Level 85 Level 87
Level 86

Ομοιότητες & Διαφορές


254 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
la semejanza, la similaridad
ομοιότητα
la diferencia
διαφορά
de otra manera, de otra forma, diferentemente
διαφορετικά
¿Cuál es la diferencia?
Ποιά η διαφορά; Ποιά είναι η διαφορά;
el respeto a la diversidad
ο σεβασμός της διαφορετικότητας, ο σεβασμός στη διαφορετικότητα
tienen gustos diferentes
έχουν διαφορετικά γούστα
idéntico
ίδιος, όμοιος, πανομοιότυπος, ταυτόσημος
similar
παρόμοιος
algo similar, algo parecido
κάτι παρόμοιο
asimismo
ομοίως, παρομοίως, παρόμοια
relacionado
σχετικός, σχετικό, σχετιζόμενο, συναφές
irrelevante
άσχετος / άσχετη
mismo
ίδιο, εαυτός
parecerse, me parezco, asemejarse, me asemejo
μοιάζω
se parece a su padre
μοιάζει στον πατέρα του
El español de pronunciación se parece mucho al griego
Η ισπανική προφορά μοιάζει με την ελληνική
recordar (a), recuerdo (a)
θυμάμαι (τον / την), θυμίζω, υπενθυμίζω
me recuerda a
μου θυμίζει
olvidar, olvido, olvidarse, me olvido
ξεχνώ, ξεχνιέμαι
los gemelos
δίδυμα, δίδυμοι, διόπτρες, κυαλια (ΟΧΙ ΤΟ ΖΩΔΙΟ ΔΙΔΥΜΟΙ)
el / la grande
μεγάλος / μεγάλη / μεγάλο
pequeño
μικρός, μικρό
el / la joven
νέος / νέα
el viejo
γέρος, παλιός, παλιό, υπερήλικας
gordo
χοντρός, χοντρό, παχύς (ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ-ΖΩΑ)
delgado, flaco, fino
αδύνατος, λεπτός, αμυδρός, λεπτοκαμωμένος, κοκαλιάρης, ισχνός
ancho
φαρδύς, φαρδύ
estrecho, apretado
στενός, στενό
hermoso, guapo
όμορφος (ΚΥΡΙΩΣ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ)
feo
άσχημος
nuevo
καινούργιος, νέος
bueno
καλός, καλό
malo
κακός, κακό, άσχημα (ΕΠΙΡΡΗΜΑ)
el chico
αγόρι, μικρός, μικρό
la chica
κορίτσι, κοπέλα
el hombre
άντρας, άνθρωπος, αμάν!
la mujer
γυναίκα
el casado, casado
παντρεμένος, έγγαμος
el soltero / la soltera
άγαμος, ανύπαντρος, εργένης, ελεύθερος / άγαμη, ανύπαντρη
el afeitado, afeitado, rapado
ξύρισμα, ξυρισμένος
sin afeitar
αξύριστος / αξύριστη
buen vestido
καλοντυμένος
desaliñado
απεριποίητος, ατημέλητος
el vestido
φόρεμα, φουστάνι, ένδυμα, ντυμένος
desnudo
γυμνός
el / la fuerte, poderoso
δυνατός / δυνατή, δυνατός
débil, flojo, delicado
αδύναμος, χωρίς δύναμη
el trabajador
εργαζόμενος, εργατικός, εργάτης
desempleado, parado
άνεργος
alto
ψηλός, δυνατός (σε ήχο), ψηλά (σε ύψος)
bajo
κοντός (άνθρωπος), σιγανός (σε ήχο), χαμηλά (σε ύψος), κάτω από
corto
κοντό (για πράγματα), κόβω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
caro
ακριβός, ακριβό
barato
φτηνός, φτηνό
el / la saludable
υγιεινός / υγιεινή
el / la insalubre
ανθυγιεινός / ανθυγιεινή
colorado
χρωματιστός, χρωματιστό
incoloro
άχρωμο, άχρωμος
el conductor
οδηγός (οχήματος), κανάλι, σωλήνας
el pasajero, el / la ocupante
επιβάτης
el jefe
το αφεντικό, ο προϊστάμενος, ο αρχηγός, ο επικεφαλής
la jefa
η αφεντικίνα, η προϊσταμένη, η αρχηγός, η επικεφαλής
la empleada
(η) υπάλληλος
el funcionario, el empleado
(ο) υπάλληλος, μόνιμος υπάλληλος
el empleado público, el funcionario público
δημόσιος υπάλληλος
los funcionarios municipales
δημοτικοί υπάλληλοι
el empleado privado, el funcionario privado
ιδιωτικός υπάλληλος
el amo / el ama (las amas)
ο / η αφέντης, κύριος, ιδιοκτήτης, κάτοχος, ηγεμόνας, αφεντικό ζώου (οι αφέντρες κλπ)
el esclavo
δούλος, σκλάβος
el / la libre
ελεύθερος, ελεύθερο / ελεύθερη
cautivo
αιχμάλωτος, αιχμαλωτίζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
inteligente, (ser+) listo
έξυπνος / έξυπνη, νοήμων
tonto
χαζός, χαζέ! ανόητος
diestro
επιδέξιος, δεξιοτέχνης, δεξιόχειρας
el / la torpe
ο / η απρόσεκτος, αδέξιος, χαζός, σκράπας, άσχετος
educado
μορφωμένος
iletrado
αγράμματος, αμόρφωτος
el / la diligente
ο / η επιμελής
perezoso, vago
τεμπέλης, αμελής, οκνηρός
rico
πλούσιος, νόστιμος
el / la pobre
φτωχός / φτωχή
el dulce
γλυκός / γλυκιά / γλυκό
el amargo
πικρός, πικρό
insipido,
άνοστος, άγευστος
salado, salino
αλμυρός
común, habitual, usual
συνήθης, συνηθισμένος (ΟΧΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΚΗ ΕΝΝΟΙΑ)
ordinario
συνηθισμένος (με την κακή έννοια), αυτός που δεν είναι τίποτα το σπουδαίο, κοινότυπος
inusual, insólito, raro
ασυνήθιστος, ασυνήθιστο
raro
σπάνιος, σπάνιο, ασυνήθιστος, ασυνήθιστο
curioso
περίεργος, αυτός που νοιώθει περιέργεια (ΟΧΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ)
el / la indiferente
αδιάφορος / αδιάφορη
el propietario, el dueño
ιδιοκτήτης
el inquilino
ενοικιαστής
cerca (de)
κοντά (σε, στο), περίπου
lejos (de)
μακριά (από)
al lado
δίπλα, πλάι
limpio
καθαρός, καθαρό, καθαρίζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
sucio
βρώμικος, λερωμένος, βρωμιάρης, άπλυτος, άλουστος, ακάθαρτος, βρωμιάρη!
rápido
γρήγορος, γρήγορο
lento
αργός, αργό
el / la valiente
γενναίος, τολμηρός, παλικάρι / γενναία, τολμηρή
cobarde
δειλός / δειλή
tímido
ντροπαλός
sereno
γαλήνιος, ψύχραιμος
ansioso
αγχώδης (ΟΧΙ ΑΓΧΩΜΕΝΟΣ)
nervioso, angustiado
αγχωμένος (ΟΧΙ ΑΓΧΩΔΗΣ), νευρικός
abierto
ανοιχτός, ανοιχτό, μετοχή του ρήματος abrir (= ανοίγω), κοινωνικός, ανοιγμένος
cerrado
κλειστός, κλειστό, εσωστρεφής, κλεισμένος
conversacional
ομιλητικός, συζητήσιμος
silencioso
σιωπηλός, αθόρυβος, λιγομίλητος
primero
1ος, πρώτος, πρώτο
el último
τελευταίος, ο πιο πρόσφατος, έσχατος
el pariente
(ο) συγγενής
el extranjero, extranjero
ξένος, αλλοδαπός, το εξωτερικό (σαν χώρα)
el amigo / la amiga
φίλος / φίλη
el enemigo
εχθρός
el amistoso, el / la amable
φιλικός, ευγενικός / φιλική, ευγενική
hostil
εχθρικός
el seguro
σίγουρος, ασφαλής, ασφάλεια (ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ πχ αυτοκινήτου)
peligroso
επικίνδυνος, επικίνδυνο
inocente
αθώος / αθώα
el / la culpable
ένοχος / ένοχη
legal
νόμιμος
ilegal
παράνομος
correcto, justo
σωστός, σωστό
error, falta, fallo
λάθος
el amor
αγάπη, έρωτας
odio
(το) μίσος, μισώ, σιχαίνομαι (α' πρόσωπο ενεστώτα)
el rencor
μνησικακία, εμπάθεια, εκδικητικότητα, κακία
el perdón
συγχώρεση, συγνώμη
la venganza
εκδίκηση
vacío
άδειος, κενός, κενό, αδειάζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
lleno
γεμάτος, γεμίζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα), χορτάτος
sano
υγιής
enfermo, el enfermo
άρρωστος
contemporáneo, moderno
σύγχρονος, μοντέρνος
pasado de moda
παλιομοδίτικος, ντεμοντέ
cansado
κουρασμένος
descansado
ξεκούραστος
el ligero
ελαφρύς, ελαφρύ
pesado
βαρύς
hambriento
πεινασμένος, νηστικός
saciado, lleno
χορτάτος
afortunado
τυχερός
desafortunado
άτυχος
el / la suave
μαλακός / μαλακή / μαλακό, απαλός, ήπιος
duro
σκληρός
sólido
στερεό, στερεός
líquido
υγρό, υγρός (ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΡΕΥΣΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ)
el gas
αέριο, καυσαέριο, ανθρακικό
honesto
τίμιος, έντιμος
infamado
άτιμος, άτιμε
el frío
κρύο, κρύος, τηγανίζω (α' πρόσωπο ενικού)
(está) caliente
ζεστός / ζεστή / ζεστό, θερμός / θερμή / θερμό (ΓΙΑ ΠΑΡΟΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ πχ el café)
temporal
προσωρινός, προσωρινό / προσωρινή, θύελλα, καταιγίδα
el / la permanente
το περμανάντ (στα ισπανικά θηλυκό άρθρο), μόνιμος / μόνιμη / μόνιμο
gracioso
διασκεδαστικός, αστείος (ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ)
triste
ο / η λυπημένος, θλιμμένος, θλιβερός
grave, serio
σοβαρός / σοβαρή / σοβαρό
vivo
ζωντανός, ζωηρός, ζω (α' πρόσωπο ενεστώτα)
muerto
νεκρός, πεθαμένος, σκοτωμένος
generoso
γενναιόδωρος, χουβαρντάς
tacaño
τσιγκούνης, τσιφούτης
el / la fiel
πιστός / πιστή
infiel
άπιστος
justo
δίκαιος, σωστός, σωστό
injusto
άδικος
volador
ιπτάμενος
el peatón
πεζός (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ, ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ)
blanco
άσπρο, άσπρος
negro
μαύρο, μαύρος
el Dios
ο Θεός
diablo
διάβολος
ángel
Άγγελος
demonio
δαίμονας
el satán
σατανάς
emocional, sentimental
συναισθηματικός / συναισθηματική
violento
βίαιος, βίαιο
la paz
ειρήνη (ΟΧΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ)
la guerra
πόλεμος
adelante
μπροστά (ΟΧΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ - ΣΚΕΤΟ ΜΠΡΟΣΤΑ)
atrás
πίσω (ΟΧΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ - ΣΚΕΤΟ ΠΙΣΩ)
delantero
μπροστινός
el traserο, trasero
όπισθεν, ο από πίσω μας, ο πισινός, τα οπίσθια
la caridad
φιλανθρωπία
la mendicidad
επαιτεία, ζητιανιά
ayudar (a), ayudo (a)
βοηθάω (τον / την)
mendigar, mendigo
ζητιανεύω, επαιτώ
cazar, cazo
κυνηγώ
evadir, evado
διαφεύγω, ξεφεύγω
huir (de), huyo (de), escabullirse (de), me escabullo (de)
το σκάω, φεύγω βιαστικά, την κοπανάω, ξεφεύγω, ξεγλιστρώ (από), την σκαπουλάρω
la pregunta, pregunta
ερώτηση, απορία, ρωτάει, ρωτάτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), ρώτα! ρώτησε!
la respuesta, la contestación
απάντηση
buscar (al), busco (al)
ψάχνω (τον / την), αναζητώ
evitar, evito, eludir, eludo
αποφεύγω
irse, me voy
φεύγω
venir, vengo
έρχομαι
subir (a), subo (a)
ανεβαίνω (πχ τη σκάλα), ανεβάζω, σηκώνω, επιβαίνω (σε)
bajarse, me bajo
κατεβαίνω
reir, río
γελάω, γελώ
llorar, lloro
κλαίω
la felicidad
ευτυχία
la infelicidad
δυστυχία, στεναχώρια
el / la feliz
ευτυχισμένος, ευτυχισμένο / ευτυχισμένη
la bendición
ευλογία
la maldición
κατάρα
tener ganas (de), tengo ganas (de)
έχω όρεξη (να, για), έχω διάθεση (να, για)
aburrirse, me aburro
βαριέμαι, πλήττω
estoy aburrido
βαριέμαι (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ), νοιώθω να βαριέμαι τώρα
diferir, difiero
διαφέρω, διαφωνώ, διίσταμαι
igual
ίσον, ίσος, ίση, τα ίδια, ίδιος, ίδια
el carbono
καρμπόν, αντίγραφο
la copia de seguridad
αντίγραφο ασφαλείας
la copia, copia
αντίγραφο, αντιγραφή, αντιγράφει (γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
copiar, copio
αντιγράφω
la fotocopiadora
φωτοτυπικό
la fotocopia
φωτοτυπία, φωτοαντίγραφο
tienen mucho en común
έχουν πολλά κοινά
intereses comunes
κοινά ενδιαφέροντα
mutuo, recíproco, bilateral
αμοιβαίος, αλληλοπαθής, κοινός
la reciprocidad, la mutualidad
αμοιβαιότητα
respeto mutuo
αμοιβαίος σεβασμός
ADN
DNA, ντι εν έι
los parientes
(οι) συγγενείς
imitar (a), imito (a)
μιμούμαι (τον / την)
la homeopatía
ομοιοπαθητική
homeopático
ομοιοπαθητικός
el Museo de Cera
μουσείο κέρινων ομοιωμάτων
la herencia / el legado
κληρονομιά, κληρονομικότητα, διαδοχή / κληρονομιά, κληροδότημα
hereditaria (enfermedad)
κληρονομική (ασθένεια)
la comparación
σύγκριση, αντιπαραβολή
comparar, comparo
συγκρίνω
el comparativo
συγκριτικός
relativamente
σχετικά (ΕΠΙΡΡΗΜΑ) (ΟΧΙ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ)
relativo (a), relacionado (con)
σχετικός (με), σχετιζόμενος (με)
con relación a, sobre, acerca de
σχετικά με
está relacionado con
είναι σχετικό με
la característica, el rasgo, la cualidad
χαρακτηριστικό
los rasgos fisicos, las características naturales
φυσικά χαρακτηριστικά
las apariencias
τα εξωτερικά χαρακτηριιστικά, τα φαινόμενα
el elemento
στοιχείο
el ejemplo
παράδειγμα
contradictorio
αντιφατικός, αντιφατικό
la contradicción
αντίφαση, αντίθεση, ανακολουθία
el / la diferente
διαφορετικός / διαφορετική / διαφορετικό (ΟΧΙ otro, ΟΧΙ distinto)
distinto
διάφορος, άλλος, διαφορετικός, έτερος (ΟΧΙ otro, ΟΧΙ diferente)
como
όπως, σαν, τρώω (α' ενικό πρόσωπο)
así como
έτσι όπως, όπως και
la repetición
επανάληψη
repetir, repito
επαναλαμβάνω
se repiten
επαναλαμβάνονται (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
por la misma razón
για τον ίδιο λόγο
en el mismo lugar
στο ίδιο μέρος
a otro lugar, a un lugar distinto
κάπου αλλού, σε άλλο μέρος, σε διαφορετικό μέρος