Level 84 Level 86
Level 85

Χαρακτήρας & Προσωπικότητα


227 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
el carácter
χαρακτήρας
la personalidad
προσωπικότητα
cortés, gentil, amable
ευγενής, ευγενικός
rudo
αγενής, τραχύς, ανώμαλος, σκληρός
emocional, sentimental
συναισθηματικός / συναισθηματική
violento
βίαιος, βίαιο
bueno
καλός, καλό
el dulce
γλυκός / γλυκιά / γλυκό
misterioso
μυστηριώδης, μυστήριος
el / la sensible
ευαίσθητος, ευαίσθητο / ευαίσθητη
apático
απαθής
simpático
συμπαθητικός
compasivo
συμπονετικός
creativo
δημιουργικός
tímido
ντροπαλός
el / la valiente
γενναίος, τολμηρός, παλικάρι / γενναία, τολμηρή
cobarde
δειλός / δειλή
conversacional
ομιλητικός, συζητήσιμος
el / la alegre
χαρούμενος, κεφάτος / χαρούμενη, κεφάτη
el / la paciente
υπομονετικός / υπομονετική, ο / η ασθενής
el / la impaciente
ανυπόμονος / ανυπόμονη
grave, serio
σοβαρός / σοβαρή / σοβαρό
el / la sociable
κοινωνικός / κοινωνική
agresivo
επιθετικός (ΟΧΙ ΠΑΙΚΤΗΣ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ)
cuidadoso
προσεκτικός
espontáneo
αυθόρμητος
el / la vacilante
διστακτικός / διστακτική / διστακτικό
hostil
εχθρικός
inteligente, (ser+) listo
έξυπνος / έξυπνη, νοήμων
perezoso, vago
τεμπέλης, αμελής, οκνηρός
el / la diligente
ο / η επιμελής
el / la desobediente
ανυπάκουος / ανυπάκουη
el / la prudente
συνετός, φρόνιμος / συνετή, φρόνιμη
cauteloso
επιφυλακτικός
humilde
ταπεινός / ταπεινή
estricto
αυστηρός
vivo
ζωντανός, ζωηρός, ζω (α' πρόσωπο ενεστώτα)
sincero, franco
ειλικρινής
extraño
παράξενος, παράξενο, περίεργο, μου λείπει (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
ambicioso, aspiracional
φιλόδοξος
miedoso
φοβιτσιάρης
racional
ορθολογικό, λογικό
romántico
ρομαντικός
honesto
τίμιος, έντιμος
el / la tolerante
ανεκτικός / ανεκτική
el astuto
πονηρός, μάγκας
antipático
αντιπαθητικός
recatado
σεμνός
el / la adorable
αξιαγάπητος / αξιαγάπητη
dinámico
δυναμικός
pasivo
παθητικός
egoísta
εγωιστής / εγωίστρια
orgulloso
περήφανος
arrogante
αλαζονικός, υπεροπτικός / αλαζονική, υπεροπτική
el / la torpe
ο / η απρόσεκτος, αδέξιος, χαζός, σκράπας, άσχετος
el provocativo
προκλητικός
tacaño
τσιγκούνης, τσιφούτης
derrochador
σπάταλος
el / la persistente
επίμονος / επίμονη
obstinado
πεισματάρης, ισχυρογνώμων
el trabajador
εργαζόμενος, εργατικός, εργάτης
corrupto, depravado
διεφθαρμένος
vicioso
διεστραμμένος, ανώμαλος (σεξουαλικά), βιτσιόζος
acomodadizo
υποχωρητικός, εξυπηρετικός, περιποιητικός, συγκαταβατικός, ευεπηρέαστος
nervioso, angustiado
αγχωμένος (ΟΧΙ ΑΓΧΩΔΗΣ), νευρικός
sereno
γαλήνιος, ψύχραιμος
celoso
ζηλιάρης
mentiroso
ψεύτης
el gruñón
γκρινιάρης
la gruñona
γκρινιάρα
hablador, charlatán
φλύαρος, πολυλογάς
vulgar
πρόστυχος, χυδαίος
el / la inmoral
ανήθικος / ανήθικη
aburrido
βαρετός, βαριεστημένος
soy aburrido
είμαι βαρετός
cerrado
κλειστός, κλειστό, εσωστρεφής, κλεισμένος
introvertido, cerrado
εσωστρεφής
extrovertido
εξωστρεφής
inmaduro
άγουρος, άγουρο, ανώριμος
el / la interesante
ενδιαφέρων / ενδιαφέρουσα
el / la elegante, el atildado / la atildada
κομψός, περιποιημένος / κομψή, περιποιημένη
el / la respetable
σεβαστός / σεβαστή / σεβαστό, αξιοσέβαστος / αξιοσέβαστη / αξιοσέβαστο
justo
δίκαιος, σωστός, σωστό
injusto
άδικος
indisciplinado
απείθαρχος
irracional, absurdo
παράλογος, παράλογο
loco
τρελός (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΨΥΧΟΠΑΘΗΣ ή ΨΥΧΑΣΘΕΝΗΣ)
tonto
χαζός, χαζέ! ανόητος
estúpido
βλάκας, βλάκα!
lógico
λογικό, λογικός
gracioso
διασκεδαστικός, αστείος (ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ)
obediente
υπάκουος / υπάκουη
malo
κακός, κακό, άσχημα (ΕΠΙΡΡΗΜΑ)
consentido, maleducado
κακομαθημένος
codicioso
άπληστος
digno
άξιος
el comportamiento
συμπεριφορά
comportarse, me comporto
συμπεριφέρομαι
se comporta
συμπεριφέρεται
autoritario
αυταρχικός
el / la pacifista
ειρηνιστής
apasionado
παθιασμένος
el amistoso, el / la amable
φιλικός, ευγενικός / φιλική, ευγενική
puntual
ακριβής, στην ώρα του
mujeriego
γυναικάς, μουρντάρης
hospitalario
φιλόξενος
yo soy generalmente ansioso
είμαι γενικά αγχώδης
ridículo
γελοίος, γελοίο
descuidado
απρόσεχτος, παραμελημένος
preocupado
ανήσυχος
pacífico
ειρηνικός, φιλειρηνικός, γαλήνιος
el dispuesto, el / la disponible
πρόθυμος, διατεθειμένος, διαθέσιμος
el / la confiable
αξιόπιστος / αξιόπιστη / αξιόπιστο
silencioso
σιωπηλός, αθόρυβος, λιγομίλητος
insoportable, intolerable
ανυπόφορος, αβάσταχτος
el / la progresista
προοδευτικός (ιδίως πολιτικά), προοδευτική, προοδευτικό
los defectos
ελαττώματα
de mente abierta
ανοιχτόμυαλος / ανοιχτόμυαλη
generoso
γενναιόδωρος, χουβαρντάς
regresivo, retrógrado
οπισθοδρομικός
la conciencia
συνείδηση
el prestigio
κύρος, γόητρο
el / la pesimista
απαισιόδοξος / απαισιόδοξη
el / la optimista
αισιόδοξος / αισιόδοξη
estilo
στυλ, ύφος
frívolo
επιπόλαιος
el gusto
γούστο
tienen gustos diferentes
έχουν διαφορετικά γούστα
el dormilón
υπναράς
por naturaleza
εκ φύσεως, από την φύση του
tranquilo
ήσυχος, ήρεμος
gourmet, gastrónomo
καλοφαγάς
excéntrico, extravagante
εκκεντρικός, παράξενος (με την κακή έννοια), υπερβολικός
la extravagancia
παραξενιά, ιδιοτροπία, υπερβολή, πολυτελής βίος, ασωτεία
indiscreto, fisgón
αδιάκριτος
ingrato
αχάριστος, αγνώμων
la psicología
ψυχολογία
soy un hombre de ciudad
είμαι άνθρωπος της πόλης
exigente, pretencioso
απαιτητικός
me gusta comunicarme con los demás
μου αρέσει να επικοινωνώ με τους άλλους
se queja mucho
γκρινιάζει πολύ, παραπονιέται πολύ (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
quejarse, me quejo
παραπονιέμαι, γκρινιάζω
quiero quejarme de algo
θέλω να παραπονεθώ για κάτι
el mal comportamiento
ανάρμοστη συμπεριφορά, κακή συμπεριφορά, κακή διαγωγή
la compostura
ψυχραιμία (ΟΧΙ ΓΑΛΗΝΗ)
olvidadizo
ξεχασιάρης
llorón / llorona
κλαψιάρης / κλαψιάρα
el / la molestante
ενοχλητικός / ενοχλητική
la mala costumbre, el mal hábito
κακιά συνήθεια, κακό συνήθειο
de mala gana
κακός χαρακτήρας (ΟΧΙ Ο ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΚΑΚΟΔΙΑΘΕΤΟΣ), ο μαλαγάνας, απρόθυμα
el conservador
συντηρητικός (χαρακτήρας), συντηρητικό (τρόφιμα), συντηρητής (επάγγελμα)
el impostor
απατεώνας, αγύρτης
diestro
επιδέξιος, δεξιοτέχνης, δεξιόχειρας
zurdo
αριστερόχειρας
el machista
φαλλοκράτης, αντιφεμινιστής, σεξιστής
el machismo
φαλλοκρατία
criticar (a), critico (a)
κριτικάρω, κατακρίνω, κρίνω (τον / την)
el / la irresponsable
ανεύθυνος / ανεύθυνη / ανεύθυνο
intrépido
ατρόμητος, άφοβος
bromista, gracioso
πλακατζής, χωρατατζής, αστείος, διασκεδαστικός, χιουμορίστας
la crueldad
σκληρότητα (σε συμπεριφορά), αγριότητα, απάνθρωπη συμπεριφορά, απονιά
el / la cruel
σκληρός (χαρακτήρας), απάνθρωπος, βάναυσος, άκαρδος, στυγνός, άπονος
el exitoso
επιτυχής, επιτυχημένος
el fallido
αποτυχημένος, αποτυχημένο
la intolerancia
μισαλλοδοξία, δογματισμός
el / la intolerante, implacable, inexorable
αδιάλλακτος, μισαλλόδοξος, μη ανεκτικός, ανυποχώρητος, αμείλικτος
el descaro
θράσος
descarado
θρασύς, αυθάδης, ιταμός
viril
ανδροπρεπής, αρρενωπός
arriesgado
παρακινδυνευμένος, παράτολμος, ριψοκίνδυνος
sanguinario
αιμοβόρος, αιμοδιψής, αιματηρός, αιμοσταγής
borracho
μεθυσμένος, μεθύστακας, μπεκρής, μέθυσος
la excentricidad
εκκεντρικότητα
el complejo
συγκρότημα (ΟΧΙ ΜΟΥΣΙΚΟ), σύμπλεγμα, σύνολο από διάφορα πράγματα, κόμπλεξ (ψυχολογικό κλπ)
aventurero
τυχοδιώκτης, περιπετειώδης
soy muy emocional
είμαι πολύ συναισθηματικός
el / la altamente sensible
εξαιρετικά ευαίσθητος (...ευαίσθητη, ευαίσθητο)
llorar, lloro
κλαίω
lloro (llorar) por lo más mínimo
κλαίω με το παραμικρό
mentir (a), miento (a)
ψεύδομαι, λέω ψέματα (στον / στην)
miente
λέει ψέματα, ψεύδεται
carismático
χαρισματικός
abstemio
αυτός που δεν πίνει καθόλου αλκοόλ, αντιαλκοολικός, εγκρατής
mojigato
σεμνότυφος, πουριτανός, ηθικολόγος
asustado
τρομαγμένος, φοβισμένος
el / la terrible
φοβερός, τρομερός / φοβερή, τρομερή
el / la racista, supremacista
ρατσιστής / ρατσίστρια
afectuoso, cariñoso, tierno
στοργικός, τρυφερός
buen vestido
καλοντυμένος
Το ρήμα ser (είμαι)
χρησιμοποιείται σε χαρακτηριστικό
el / la fuerte, poderoso
δυνατός / δυνατή, δυνατός
desaliñado
απεριποίητος, ατημέλητος
bruto
ακατέργαστος, ακαθάριστος, άξεστος, αγριάνθρωπος, κτηνώδης
abstracto, distraído
αφηρημένος
torturar, torturo
βασανίζω
el torturador
βασανιστής
vengativo
εκδικητικός
el / la razonable
ο / η λογικός, μετρημένος, μυαλωμένος, δικαιολογημένος, εύλογος
grotesco
αλλόκοτος, αποκρουστικός, τερατώδης, παράξενος, περίεργος
chabacano
χυδαίος, κακόγουστος, φθινός, φανταχτερά
ingenuo
αφελής, ευκολόπιστος, άβγαλτος, αγαθός
ingenioso
οξυδερκής, εφευρετικός, οξύνους, επινοητικός, ευφυής
grosero
άξεστος, αγενής, αναιδής, θρασύς
partidista, discriminatorio, parcial
μεροληπτικός
discreto, discrecional
διακριτικός
la discreción, el tacto
διακριτικότητα (ΟΧΙ ΑΦΗ)
afeminado
θηλυπρεπής, κοριτσίστικος, αδερφίστικος
la masculinidad
αρρενωπότητα, ανδρισμός
amanerado
εξεζητημένος, παράξενος, θηλυπρεπής
la espontaneidad
αυθορμητισμός, αυθορμητικότητα
feroz
θηριώδης, ζωώδης, μοχθηρός, άγριος, κακός
bondadoso
καλοσυνάτος, καλοκάγαθος
vegetariano
χορτοφάγος (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΦΥΤΟΦΑΓΟ), χορτοφαγικός, γαλακτοχορτοφάγος
friolero
κρυουλιάρης, ευαίσθητος στο κρύο
mundialmente conocido
γνωστός παγκοσμίως, παγκόσμια γνωστός
el antojo
καπρίτσιο, λιγούρα
la agresión, la agresividad
επιθετικότητα (ΟΧΙ Η ΦΡΑΣΗ ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ)
la conducta agresiva
επιθετική συμπεριφορά (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ)
homófobo
ομοφοβικός
1.ruidoso / 2. ¡Ruidoso!
1.θορυβώδης, φασαριόζικος, θορυβοποιός / 2.ΩΣ ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ: Δυνατά!
el / la susceptible
ο / η επιρρεπής, ευαίσθητος, ευερέθιστος
el sobrenombre, el apodo
ψευδώνυμο, παρατσούκλι, επωνυμία
la consistencia
σύσταση (ΥΛΙΚΟΥ), συνοχή, συνέπεια (ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ)
el sobrenombre artístico
καλλιτεχνικό ψευδώνυμο
apostador
τζογαδόρος, χαρτοπαίκτης
la sencillez
απλότητα, απλοϊκότητα, λιτότητα
el desenfado
ανεμελιά, ξεγνοιασιά, αμεριμνησία, αφέλεια τρόπων, αυτοπεποίθηση