Level 82 Level 84
Level 83

Αισθήματα & Συναισθήματα


240 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
la emoción, el sentimiento
αίσθημα, συναίσθημα
la comprensión
κατανόηση
contento
ευχαρίστηση, ευχαριστημένος
el amor
αγάπη, έρωτας
enamorado (de)
ερωτευμένος (με)
el beso
φιλί, φιλώ (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
la relación
σχέση, συναναστροφή
desagrado, descontento, insatisfacción
δυσαρέσκεια
la apreciación
εκτίμηση
la amistad
φιλία
la sorpresa
έκπληξη
la rabia
οργή, λύσσα (ΚΑΙ ΩΣ ΑΡΡΩΣΤΙΑ)
la ansiedad, el estrés, el agobio
άγχος, στρες
la molestia
ενόχληση
la alegría
χαρά
la felicidad
ευτυχία
la tranquilidad
ηρεμία, ησυχία
la admiración
θαυμασμός
el miedo, el temor
φόβος
la curiosidad
περιέργεια
la infelicidad
δυστυχία, στεναχώρια
la impresión
εντύπωση
la paciencia
υπομονή
el pánico
πανικός
la pasión
πάθος
la agonía
αγωνία
abrazo
αγκαλιά, αγκαλιάζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
la simpatía
συμπάθεια
la envidia, los celos
ζήλια, φθόνος
la antipatía
αντιπάθεια
la emoción
συγκίνηση
la agitación
ταραχή, αναταραχή, αναστάτωση
el desprecio / desprecio
η περιφρόνηση, το σνομπάρισμα / περιφρονώ, σνομπάρω, αγνοώ (τον / την) (α' πρόσωπο ενεστώτα)
la enervación
εκνευρισμός, τσαντίλα
la compostura
ψυχραιμία (ΟΧΙ ΓΑΛΗΝΗ)
la serenidad
γαλήνη, ψυχραιμία
la astucia
πονηριά
la inseguridad
ανασφάλεια
odio
(το) μίσος, μισώ, σιχαίνομαι (α' πρόσωπο ενεστώτα)
la tristeza
λύπη, θλίψη
la lágrima
δάκρυ
el enfado, la bronca
θυμός
la preocupación, la inquietud
ανησυχία
el entusiasmo
ενθουσιασμός
la pregunta, pregunta
ερώτηση, απορία, ρωτάει, ρωτάτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), ρώτα! ρώτησε!
histeria
υστερία
el comportamiento
συμπεριφορά
la sensibilidad
ευαισθησία
melancolía
μελαγχολία
odiar (a), odio (a)
μισώ (τον / την), σιχαίνομαι (τον / την)
amar (a), amo (a), quierer (a), quiero (a)
αγαπώ (τον / την)
intuición
διαίσθηση
el / la sensible
ευαίσθητος, ευαίσθητο / ευαίσθητη
emocional, sentimental
συναισθηματικός / συναισθηματική
la desesperación
απελπισία, απόγνωση
anímico, psicológico
ψυχολογικός
los problemas psicológicos
ψυχολογικά προβλήματα
romántico
ρομαντικός
la ternura
τρυφερότητα
el afecto
στοργή, επηρεάζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
afectuoso, cariñoso, tierno
στοργικός, τρυφερός
me da corte
ντρέπομαι (να κάνω κάτι)
estoy enfadado (enojado, resentido)
είμαι θυμωμένος, είμαι νευριασμένος
enojado, enfadado, resentido
θυμωμένος, νευριασμένος, τσατισμένος, εκνευρισμένος
lo siento
λυπάμαι (για αυτό)
disculpe no puedo
λυπάμαι δεν μπορώ (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
lo siento mucho
λυπάμαι πολύ
disculpa que, siento
λυπάμαι που (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ Η ΠΡΩΤΗ ΛΕΞΗ)
triste
ο / η λυπημένος, θλιμμένος, θλιβερός
el / la alegre
χαρούμενος, κεφάτος / χαρούμενη, κεφάτη
decepcionado
απογοητευμένος
enamorarse (de), me enamoro (de)
ερωτεύομαι (τον / την / το)
está llorando
κλαίει (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
el placer
ευχαρίστηση, ηδονή, απόλαυση
confiar (en), confío (en), fiarse (de), me fío (de)
εμπιστεύομαι (τον / την / το)
la confianza
εμπιστοσύνη
apasionado
παθιασμένος
la confianza en sí mismo
αυτοπεποίθηση
la indignación
αγανάκτηση, αποτροπιασμός, οργή
expresar, expreso
εκφράζω
la expresión
έκφραση
la expresión facial
έκφραση του προσώπου
no me molesta
δεν με ενοχλεί, δεν με πειράζει
la gana
επιθυμία, όρεξη (ΟΧΙ ΤΟΥ ΦΑΓΗΤΟΥ)
el humor
διάθεση (ψυχολογική)
de mal humor
κακοδιάθετος / κακοδιάθετη, με κακή διάθεση
de buen humor
με καλή διάθεση
furia
οργή, μανία, λύσσα
estoy preocupado (por)
είμαι ανήσυχος (για)
preocupado
ανήσυχος
el / la emocionante
συγκινητικός / συγκινητική / συγκινητικό
el sentido
αίσθηση, έννοια, νόημα
me aburrí
βαρέθηκα (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
deplorable
αξιολύπητος, αξιοθρήνητος
sensación, sentido
αισθηση
el susto
τρομάρα
asustado
τρομαγμένος, φοβισμένος
cobarde
δειλός / δειλή
temer, temo, tener miedo, tengo miedo
φοβάμαι
tienen miedo a la oscuridad
φοβούνται το σκοτάδι
miedoso
φοβιτσιάρης
se quieren
αγαπιούνται (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
aborrecer, aborrezco
αντιπαθώ
antipático
αντιπαθητικός
el / la estresante
αγχωτικός, στρεσογόνος, που προκαλεί άγχος
¿Qué te pasa?
Τι έχεις; Τι σου συμβαίνει;
atreverse, me atrevo
τολμώ
arrepentirse, me arrepiento
μετανιώνω
la vacilación
δισταγμός, ενδοιασμός
vacilar, vacilo
διστάζω
el / la vacilante
διστακτικός / διστακτική / διστακτικό
cauteloso
επιφυλακτικός
el / la desagradable
δυσάρεστος / δυσάρεστη / δυσάρεστο
estoy descontento
είμαι δυσαρεστημένος
insatisfecho
ανικανοποίητος
la decepción, la frustración
απογοήτευση
desesperado
απελπισμένος, απεγνωσμένος, απογοητευμένος
reir, río
γελάω, γελώ
riendo
γελαστός, γελώντας
sonreír, sonrío
χαμογελώ
el / la sonriente
χαμογελαστός / χαμογελαστή
me entristecí mucho
λυπήθηκα πολύ
la queja, la reclamación
παράπονο
entusiasmado
ενθουσιασμένος
me cansé (de)
κουράστηκα (από / με)
estoy cansado
είμαι κουρασμένος
es muy agotador
είναι πολύ κουραστικό, είναι πολύ κουραστικός
agotado
εξαντλημένος, εξαντλημένο
risa
γέλιο
ja, ja, ja
χα, χα, χα (επιφώνημα γέλιου)
la carcajada
χαχανητό, ξέσπασμα σε γέλια
el lloro, el llanto
κλάμα, κλαίω (α' πρόσωπο ενεστώτα)
se queja mucho
γκρινιάζει πολύ, παραπονιέται πολύ (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
quejarse, me quejo
παραπονιέμαι, γκρινιάζω
furioso
έξαλλος, οργισμένος, εξαγριωμένος
me preocupé mucho
ανησύχησα πολύ
me he arrependido (de)
έχω μετανιώσει (που, για), μετάνιωσα (που, για) (ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ)
me avergüenzo (de)
ντρέπομαι (από)
se avergüenzan (de)
ντρέπονται (από)
se avergüenza (de)
ντρέπεται (από)
me molesta
με ενοχλεί
molestar (a), molesto (a)
ενοχλώ (τον / την)
es muy molesto
είναι πολύ ενοχλητικό
¿Te pasa algo?
Σου συμβαίνει τίποτα; Σου συμβαίνει κάτι;
la emoticón
φατσούλα σε μυνήματα κινητών ή στον υπολογιστή σχηματισμένη με παρενθέσεις και τελείες, smiley
no tengo ganas de nada
δεν έχω όρεξη για τίποτα
no tengo ganas de hacer nada
δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα
de buena gana
με όρεξη (ΟΧΙ ΦΑΓΗΤΟΥ), ευδιάθετα
el nerviosismo
νευρικότητα
enfadarse, me enfado, enojarse, me enojo
θυμώνω, νευριάζω
nervioso, angustiado
αγχωμένος (ΟΧΙ ΑΓΧΩΔΗΣ), νευρικός
el suspiro, suspiro
αναστεναγμός, αναστενάζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
suspirar, suspiro
αναστενάζω
la meditación
διαλογισμός, στοχασμός
la conciencia
συνείδηση
entristecer, entristezco
θλίβω, λυπώ, στεναχωρώ
Το ρήμα estar (είμαι, βρίσκομαι)
χρησιμοποιείται σε συναίσθημα
decepcionar (a), decepciono (a)
απογοητεύω (τον / την)
desesperante, frustrante
απογοητευτικός
la depresión
κατάθλιψη
la pena
ποινή, τιμωρία, κρίμα, στεναχώρια
la yoga
γιόγκα
la espiritualidad
πνευματικότητα
el / la espiritual
ο / η πνευματικός
entristecerse, me entristezco
θλίβομαι, λυπάμαι, στεναχωριέμαι
Me entristecí mucho al leer tu mensaje
λυπήθηκα πολύ διαβάζοντας το μύνημά σου
la intimidación
εκφοβισμός, μπούλινγκ, νταϊλίκι, ενδοσχολική βία
una experiencia traumática
μια τραυματική εμπειρία
una experiencia agradable
μια ευχάριστη εμπειρία
la disposición mental
ψυχική διάθεση, ψυχική κατάσταση
el prejuicio, el sesgo
προκατάληψη, εμπάθεια, μεροληψία
tranquilo
ήσυχος, ήρεμος
tranquilízate
ηρέμησε! (ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ)
relaja
χαλαρώνει, χαλαρώνετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), χαλάρωσε!
la relajación
χαλάρωση
relajad
χαλαρώστε! (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
relajarse, me relajo
χαλαρώνω (τον εαυτό μου)
relájese
χαλαρώστε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
me pongo nervioso
αγχώνομαι
ansioso
αγχώδης (ΟΧΙ ΑΓΧΩΜΕΝΟΣ)
yo soy generalmente ansioso
είμαι γενικά αγχώδης
estoy un poco nervioso, estoy un poco angustiado
είμαι λίγο αγχωμένος
agitar, agito, sacudir, sacudo
ταρακουνώ, ανακινώ, αναταράζω, ταράζω, αναστατώνω
no tengo miedo
δεν φοβάμαι
el furor
σφοδρή οργή, έκρηξη θυμού, παραφορά, μανία
el recelo
δυσπιστία, καχυποψία, επιφύλαξη
enfurecer (a), enfurezco (a)
εξοργίζω, εξαγριώνω, κάνω έξω φρενών, εκνευρίζω (τον / την)
enfurecido
εξοργισμένος, εξαγριωμένος, έξω φρενών, εκνευρισμένος
divertirse, me divierto
διασκεδάζω
la diversión
διασκέδαση
he estado bien, lo pasé bién, me divertí mucho
πέρασα καλά, διασκέδασα πολύ
soy aburrido
είμαι βαρετός
aburrido
βαρετός, βαριεστημένος
aburrirse, me aburro
βαριέμαι, πλήττω
estoy aburrido
βαριέμαι (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ), νοιώθω να βαριέμαι τώρα
me molestó
με ενόχλησε
el / la molestante
ενοχλητικός / ενοχλητική
la venganza
εκδίκηση
te odio
σε μισώ
me siento herido
νιώθω πληγωμένος
soy muy emocional
είμαι πολύ συναισθηματικός
el / la altamente sensible
εξαιρετικά ευαίσθητος (...ευαίσθητη, ευαίσθητο)
lloro (llorar) por lo más mínimo
κλαίω με το παραμικρό
extrañar, extraño
μου λείπει, αποθυμώ, νοσταλγώ, ξαφνιάζω
Envía cariños a ... y diles cuánto los extraño.
Φιλιά στους ... και πες τους πόσο μου λείπουν.
la controversia
αμφισβήτηση, επίμαχο ζήτημα, αίτιο αντιπαράθεσης
cuestionar, cuestiono
αμφισβητώ
abstenerse, me abstengo
απέχω, συγκρατούμαι, κρατιέμαι να μην κάνω κάτι
el aburrimiento
πλήξη, ανία, βαρεμάρα, βαριεστιμάρα
el autorespeto
αυτοσεβασμός
desagradar, desagrado
δυσαρεστώ
no te preocupes
μην ανησυχείς, μην στεναχωριέσαι (ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ & ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
no tengas miedo
μη φοβάσαι (ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ & ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
no tiene miedo
μην φοβάστε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ) (ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ & ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
palpar, palpo
ψηλαφίζω
despreciar (a), desprecio (a), desdeñar (a), desdeño (a)
περιφρονώ, σνομπάρω, αγνοώ (τον / την)
el rencor
μνησικακία, εμπάθεια, εκδικητικότητα, κακία
la reverencia
υπόκλιση, δέος, ευλάβεια
la repulsión
απώθηση, αποστροφή
repulsivo
αποκρουστικός
la sensualidad
αισθησιασμός, σεξ απήλ
feroz
θηριώδης, ζωώδης, μοχθηρός, άγριος, κακός
bondadoso
καλοσυνάτος, καλοκάγαθος
tímido
ντροπαλός
vergonzoso
ντροπιαστικός, επαίσχυντος, επονείδιστος, ντροπαλός
el / la impactante
συγκλονιστικός / συγκλονιστική / συγκλονιστικό
desgarrador
σπαρακτικός, συνταρακτικός, αποκαρδιωτικός, θλιβερός, συγκλονιστικός
ingenuo
αφελής, ευκολόπιστος, άβγαλτος, αγαθός
la ingenuidad
αφέλεια
el antojo
καπρίτσιο, λιγούρα
coercer, coerzo
εξαναγκάζω, αναγκάζω (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ obligar, obligo)
homófobo
ομοφοβικός
el / la susceptible
ο / η επιρρεπής, ευαίσθητος, ευερέθιστος
emocionar (a), emociono (a), conmover (a), conmuevo (a)
συγκινώ (τον / την)
me conmovió
με συγκίνησε
se conmovió
συγκινήθηκε
la benevolencia
επιείκεια, μεγαλοψυχία, φιλευσπλαχνία
rebosar, reboso
ξεχειλίζω, υπερχειλίζω
el desenfado
ανεμελιά, ξεγνοιασιά, αμεριμνησία, αφέλεια τρόπων, αυτοπεποίθηση
la disforia de género
δυσφορία φύλου, διαταραχή ταυτότητας φύλου