Level 83 Level 85
Level 84

Ψυχολογικές Αντιδράσεις σε διάφορα


236 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
anímico, psicológico
ψυχολογικός
la reacción
αντίδραση
sorprenderse, me sorprendo, estoy sorprendido
εκπλήσσομαι, ξαφνιάζομαι, μένω έκθαμβος, σαστίζω
extrañar, extraño
μου λείπει, αποθυμώ, νοσταλγώ, ξαφνιάζω
asombrar, asombro, sorprender, sorprendo
εκπλήσσω, ξαφνιάζω, αποσβολώνω, αφήνω άναυδο, καταπλήσσω
de repente, de pronto
ξαφνικά
el / la fulminante
κεραυνοβόλος, αστραπιαίος, αιφνίδιος
asombroso, sorprendente, alucinante, pasmoso
εκπληκτικός
el / la impresionante
εντυπωσιακός / εντυπωσιακή
el recelo
δυσπιστία, καχυποψία, επιφύλαξη
el enfado, la bronca
θυμός
entristecer, entristezco
θλίβω, λυπώ, στεναχωρώ
Lamenté mucho, Me dio mucha tristeza
Λυπήθηκα πολύ
lo siento
λυπάμαι (για αυτό)
lo siento mucho
λυπάμαι πολύ
Lamentamos
Λυπούμεθα, Λυπούμαστε
la tristeza
λύπη, θλίψη
la merced, la misericordia, la piedad
έλεος, οίκτος, λύπηση
la rabia
οργή, λύσσα (ΚΑΙ ΩΣ ΑΡΡΩΣΤΙΑ)
despreciar (a), desprecio (a), desdeñar (a), desdeño (a)
περιφρονώ, σνομπάρω, αγνοώ (τον / την)
el desprecio / desprecio
η περιφρόνηση, το σνομπάρισμα / περιφρονώ, σνομπάρω, αγνοώ (τον / την) (α' πρόσωπο ενεστώτα)
odiar (a), odio (a)
μισώ (τον / την), σιχαίνομαι (τον / την)
te odio
σε μισώ
odio
(το) μίσος, μισώ, σιχαίνομαι (α' πρόσωπο ενεστώτα)
alegrarse, me alegro
χαίρομαι
me alegro de que
χαίρομαι που
Estoy encantado(a) de escuchar que...
Χαίρομαι που ακούω ότι...
me alegro mucho
χαίρομαι πολύ (ΟΧΙ ΤΟ ΧΑΙΡΩ ΠΟΛΥ)
Me alegra que hayas tomado esa decisión
Χαίρομαι που πήρες αυτήν την απόφαση (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
estoy en desacuerdo, no estoy de acuerdo
διαφωνώ, δεν συμφωνώ
diferir, difiero
διαφέρω, διαφωνώ, διίσταμαι
el desacuerdo
διαφωνία
acordar , acuerdo
συμφωνώ
Estoy de acuerdo de que
συμφωνώ ότι, συμφωνώ με το ότι
acuerdo
συμφωνία, συμφωνώ (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
la indignación
αγανάκτηση, αποτροπιασμός, οργή
los comentarios ofensivos
προσβλητικά σχόλια
insultar (a), insulto (a), ofender (a), ofendo (a)
προσβάλλω, βρίζω (τον / την)
el insulto, insulto
προσβολή, βρισιά, βρίζω, προσβάλλω (α' ενικό πρόσωπο)
creo que
πιστεύω ότι
no te creo
δεν σε πιστεύω
no creo
δεν πιστεύω, δεν νομίζω
Creo que es muy importante
Πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντικό
desagrado, descontento, insatisfacción
δυσαρέσκεια
la disputa
διένεξη, φιλονικία, διαμάχη
el / la desagradable
δυσάρεστος / δυσάρεστη / δυσάρεστο
el / la agradable
ευχάριστο, απολαυστικό / ευχάριστη, απολαυστική
muy agradable
πολύ ευχάριστο
la antipatía
αντιπάθεια
aborrecer, aborrezco
αντιπαθώ
antipático
αντιπαθητικός
enfurecer (a), enfurezco (a)
εξοργίζω, εξαγριώνω, κάνω έξω φρενών, εκνευρίζω (τον / την)
enfurecido
εξοργισμένος, εξαγριωμένος, έξω φρενών, εκνευρισμένος
el choque
σοκ, σύγκρουση, τρακάρισμα
un paisaje impresionante
(ένα) μαγευτικό (εντυπωσιακό) τοπίο
envidiar (a), envidio (a)
ζηλεύω (τον / την)
celoso
ζηλιάρης
maldecir, maldigo
καταριέμαι
desplomarse, me desplomo
καταρρέω, σωριάζομαι
desmentir, desmiento
διαψεύδω
favorecer, favorezco
ευνοώ, προάγω, ενθαρρύνω
animar, animo, fomentar, fomento
ενθαρρύνω, παροτρύνω, ζωηρεύω
potenciar (a), potencio (a), reforzar, refuerzo, fortalecer, fortalezco
ενισχύω (τον/την), προάγω, ενθαρρύνω, προωθώ
abogar, abogo
συνηγορώ, υποστηρίζω
la falta de apoyo
έλλειψη υποστήριξης
la falta de apoyo familiar
έλλειψη οικογενειακής υποστήριξης
los seguidores
οι υποστηρικτές, οι οπαδοί, οι ακόλουθοι
admirar (a), admiro (a)
θαυμάζω (τον / την)
la admiración
θαυμασμός
el admirador
θαυμαστής
la venganza
εκδίκηση
vengativo
εκδικητικός
venga
ελάτε! (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), άντε! εκδικείται (γ' ενικό)
reir, río
γελάω, γελώ
ridículo
γελοίος, γελοίο
risa
γέλιο
ja, ja, ja
χα, χα, χα (επιφώνημα γέλιου)
la carcajada
χαχανητό, ξέσπασμα σε γέλια
el lloro, el llanto
κλάμα, κλαίω (α' πρόσωπο ενεστώτα)
llorón / llorona
κλαψιάρης / κλαψιάρα
llorar, lloro
κλαίω
está llorando
κλαίει (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
lloro (llorar) por lo más mínimo
κλαίω με το παραμικρό
el / la emocionante
συγκινητικός / συγκινητική / συγκινητικό
emocionar (a), emociono (a), conmover (a), conmuevo (a)
συγκινώ (τον / την)
el / la impactante
συγκλονιστικός / συγκλονιστική / συγκλονιστικό
el consentimiento
συγκατάθεση
la depresión
κατάθλιψη
la infelicidad
δυστυχία, στεναχώρια
la pena
ποινή, τιμωρία, κρίμα, στεναχώρια
no te preocupes
μην ανησυχείς, μην στεναχωριέσαι (ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ & ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
misericordioso
φιλεύσπλαχνος
¡Venga ya! / ¡Venga hombre!
ΣΕ ΑΡΓΚΟ εκφράζοντας αμφισβήτηση: Σιγά! Σώπα ρε! Έλα ρε! Ναι καλά μας έπεισες
engañar, engaño
εξαπατώ (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ timar, timo)
el engaño, engaño
εξαπάτηση, παραπλάνηση, απάτη, εξαπατώ (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
la preocupación, la inquietud
ανησυχία
preocuparse (por), me preocupo (por)
ανησυχώ (για), νοιάζομαι (για)
la agitación
ταραχή, αναταραχή, αναστάτωση
agitar, agito, sacudir, sacudo
ταρακουνώ, ανακινώ, αναταράζω, ταράζω, αναστατώνω
el suspiro, suspiro
αναστεναγμός, αναστενάζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
suspirar, suspiro
αναστενάζω
toser, toso
βήχω
la tos
βήχας
emborracharse, me emborracho
μεθώ
la borrachera
μέθη, μεθύσι
suicidarse, me suicido
αυτοκτονώ
se suicidó
αυτοκτόνησε
estarse volviendo loco, me estoy volviendo loco
τρελαίνομαι
flipar
τρελαίνομαι (ΣΕ ΑΡΓΚΟ), φλιπάρω, τα παίρνω στο κρανίο (= alucinar)
loco
τρελός (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΨΥΧΟΠΑΘΗΣ ή ΨΥΧΑΣΘΕΝΗΣ)
locamente enamorado, loco de amor
τρελά ερωτευμένος, τρελός από έρωτα
la falta de apetito
ανορεξία
la anorexia nerviosa
νευρική ανορεξία
la enervación
εκνευρισμός, τσαντίλα
enojado, enfadado, resentido
θυμωμένος, νευριασμένος, τσατισμένος, εκνευρισμένος
gracias
ευχαριστώ, ευχαριστίες
contento
ευχαρίστηση, ευχαριστημένος
con gusto
ευχαρίστως
Te lo agradezco
Σ' ευχαριστώ
el insomnio
η αϋπνία
la agresión, la agresividad
επιθετικότητα (ΟΧΙ Η ΦΡΑΣΗ ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ)
el deseo
επιθυμία, πόθος, ευχή
protectivo
προστατευτικός
cobarde
δειλός / δειλή
valor
αξία, θάρρος
la valentía, el valor
τόλμη, θάρρος
¡Ánimo!
Κουράγιο! (ΩΣ ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ), Θάρρος! η ενθάρρυνση (ΩΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ)
el miedo, el temor
φόβος
el terror
τρόμος (ως αποτέλεσμα φόβου)
temer, temo, tener miedo, tengo miedo
φοβάμαι
no tengo miedo
δεν φοβάμαι
miedoso
φοβιτσιάρης
el / la terrible
φοβερός, τρομερός / φοβερή, τρομερή
asustado
τρομαγμένος, φοβισμένος
horrible
φρικτός
el pánico
πανικός
el luto, el duelo
πένθος
estar de luto, estoy de luto
πενθώ, είμαι σε πένθος, έχω πένθος
funerario
νεκρώσιμος, επικήδειος, πένθιμος, επιτύμβιος
el asco
αηδία
asqueroso
αηδιαστικός, σιχαμένος
me gustó
μου άρεσε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
no me gustó
δεν μου άρεσε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
no me ha gustado
δεν μου έχει αρέσει, δεν μου άρεσε (ΣΕ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟ)
¿Te gustó la película?
Σου άρεσε η ταινία;
divertirse, me divierto
διασκεδάζω
la diversión
διασκέδαση
he estado bien, lo pasé bién, me divertí mucho
πέρασα καλά, διασκέδασα πολύ
disfrutar (de), disfruto (de), gozar (de), gozo (de)
απολαμβάνω (το)
histeria
υστερία
el desmayo, desmayo
λιποθυμία, λιποθυμώ (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
desmayar, desmayo
λιποθυμώ
la gente que se dice palabrotas todo el tiempo
οι άνθρωποι που βρίζουν όλη την ώρα
arrepentirse, me arrepiento
μετανιώνω
la vergüenza
ντροπή
tímido
ντροπαλός
el orgullo
περηφάνια
presumir, presumo, enorgullecerse, me enorgullezco
υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι, επιδεικνύω
presume, se enorgullece
υπερηφανεύεται, καυχιέται, επιδεικνύει
la gratitud
ευγνωμοσύνη
agradecer, agradezco
ευγνωμονώ, ευχαριστώ
Le agradecería
Θα σας ευγνωμονούσα
estaría muy agradecido
θα ήμουν πολύ ευγνώμων
Estaríamos muy agradecidos si...
Θα ήμασταν ευγνώμονες αν...
echar lágrimas, echo lágrimas
δακρύζω
la lágrima
δάκρυ
la sensibilidad
ευαισθησία
expresar, expreso
εκφράζω
quejarse, me quejo
παραπονιέμαι, γκρινιάζω
el gruñón
γκρινιάρης
la gruñona
γκρινιάρα
la mueca
γκριμάτσα, μορφασμός
la hostilidad
εχθρικότητα, εχθρότητα, εχθροπραξία
agresivo
επιθετικός (ΟΧΙ ΠΑΙΚΤΗΣ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ)
me siento herido
νιώθω πληγωμένος
el entusiasmo
ενθουσιασμός
entusiasmado
ενθουσιασμένος
la esperanza
ελπίδα, προσδοκία
esperar (a), espero (a)
περιμένω (τον / την), ελπίζω
La esperanza es lo último que se pierde
Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία
la ansiedad, el estrés, el agobio
άγχος, στρες
tengo estrés
έχω άγχος
el / la estresante
αγχωτικός, στρεσογόνος, που προκαλεί άγχος
la ansiedad ante los exámenes
άγχος πριν τις εξετάσεις
nervioso, angustiado
αγχωμένος (ΟΧΙ ΑΓΧΩΔΗΣ), νευρικός
ansioso
αγχώδης (ΟΧΙ ΑΓΧΩΜΕΝΟΣ)
estoy un poco nervioso, estoy un poco angustiado
είμαι λίγο αγχωμένος
la intimidación
εκφοβισμός, μπούλινγκ, νταϊλίκι, ενδοσχολική βία
asustar (a), asusto (a)
φοβίζω, εκφοβίζω, τρομάζω, αποκαρδιώνω, αποθαρρύνω, σκιάζω (τον / την)
a gritos
με φωνές (φωνάζοντας)
gritar, grito
φωνάζω, ουρλιάζω
el aullido, el chillido
ουρλιαχτό, τσιρίδα, τσίριγμα, στριγκλιά
el afán
λαχτάρα, προθυμία, ζήλος
la disnea
δύσπνοια
la reanimación
η ανάνηψη (τεχνητή αναπνοή κλπ όταν πάθει κάποιος ανακοπή καρδιάς), η αναζωογόνηση
el infarto / el ataque cardíaco
έμφραγμα / καρδιακή προσβολή, ανακοπή
el mareo
ζάλη
la náusea
ναυτία
me siento mareado
ζαλίζομαι, έχω ναυτία
el vómito
έμετος
entristecerse, me entristezco
θλίβομαι, λυπάμαι, στεναχωριέμαι
interesarse, me intereso
ενδιαφέρομαι
el / la interesante
ενδιαφέρων / ενδιαφέρουσα
me interesa
με ενδιαφέρει
interesar, intereso
ενδιαφέρω
Estamos interesados en...
Ενδιαφερόμαστε για...
aburrirse, me aburro
βαριέμαι, πλήττω
el aburrimiento
πλήξη, ανία, βαρεμάρα, βαριεστιμάρα
un asunto trivial, una cuestión trivial
ένα ασήμαντο θέμα, ένα ασήμαντο ζήτημα, ψύλλου πήδημα (μεταφορικά)
la reverencia
υπόκλιση, δέος, ευλάβεια
el respeto a la diversidad
ο σεβασμός της διαφορετικότητας, ο σεβασμός στη διαφορετικότητα
la repulsión
απώθηση, αποστροφή
repulsivo
αποκρουστικός
espontáneo
αυθόρμητος
la espontaneidad
αυθορμητισμός, αυθορμητικότητα
la sensualidad
αισθησιασμός, σεξ απήλ
la ingenuidad
αφέλεια
ingenuo
αφελής, ευκολόπιστος, άβγαλτος, αγαθός
someterse, me someto
υποβάλλομαι, υπόκειμαι, υποκύπτω
acatar, acato
συμμορφώνομαι, τηρώ
cejar, cejo
υποχωρώ
vacilar, vacilo
διστάζω
el / la vacilante
διστακτικός / διστακτική / διστακτικό
la obligación
υποχρέωση
obligatorio
υποχρεωτικός
obligado
υποχρεωμένος
obligatoriamente
υποχρεωτικά
la decisión apresurada
βιαστική απόφαση
la decisión
απόφαση
la conducta agresiva
επιθετική συμπεριφορά (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ)
bromear, bromeo
αστειεύομαι, καλαμπουρίζω
el / la susceptible
ο / η επιρρεπής, ευαίσθητος, ευερέθιστος
ridiculizar (a), ridiculizo (a)
γελοιοποιώ (τον / την)
me conmovió
με συγκίνησε
se conmovió
συγκινήθηκε
la benevolencia
επιείκεια, μεγαλοψυχία, φιλευσπλαχνία