Level 77 Level 79
Level 78

Εργασία & Επαγγέλματα


354 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
el trabajo, trabajo
εργασία, δουλειά, δουλεύω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
la profesión
επάγγελμα
el jefe
το αφεντικό, ο προϊστάμενος, ο αρχηγός, ο επικεφαλής
la jefa
η αφεντικίνα, η προϊσταμένη, η αρχηγός, η επικεφαλής
el profesor
καθηγητής
el maestro
δάσκαλος
el comerciante
έμπορος
el dependiente
πωλητής καταστήματος
la asistenta
(η) βοηθός, οικιακή βοηθός
el constructor
χτίστης, οικοδόμος
el escritor, la escritora, el autor, la autora
ο / η συγγραφέας, λογοτέχνης
el actor
ο ηθοποιός
la actriz
η ηθοποιός
el / la publicista
διαφημιστής
el conductor
οδηγός (οχήματος), κανάλι, σωλήνας
el policía
ο αστυνομικός
el pescador
ψαράς
el / la turista
τουρίστας / τουρίστρια
el político
πολιτικός
el salario
μισθός
el oyente
ακροατής / ακροάτρια
el agente de bolsa, el corredor (de valores)
χρηματιστής
el camarero
σερβιτόρος, καμαρότος, μπάρμαν
el doctor
ο δόκτωρ, ο διδάκτωρ, ο γιατρός (σπανιότερα)
la doctora
η δόκτωρ, η διδάκτωρ, η γιατρός (σπανιότερα)
el obrero, el trabajador
εργάτης
el técnico
τεχνικός (επάγγελμα)
el médico, médico
ο / η ιατρός, ιατρικός, γιατρός
el abogado
δικηγόρος
el / la dentista
ο / η οδοντίατρος
el peluquero
κομμωτής
el verdulero
μανάβης
el lechero
γαλατάς
el ingeniero civil
πολιτικός μηχανικός
el arquitecto, la arquitecta
ο / η αρχιτέκτονας
el vendedor
πωλητής (γενικά)
el portero
θυρωρός, τερματοφύλακας
el funcionario, el empleado
(ο) υπάλληλος, μόνιμος υπάλληλος
el enfermero
ο νοσηλευτής, ο νοσοκόμος
el fontanero
υδραυλικός (ως επάγγελμα)
el electricista
ηλεκτρολόγος
el panadero
φούρναρης
el carnicero
κρεοπώλης, χασάπης
la sastra
η ράφτρα
el carpintero
μαραγκός, ξυλουργός, επιπλοποιός
el pintor
ο ζωγράφος, ο μπογιατζής
la pintora
η ζωγράφος
el escultor
γλύπτης
el / la poeta
ποιητής / ποιήτρια
el secretario
ο γραμματέας
secretaria
η γραμματέας
el / la guardia
φύλακας, δεσμοφύλακας, φύλαξη, εφημερία (πχ ιατρών κλπ)
el / la periodista, el reportero
δημοσιογράφος
el cajero, el taquillero
ταμίας
el director
διευθυντής
la directora
διευθύντρια
el empleado público, el funcionario público
δημόσιος υπάλληλος
oficial, formal
αξιωματικός, επίσημος
el marinero
ναυτικός, ναύτης
el militar
ο / η στρατιωτικός
el músico
ο μουσικός
la música
μουσική, η μουσικός
el / la pianista
πιανίστας / πιανίστρια
el compositor
συνθέτης
el juez
ο δικαστής
la jueza
η δικαστής
el cartero
ταχυδρόμος
la limpiadora, la señora de la limpieza
καθαρίστρια
el alcalde
ο δήμαρχος
la alcaldesa
η δήμαρχος
el presidente / la presidenta
ο / η πρόεδρος
el piloto
ο πιλότος
el presentador
παρουσιαστής
el agricultor
αγρότης, γεωργός
el leñador
ξυλοκόπος
el / la gimnasta
γυμναστής / γυμνάστρια
el / la atleta
αθλητής στίβου / αθλήτρια στίβου
el / la cura
με αρσενικό άρθρο = παπάς, με θηλυκό άρθρο = θεραπεία
metropolitano
μητροπολιτικός
el / la cantante
τραγουδιστής / τραγουδίστρια
el / la guitarrista
κιθαρίστας / κιθαρίστρια
la puericultora, el médico puericultor
νοσοκόμα παιδιών, παιδίατρος
el / la socorrista
ναυαγοσώστης, διασώστης / ναυαγοσώστρια, διασώστρια
el banquero
τραπεζίτης
el / la contable
λογιστής / λογίστρια, φοροτεχνικός, μετρήσιμο
el / la industrialista
βιομήχανος
el naviero
εφοπλιστής, πλοιοκτήτης, ναυτιλιακός
el capitán
καπετάνιος, πλοίαρχος, λοχαγός
el / la fabricante
κατασκευαστής / κατασκευάστρια
el / la esteticista
αισθητικός (επάγγελμα)
la modelo
μοντέλο (γυναίκα)
el joyero
κοσμηματοπώλης
el confitero
ζαχαροπλάστης
el bombero
πυροσβέστης
el histórico
ιστορικός
el farmacéutico
φαρμακοποιός
el pescadero
ιχθυοπώλης
el / la líder
ηγέτης / ηγέτιδα
el / la dietista
διαιτολόγος
el cazador
κυνηγός
el científico
επιστήμονας, επιστημονικός
el explorador
εξερευνητής
el conquistador
κατακτητής
el ladrón
ο ληστής, ο κλέφτης
el cocinero
μάγειρας
el locutor, el / la hablante, el / la ponente, el orador
ομιλητής / ομιλήτρια
el barman
μπάρμαν
el clown, el payaso
κλόουν, παλιάτσος
el cómico
κωμικός
el cirujano
ο χειρουργός
el óptico
οπτικός
el / la ginecólogo
γυναικολόγος
el / la gendarme
χωροφύλακας
el controlador, el verificador
ελεγκτής
el ferroviario
σιδηροδρομικός
el basurero
σκουπιδιάρης
el diseñador
σχεδιαστής
el / la artista
καλλιτέχνης / καλλιτέχνιδα
el psicólogo
ο ψυχολόγος
el / la psiquiatra
ο / η ψυχίατρος
el bailarín
χορευτής (ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑΣ)
el criado, el/la sirviente, el doméstico
υπηρέτης, οικιακός βοηθός
el esclavo
δούλος, σκλάβος
el esportillero, el botones
αχθοφόρος
el / la / los / las guardaespaldas
σωματοφύλακας, σωματοφύλακες
el empleado privado, el funcionario privado
ιδιωτικός υπάλληλος
el pastor
βοσκός, τσοπάνης, ποιμένας (και ως ιερέας), παπάς, ποιμενικός (σκύλος)
el buceador
δύτης, καταδύτης
el / la astronauta
ο / η αστροναύτης
el mendigo, mendigo
ζητιάνος, ζητιανεύω (α' πρόσωπο ενικού)
el anticuario
παλαιοπώλης
el / la taxista
ο / η ταξιτζής
el camionero
φορτηγατζής
el / la malabarista
ζογκλέρ
el / la fiscal (de distrito)
εισαγγελέας
desempleado, parado
άνεργος
el mago
μάγος, ταχυδακτυλουργός
el psíquico
μέντιουμ
el consejero, el consultor, el asesor
σύμβουλος
las cualificaciones
προσόντα
el currículum vitae, el cv
βιογραφικό σημείωμα
el proveedor
προμηθευτής, πάροχος
la petición, la solicitud
αίτημα, απαίτηση
el crítico
κριτικός (ΟΧΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗ)
la experiencia
εμπειρία, προϋπηρεσία
el encargado, el responsable
υπεύθυνος
el empresario
επιχειρηματίας
el / la espía
ο / η κατάσκοπος
el / la agente
πράκτορας, αντιπρόσωπος, μεσίτης / μεσίτρια, τροχονόμος
el despido, la destitución
απόλυση
la dimisión, la renuncia
παραίτηση
el inventor
εφευρέτης
la cooperación, la colaboración
συνεργασία
el / la acróbata
ακροβάτης
la prostituta
πόρνη, ιερόδουλη, εταίρα, εκδιδόμενη
el grumete
μούτσος
el comentador, el anotador
σχολιαστής
el / la jubilado, pensionado
συνταξιούχος
el fundador
ιδρυτής
el paro, el desempleo
ανεργία, υποαπασχόληση
arduo, trabajoso
κοπιαστικός
el / la intérprete
διερμηνέας
el traductor
μεταφραστής
el / la dibujante
σκιτσογράφος, σχεδιαστής
el / la jurista
νομικός
la profesionalidad
επαγγελματισμός
el / la profesional
επαγγελματίας
el / la cineasta, el director de cine
ο / η σκηνοθέτης
trabajar, trabajo
δουλεύω
el laboratorio
εργαστήριο
el barquero
βαρκάρης
la calificación
αξιολόγηση, χαρακτηρισμός, προσόν
tenemos mucho trabajo
έχουμε πολύ δουλειά
pagado con la hora
ωρομίσθιος
el novato
αρχάριος
el técnico dentista
οδοντοτεχνίτης
el productor
παραγωγός
la azafata
αεροσυνοδός
el asistente, el/la ayudante
βοηθός - (η δευτερη λέξη ειναι ταυτόχρονα και θηλυκό)
trabajo en (un)...
δουλεύω σε (ένα)...
dimitir, dimito
παραιτούμαι
trabajo en una oficina
δουλεύω σε ένα γραφείο
trabajo en una tienda
δουλεύω σε ένα μαγαζί, δουλειά σε ένα μαγαζί
trabajo en un hospital
δουλεύω σε ένα νοσοκομείο
trabajo en un hotel
δουλεύω σε ένα ξενοδοχείο
trabajo en una empresa
δουλεύω σε μία επιχείρηση / εταιρία
el misionero
ιεραπόστολος
el editor
εκδότης,συντάκτης
el / la guía, la guía
με αρσενικό άρθρο = ξεναγός, με θηλυκό άρθρο = οδηγός (έντυπο)
el / la estudiante
φοιτητής, σπουδαστής / φοιτήτρια, σπουδάστρια
la costurera, la modista
μοδίστρα
el zapatero
τσαγκάρης
el sastre
ράφτης
la sastreria
ραφείο
la camarera
σερβιτόρα, καμαριέρα, μπαργούμαν
el comercio
εμπόριο
químico, el químico
χημικό, χημικός
la búsqueda de empleo
αναζήτηση εργασίας
la productividad
παραγωγικότητα
el diputado
βουλευτής, αντιπρόσωπος, αναπληρωτής
cansarse, me canso
κουράζομαι
cansado
κουρασμένος
cansar, canso
κουράζω
el administrador, el / la gerente
διοικητής, διαχειριστής / διαχειρίστρια
el decorador
διακοσμητής
el / la economista
ο / η οικονομολόγος
los requerimientos, los requisitos
προαπαιτούμενα, απαιτούμενα προσόντα, απαιτούμενες προϋποθέσεις
el diplomado, el licenciado
πτυχιούχος
el reclutamiento
στελέχωση, στρατολογία
PYMES (Pequeña(s) Y Mediana(s) Empresa(s))
μικρομεσαίες επιχειρήσεις
estoy parado, estoy en paro
είμαι άνεργος, είμαι σταματημένος, στέκομαι
el radiólogo
ακτινολόγος
el / la guardabosque
δασοφύλακας
el jardinero
κηπουρός
el agrónomo
γεωπόνος
aconsejar (a), aconsejo (a)
συμβουλεύω (τον / την)
el consejo
συμβούλιο, συμβουλή
el congreso, la asamblea
συνέδριο, συνέλευση
el delegado
απεσταλμένος
el dia festivo
αργία
practicar, practico
ασκώ, εξασκώ, κάνω πρακτική
me ocupo de
ασχολούμαι με
la enfermería
νοσηλευτική
tedioso
κουραστικός, κοπιαστικός
el / la agente de tráfico
ο / η τροχονόμος
el / la corresponsal
ο ανταποκριτής / η ανταποκρίτρια
el cansancio, la fatiga
κούραση, κόπωση
la tarjeta de presentación
επαγγελματική κάρτα
el excelente conocimiento
άριστη γνώση
la solicitud
αίτηση
la agencia de colocaciones, la oficina de empleo
γραφείο ευρέσεως εργασίας
la ocupación
κατάληψη, απασχόληση, κατοχή
la capacidad
ικανότητα, χωρητικότητα
servir (a), sirvo (a)
υπηρετώ, εξυπηρετώ, σερβίρω (τον / την)
el servicio
υπηρεσία, εξυπηρέτηση, κοινόχρηστη τουαλέτα, στρατιωτική θητεία
la fábrica
εργοστάσιο
la fabrica pequeña
βιοτεχνία
está reparando...
επισκευάζει (επιδιορθώνει)... (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
la empresa, la corporación
επιχείρηση, εταιρία
la plantilla, el personal, personal
προσωπικό (ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ), προσωπικό (ΘΕΜΑ ή ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ)
el anuncio, la publicidad, el reclamo
αγγελία, διαφήμιση, ανακοίνωση
el profesor de danza
δάσκαλος χορού, χοροδιδάσκαλος
el mercado laboral
η αγορά εργασίας
la empleada
(η) υπάλληλος
quiero ser
θέλω να είμαι, θέλω να γίνω
el investigador
ερευνητής
he hecho un muy buen trabajo
έχω κάνει πολύ καλή δουλειά (προσπάθεια, κόπο κλπ)
el paro está subiendo
η ανεργία αυξάνεται
la llevanza del hogar
νοικοκυριό, οικοκυρική
contratar, contrato
προσλαμβάνω
las tareas del hogar, las tareas domésticas
δουλειές του σπιτιού, οικιακές εργασίες
la contratación
πρόσληψη
el trabajador por cuenta propia
αυτοαπασχολούμενος
el trabajador por cuenta ajena
μισθωτός
el repartidor
διανομέας, ντελιβεράς
el mecanico
μηχανικός (οχημάτων κλπ) (ΟΧΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ)
estar de, estoy de (+επάγγελμα)
δουλεύω ως... , είμαι... (+επάγγελμα) (ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΕΡΓΑΣΙΑ)
la carta de recomendación
συστατική επιστολή
el profesor de lengua
δάσκαλος ξένων γλωσσών
la falta de personal
έλλειψη προσωπικού
el traslado
μετάθεση, μετάταξη, μεταφορά, διακομιδή
la experiencia laboral
προϋπηρεσία, εργασιακή εμπειρία
el curriculum vitae actualizado, el curriculum vitae actual
τρέχον βιογραφικό
he cambiado de trabajo
άλλαξα δουλειά (ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ), έχω αλλάξει δουλειά
el viaje de negocios
επαγγελματικό ταξίδι
el tiempo parcial / trabajo a tiempo parcial
μερική απασχόληση / εργασία με μερική απασχόληση, εργάζομαι με μερική απασχόληση (α' ενικό)
trabajo en la tarde
δουλεύω το απόγευμα
tuve mucho trabajo
είχα πολύ δουλειά (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
graduado en... (+ profesión)
απόφοιτος... (+ επάγγελμα)
tienen miedo de ser despedidos
φοβούνται μην απολυθούν
las cualificaciones necesarias
τα απαραίτητα προσόντα
no pueden ser despedidos
δεν μπορούν να απολυθούν
trabajo siempre por la mañana de 7 a 3
δουλεύω πάντα πρωί από τις 7 έως τις 3
el teletrabajo, el trabajo a distancia
τηλεργασία, εργασία από απόσταση
el trabajo desde casa
εργασία από το σπίτι, δουλεύω από το σπίτι
el trabajo en casa
εργασία στο σπίτι, δουλεύω στο σπίτι
la artesanía, la manualidad
χειροτεχνία, εργόχειρο
trabajo por internet, trabajo a través de internet
εργασία μέσω ίντερνετ, δουλεύω μέσω ίντερνετ
el trabajo apropiado
η κατάλληλη εργασία
trabajos que se pueden hacer desde casa
εργασίες που μπορούν να γίνουν από το σπίτι
conseguir un trabajo, consigo un trabajo
βρίσκω δουλειά
el barbero
κουρέας
el mensajero
κούριερ, απεσταλμένος
el ámbito laboral
ο εργασιακός χώρος, το περιβάλλον εργασίας
el accidente laboral
εργατικό ατύχημα
la formación laboral
η επαγγελματική κατάρτιση
la demanda laboral
ζήτηση εργασίας (ΟΧΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ)
la jornada laboral
εργάσιμη μέρα
la legislación laboral
εργατικό δίκαιο
mal pagado
κακοπληρωμένος
las condiciones de trabajo
οι συνθήκες εργασίας
el empleador
εργοδότης
obligaciones profesionales
επαγγελματικές υποχρεώσεις
mecanógrafo
δακτυλογράφος
la mecanografía
δακτυλογραφία
me cansé (de)
κουράστηκα (από / με)
es muy agotador
είναι πολύ κουραστικό, είναι πολύ κουραστικός
la regulación de plantilla
μείωση του προσωπικού
la regulación de jornada
μείωση των ωρών εργασίας
instructor de manejo, profesor de autoescuela
δάσκαλος οδήγησης
el / la ilusionista, el mago
ταχυδακτυλουργός
la destreza, la maña
δεξιότητα, ικανότητα, επιδεξιότητα
los derechos laborales
εργατικά δικαιώματα
el quiosquero
ο περιπτεράς
la nómina
μισθοδοσία
el conservador
συντηρητικός (χαρακτήρας), συντηρητικό (τρόφιμα), συντηρητής (επάγγελμα)
el mayordomo
μπάτλερ, προϊστάμενος του υπηρετικού προσωπικού
el empleo
θέση εργασίας, απασχόληση, εργασία (ΟΧΙ ΚΑΤΑΛΗΨΗ - ΚΑΤΟΧΗ)
el / la supervisor
επόπτης / επόπτρια, επιβλέπων / επιβλέπουσα
la niñera
(η) μπέιμπι σίτερ, τροφός, νταντά, παραμάνα
el cuidador
φροντιστής (ανθρώπων, ασθενών, μηχανημάτων, χώρων κλπ)
el profesor universitario
καθηγητής πανεπιστημίου
el salario digno
αξιοπρεπής μισθός
los salarios bajos
οι χαμηλοί μισθοί
tengo (gano) un salario de novecientos euros mensuales
παίρνω 900 ευρώ μηνιαίως
el sindicato
συνδικάτο, σύλλογος εργαζομένων
el convenio
διακανονισμός, σύμβαση, συμφωνητικό
la plaza
πλατεία, κενή θέση εργασίας
la inscripción para 10.000 plazas de funcionarios
προκύρηξη για 10.000 θέσεις υπαλλήλων
el salario minimo
βασικός μισθός, κατώτατος μισθός, ελάχιστος μισθός
medio tiempo
πάρτ-τάιμ, περιστασιακή εργασία
la prestación de desempleo, el subsidio de desempleo
επίδομα ανεργίας
la jornada completa
πλήρης απασχόληση
la media jornada
ημιαπασχόληση
el fotógrafo / la fotógrafa
ο φωτογράφος / η φωτογράφος
la licencia por enfermedad
αναρρωτική άδεια, άδεια ασθενείας
el cerrajero
κλειδαράς
el profesor de música
δάσκαλος μουσικής
la carga de trabajo
φόρτος εργασίας
llego a casa del trabajo
γυρίζω στο σπίτι απ' τη δουλειά, φτάνω στο σπίτι απ' τη δουλειά
el trabajito
δουλίτσα
el aduanero
τελωνειακός
el púgil, el pugilista, el boxeador
πυγμάχος, μποξέρ
clandestino
λαθραίος, μυστικός, κρυφός, υπόγειος, (ΓΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ): μαύρη
el / la laborable
εργάσιμος / εργάσιμη
el día laborable
εργάσιμη ημέρα
el acumulador
συσσωρευτής, αποταμιευτής, ρακοσυλλέκτης
la extinción de contrato
λήξη της σύμβασης
el trabajador social, el / la asistente social
κοινωνικός λειτουργός
trabajar (con/en) turnos, trabajo (con/en) turnos
δουλεύω με βάρδιες (= με κυλιόμενο ωράριο)
el turno rotativo
κυλιόμενο ωράριο, εργασία με βάρδιες
la empresa privada
ιδιωτική εταιρία, ιδιωτική επιχείρηση
el viaje de negocios
επαγγελματικό ταξίδι
los gastos de desplazamiento, los gastos de locomoción
έξοδα μετακίνησης (πχ σε θέματα εργασίας, υπηρεσίας κλπ)
enchufarse, me enchufo
μπαίνω με μέσο, μπαίνω με βύσμα, συνδέομαι στην πρίζα
asalariado
μισθωτός
el contrato
συμβόλαιο, συμφωνητικό, σύμβαση
el contrato temporal
σύμβαση ορισμένου χρόνου
la permanencia
μονιμότητα, παραμονή
el / la agente temporal
έκτακτος υπάλληλος, προσωρινός υπάλληλος
minero
μεταλλωρύχος, ανθρακωρύχος, εργάτης ορυχείου
el profesorado
εκπαιδευτικό προσωπικό, διδακτικό προσωπικό, οι διδάσκοντες
la intercomunicación
ενδοεπικοινωνία, εσωτερικό τηλέφωνο (σε γραφεία, νοσοκομεία, υπηρεσίες κλπ)
el oncólogo
ογκολόγος