)
la falta de confianza
έλλειψη εμπιστοσύνης
la confianza
εμπιστοσύνη
la camaradería
συντροφικότητα
la solidaridad
αλληλεγγύη
el apoyo, apoyo
υποστήριξη, στήριξη, υποστηρίζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα), συμπαράσταση
el compañero de clase
συμμαθητής
el compañero de piso
συγκάτοικος
compañero de juego
συμπαίκτης
conciudadano
συμπολίτης
cliente
πελάτης / πελάτισσα
protector
προστάτης, προστατευτικό
protegido
προστατευόμενος
el competidor
ανταγωνιστής
el / la indeseable
ανεπιθύμητος / ανεπιθύμητη / ανεπιθύμητο
relativo (a), relacionado (con)
σχετικός (με), σχετιζόμενος (με)
irrelevante
άσχετος / άσχετη
el / la cómplice
συνένοχος, συνεργός
respeto mutuo
αμοιβαίος σεβασμός
el compañero de viaje
συνταξιδιώτης
la libertad
ελευθερία
el / la libre
ελεύθερος, ελεύθερο / ελεύθερη
el esclavo
δούλος, σκλάβος
el / la superior
ανώτερος / ανώτερη / ανώτερο
subalterno
κατώτερος, υποδεέστερος
el partidario, el adepto, el aficionado
οπαδός, υποστηρικτής, φίλαθλος
la pareja
ζευγάρι (2 άτομα) (ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ), (ΟΧΙ Η ΠΑΡΕΑ)
el vecino
γείτονας
la fianza
δεσμός, ενέχυρο, εγγύηση, δασμός
la intolerancia
μισαλλοδοξία, δογματισμός
la hermandad, la fraternidad
αδελφότητα, αδελφοσύνη
la sociabilidad
κοινωνικότητα
la introversión
εσωστρέφεια
igual
ίσον, ίσος, ίση, τα ίδια, ίδιος, ίδια
las buenas relaciones
καλές σχέσεις
las malas relaciones
κακές σχέσεις
no tiene nada que ver con
δεν έχει σχέση με
con relación a, sobre, acerca de
σχετικά με
no importa
δεν πειράζει
no es importante
δεν είναι σημαντικό
apoyar (a), apoyo (a)
στηρίζω (τον / την)
el / la deportista
αθλητής / αθλήτρια
la caridad
φιλανθρωπία
la hospitalidad
φιλοξενία
la comprensión
κατανόηση
la comunicación
επικοινωνία
la discusión, el debate
συζήτηση
antipático
αντιπαθητικός
la oposición
αντιπολίτευση, αντίθεση, αντίσταση
la delegación
αποστολή (αντιπροσωπείας)
el / la confidencial
εμπιστευτικός / εμπιστευτική / εμπιστευτικό, απόρρητο
la confiabilidad, la credibilidad, la fiabilidad
αξιοπιστία
la dignidad
αξιοπρέπεια
el honor
τιμή (του τιμημένου)
el / la moral
ηθικός / ηθική / ηθικό
el comportamiento
συμπεριφορά
la cortesía
ευγένεια
cortés, gentil, amable
ευγενής, ευγενικός
rudeza, grosería
αγένεια, χοντράδα
rudo
αγενής, τραχύς, ανώμαλος, σκληρός
simpático
συμπαθητικός
la entrevista
συνέντευξη, η προφορική εξέταση για γλώσσα
la negociación
διαπραγμάτευση
el / la negociable
διαπραγματεύσιμος / διαπραγματεύσιμη / διαπραγματεύσιμο
enredo
μπέρδεμα, μπλέξιμο, μπερδεύω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
la amabilidad
φιλικότητα
el diálogo
διάλογος
el / la sociable
κοινωνικός / κοινωνική
la consulta, el consejo, el asesoramiento
συμβουλή
aconsejar (a), aconsejo (a)
συμβουλεύω (τον / την)
la tutoría, la tutela
κηδεμονία, ιδιαίτερα μαθήματα
los derechos humanos
ανθρώπινα δικαιώματα
comportarse, me comporto
συμπεριφέρομαι
se comporta
συμπεριφέρεται
el interlocutor
συνομιλητής
celebrar, celebro
γιορτάζω, πανηγυρίζω
la celebración
εορτασμός, πανηγύρι, πανηγυρισμός
la fiesta
γιορτή, πάρτι
acuerdo
συμφωνία, συμφωνώ (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
el pacto
σύμφωνο, διεθνής συμφωνία
el diplomático
διπλωμάτης, διπλωματικός
la diplomacia
διπλωματία
la embajada
πρεσβεία
el embajador
πρέσβης, πρεσβευτής
la conversación
συνομιλία
la confederación
συνομοσπονδία
la federación
ομοσπονδία
hostil
εχθρικός
el amistoso, el / la amable
φιλικός, ευγενικός / φιλική, ευγενική
la reunión
συνάθροιση, συγκέντρωση
la conferencia
σύσκεψη, συνέδριο, συνέντευξη
compartir piso con
μοιράζομαι το διαμέρισμα με, συγκατοικώ με
el consentimiento
συγκατάθεση
la clientela
πελατεία
consentir, consiento
συγκατατίθεμαι, συναινώ σε κάτι, ανέχομαι, παραχαϊδεύω, καλομαθαίνω, κακομαθαίνω, χαλάω
el miembro
μέλος (σώματος, σωματείου κλπ)
la privacidad, la intimidad
μυστικότητα, ιδιωτικότητα, ιδιωτική ζωή, προσωπική ζωή, απόρρητο
intereses comunes
κοινά ενδιαφέροντα
los intereses
ενδιαφέροντα, συμφέροντα, τόκοι
por los demás
για τους άλλους, για τα άλλα
la ayuda a domicilio
βοήθεια στο σπίτι
no es culpa mía
δεν φταίω εγώ, δεν είναι δικό μου φταίξιμο
tienen gustos diferentes
έχουν διαφορετικά γούστα
tienen diferentes puntos de vista
έχουν διαφορετικές απόψεις
tienen los mismos puntos de vista
έχουν τις ίδιες απόψεις
tienen los mismos gustos
έχουν τα ίδια γούστα
tarjeta de invitación
προσκλητήριο, πρόσκληση (ως κάρτα)
divorciarse, me divorcio
παίρνω διαζύγιο
el gruñido
γκρίνια, μούγκρισμα, γρύλισμα
la coalición
συνασπισμός
la conspiración, el complot
συνωμοσία
el sustituto
αντικαταστάτης, υποκατάστατο
el entorno
περιβάλλον (ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ), κύκλος (ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ), περίγυρος
el muro de una red social
τοίχος ενός κοινωνικού δικτύου, χώρος στο προφίλ του χρήστη όπου οι φίλοι γράφουν μηνύματα
el ámbito personal
προσωπικό επίπεδο
el ámbito público
δημόσιο πεδίο (με κόσμο κλπ), δημόσιο περιβάλλον
tenemos muy buenas relaciones y nos comunicamos con frecuencia
έχουμε πολύ καλές σχέσεις και επικοινωνούμε συχνά
no nos vemos a menudo
δεν βλεπόμαστε συχνά
me visitó
με επισκέφτηκε
la relación estable
σταθερή σχέση
la relación duradera
μόνιμη σχέση, μακροχρόνια σχέση
la pelea, la riña, la reyerta
τσακωμός, καβγάς, φιλονικία
pelear, peleo, reñir, riño (con)
τσακώνομαι (με), καυγαδίζω (με), μαλώνω (με)
acompañado (de)
συνοδευόμενος (από), με παρέα
me gusta comunicarme con los demás
μου αρέσει να επικοινωνώ με τους άλλους
La mayoría de las personas
Ο περισσότερος κόσμος, Η πλειοψηφία των ανθρώπων
el ambiente amigable, el ambiente amistoso
φιλικό περιβάλλον
mantuvimos contacto
μείναμε σε επαφή, διατηρήσαμε επαφή
teníamos que cortar la relación
έπρεπε να διακόψουμε την σχέση
hacer amigos, hago amigos
κάνω φίλους
me llevo bien con
τα πάω καλά με
no me llevo bien con
δεν τα πάω καλά με
mujeriego
γυναικάς, μουρντάρης
la ninfómana
νυμφομανής (= γυναίκα που επιδιώκει τη σύναψη πολλών σεξουαλικών επαφών), η σεξομανής γυναίκα
salgo con mis amigos
βγαίνω με τους φίλους μου
tienen mucho en común
έχουν πολλά κοινά
nos trataron bien
μας περιποιήθηκαν καλά, μας φέρθηκαν καλά
tratar, trato
μεταχειρίζομαι, συμπεριφέρομαι, θεραπεύω, φροντίζω, δοκιμάζω
nos visitaron
μας επισκέφθηκαν
visitar (a), visito (a)
επισκέπτομαι (τον / την)
la visita
επίσκεψη
el / la visitante
επισκέπτης / επισκέπτρια
estoy esperando a unos amigos
περιμένω φίλους (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ), περιμένω κάτι φίλους
los niños se pelean
τα παιδιά τσακώνονται, τα παιδιά μαλώνουν μεταξύ τους
la acogida
καλωσόρισμα, υποδοχή
acoger, acojo
καλωσορίζω, υποδέχομαι
hospedar, hospedo
φιλοξενώ
el correo
αλληλογραφία, το ταχυδρομείο ως υπηρεσία (ΟΧΙ ΩΣ ΧΩΡΟΣ)
te odio
σε μισώ
te quiero, te amo
σ' αγαπώ
tener confianza, tengo confianza
έχω εμπιστοσύνη
confío en ti
σε εμπιστεύομαι, σου έχω εμπιστοσύνη
¿Por qué me mentiste?
Γιατί μου είπες ψέματα;
la fuente de tensión
πηγή έντασης (σε μια σχέση κλπ)
el aumento de divorcios
η αύξηση των διαζυγίων
la xenofobia
ξενοφοβία
representar, represento
αντιπροσωπεύω
el / la representante
αντιπρόσωπος, πληρεξούσιος
la representación
αντιπροσώπευση
el / la portavoz
ο / η εκπρόσωπος, το μεγάφωνο
la portavocía
εκπροσώπηση, εκπροσώπευση
el / la portavoz del gobierno
ο / η κυβερνητικός εκπρόσωπος
la clase media, la burguesía
μεσαία τάξη, αστική τάξη, μπουρζουαζία
la convivencia
συνύπαρξη, συμβίωση, συγκατοίκηση
la lucha, la pugna
πάλη, αγώνας, καβγάς
la riña
λογομαχία, διαπληκτισμός, τσακωμός, καβγάς
replicar, replico
αντιλέγω, αντιμιλώ, απαντώ, αντικρούω, αντιγράφω
discutir, discuto, debatir, debato
συζητώ
póngase en contacto conmigo
επικοινωνήστε μαζί μου
Gracias por poneros en contacto conmigo
Ευχαριστώ που επικοινωνήσατε μαζί μου
Gracias por tu contacto
Ευχαριστώ για την επικοινωνία σου, Ευχαριστώ που επικοινώνησες μαζί μου
el / la imperdonable
ασυγχώρητος / ασυγχώρητη / ασυγχώρητο
la reconcilación
συμφιλίωση
reconciliar, reconcilio, conciliar, concilio
συμφιλιώνω, συμβιβάζω, διευθετώ
mutuo, recíproco, bilateral
αμοιβαίος, αλληλοπαθής, κοινός
molestar (a), molesto (a)
ενοχλώ (τον / την)
rallar
ενοχλώ (ΣΕ ΑΡΓΚΟ), τη σπάω σε κάποιον (= molestar)
molestar a los vecinos
ενοχλώ τους γείτονες (ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ)
la molestia
ενόχληση
me molestó
με ενόχλησε
el / la molestante
ενοχλητικός / ενοχλητική
me molesta
με ενοχλεί
es muy molesto
είναι πολύ ενοχλητικό
enojado, enfadado, resentido
θυμωμένος, νευριασμένος, τσατισμένος, εκνευρισμένος
estoy enfadado (enojado, resentido)
είμαι θυμωμένος, είμαι νευριασμένος
la violencia doméstica
ενδοοικογενειακή βία
el servicio rápido
γρήγορη εξυπηρέτηση
el servicio amigable, el servicio amistoso
φιλική εξυπηρέτηση
servir (a), sirvo (a)
υπηρετώ, εξυπηρετώ, σερβίρω (τον / την)
la conciliación
συμβιβασμός, συμφιλίωση, συνδιαλλαγή
el / la secesionista
αποσχιστικός, αποσχιστική, αποσχιστικό
los seguidores
οι υποστηρικτές, οι οπαδοί, οι ακόλουθοι
las reacciones sociales
κοινωνικές αντιδράσεις, αντιδράσεις της κοινωνίας
el clamor popular
λαϊκή κατακραυγή
el populismo, el laicismo
λαϊκισμός
popular
δημοφιλής, λαϊκός
el / la manifestante, el demostrador
διαδηλωτής / διαδηλώτρια
manifestar, manifiesto
διαδηλώνω
la manifestación
διαδήλωση, συλλαλητήριο, εκδήλωση
la huelga
απεργία
la ruptura
ρήξη, θραύση, σπάσιμο
el amo / el ama (las amas)
ο / η αφέντης, κύριος, ιδιοκτήτης, κάτοχος, ηγεμόνας, αφεντικό ζώου (οι αφέντρες κλπ)
el acoso, el hostigamiento
παρενόχληση, νταηλίκι, τραμπουκισμός
el acoso sexual
σεξουαλική παρενόχληση
foto conmemorativa
αναμνηστική φωτογραφία
el souvenir, el recuerdo
σουβενίρ, αναμνηστικό, ενθύμιο
la tienda de recuerdos
κατάστημα με σουβενίρ, κατάστημα αναμνηστικών
vengativo
εκδικητικός
el concilio
σύνοδος
hablamos
μιλάμε, μιλήσαμε
a veces hablamos por teléfono
μερικές φορές μιλάμε στο τηλέφωνο
el / la ancestral
(ο / η) πατροπαράδοτος, πατρογονικός, παραδοσιακός, προγονικός
alojar, alojo
στεγάζω, παρέχω κατάλυμα, φιλοξενώ
fiar (a), fío (a)
εμπιστεύομαι κάτι (σε / στον / στην), πωλώ επί πιστώσει
confiar (en), confío (en), fiarse (de), me fío (de)
εμπιστεύομαι (τον / την / το)
la unanimidad, el consenso
ομοφωνία, κοινή συναίνεση
consentido, maleducado
κακομαθημένος
la aprobación
έγκριση, συναίνεση
tolerar, tolero, soportar, soporto
ανέχομαι, υπομαίνω
despreciar (a), desprecio (a), desdeñar (a), desdeño (a)
περιφρονώ, σνομπάρω, αγνοώ (τον / την)
partidista, discriminatorio, parcial
μεροληπτικός
el prejuicio, el sesgo
προκατάληψη, εμπάθεια, μεροληψία
el asistente, el/la ayudante
βοηθός - (η δευτερη λέξη ειναι ταυτόχρονα και θηλυκό)
la asistenta
(η) βοηθός, οικιακή βοηθός
el trabajador social, el / la asistente social
κοινωνικός λειτουργός
involucrar (a), involucro (a)
εμπλέκω, μπλέκω, ανακατεύω (κάποιον, κάπου) (τον / την)
involucrado
εμπλεκόμενος, μπλεγμένος
el respeto a la diversidad
ο σεβασμός της διαφορετικότητας, ο σεβασμός στη διαφορετικότητα
enchufarse, me enchufo
μπαίνω με μέσο, μπαίνω με βύσμα, συνδέομαι στην πρίζα
la sociología
κοινωνιολογία
el / la expareja
ο / η πρώην σύντροφος
convivir, convivo
συζώ, συμβιώνω, συγκατοικώ, συνυπάρχω
la agresión, la agresividad
επιθετικότητα (ΟΧΙ Η ΦΡΑΣΗ ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ)
la conducta agresiva
επιθετική συμπεριφορά (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ)
coercer, coerzo
εξαναγκάζω, αναγκάζω (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ obligar, obligo)
la coerción
εξαναγκασμός, καταναγκασμός, καταπίεση, στανιό
obligar (a), obligo (a)
υποχρεώνω, αναγκάζω, εξαναγκάζω, επιβάλλω (τον / την) (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ coercer, coerzo)
implicado
εμπλεκόμενος, εμπλεκόμενο
lo que más me molesta
αυτό που με ενοχλεί περισσότερο
el sobrenombre, el apodo
ψευδώνυμο, παρατσούκλι, επωνυμία
la llamada perdida
αναπάντητη κλήση
la postura
θέση, τοποθέτηση, στάση (ΓΙΑ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ)
la inauguración
εγκαίνια, τελετή έναρξης
el estilo de vida, la forma de vida
τρόπος ζωής
transgénero
διεμφυλικός
transexual
τρανσέξουαλ, φυλομεταβατικός
el amigo de la infancia
παιδικός φίλος
el amigo de la familia
οικογενειακός φίλος
son amigos
είναι φίλοι
se casó
παντρεύτηκε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)