Level 72 Level 74
Level 73

Ευτυχία, Χαλάρωση & Χιούμορ


145 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
la felicidad
ευτυχία
el sentido de humor
χιούμορ
el / la feliz
ευτυχισμένος, ευτυχισμένο / ευτυχισμένη
están felices
είναι ευτυχισμένοι
la broma
αστείο, πλάκα
de broma, de mentirijillas
στα αστεία, για πλάκα, στα ψέματα, όχι στα σοβαρά
¡Ni de coña!
Ούτε για αστείο (ΣΕ ΑΡΓΚΟ), Ξέχνα το
gracioso
διασκεδαστικός, αστείος (ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ)
la coña
αστείο (ΣΕ ΑΡΓΚΟ), πλάκα (= broma)
el chiste
ανέκδοτο
bromista, gracioso
πλακατζής, χωρατατζής, αστείος, διασκεδαστικός, χιουμορίστας
el / la alegre
χαρούμενος, κεφάτος / χαρούμενη, κεφάτη
divertirse, me divierto
διασκεδάζω
la diversión
διασκέδαση
he estado bien, lo pasé bién, me divertí mucho
πέρασα καλά, διασκέδασα πολύ
risa
γέλιο
la carcajada
χαχανητό, ξέσπασμα σε γέλια
ja, ja, ja
χα, χα, χα (επιφώνημα γέλιου)
el clown, el payaso
κλόουν, παλιάτσος
el cómico
κωμικός
la comedia
κωμωδία
la sonrisa
χαμόγελο
el / la sonriente
χαμογελαστός / χαμογελαστή
sonreír, sonrío
χαμογελώ
están sonriendo
χαμογελούν (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
reir, río
γελάω, γελώ
riendo
γελαστός, γελώντας
la viñeta
γελοιογραφία, σκιτσάκι
ridículo
γελοίος, γελοίο
Quien ríe último ríe mejor
Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος
la farsa, el bulo
φάρσα
¿Estás de broma? ¿Bromeas?
Πλάκα μου κάνεις; Αστειεύεσαι; Με δουλεύεις;
satisfactorio
ικανοποιητικός
satisfacer, satisfago
ικανοποιώ
la satisfacción
ικανοποίηση
satisfecho
ικανοποιημένος
estoy satisfecho
είμαι ικανοποιημένος
el entretenimiento, el recreo
ψυχαγωγία
entretener, entretengo
ψυχαγωγώ
el amor
αγάπη, έρωτας
Mi amor
Αγάπη μου
Con amor,
Με αγάπη,
Con todo mi amor,
Με όλη μου την αγάπη, Με πολύ αγάπη
quise
θέλησα, αγάπησα
el humor
διάθεση (ψυχολογική)
de buen humor
με καλή διάθεση
tener ganas (de), tengo ganas (de)
έχω όρεξη (να, για), έχω διάθεση (να, για)
la disposición mental
ψυχική διάθεση, ψυχική κατάσταση
de buena gana
με όρεξη (ΟΧΙ ΦΑΓΗΤΟΥ), ευδιάθετα
cuando tengas ganas
όταν έχεις όρεξη, όταν θα έχεις όρεξη (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
la gana
επιθυμία, όρεξη (ΟΧΙ ΤΟΥ ΦΑΓΗΤΟΥ)
no tengo ganas de nada
δεν έχω όρεξη για τίποτα
no tengo ganas de hacer nada
δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα
hacer cosquillas, hago cosquillas
γαργαλάω, γαργαλώ
tener cosquillas, tengo cosquillas
γαργαλιέμαι
la alegría
χαρά
la imaginación
φαντασία
la mentirijilla
ψεματάκι
¿Qué tal te lo pasaste?, ¿Te lo pasaste bien?
Πέρασες καλά;
¿Cómo te fue?
Πως τα πέρασες; Πως τα πήγες;
me gustó
μου άρεσε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
no me gustó
δεν μου άρεσε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
gustar, me gusta
(μου) αρέσει (ΤΟ ΡΗΜΑ)
me gusta, me encanta
μου αρέσει
me gusta mucho
μου αρέσει πολύ
no me gusta, no me encanta
δεν μου αρέσει
no me ha gustado
δεν μου έχει αρέσει, δεν μου άρεσε (ΣΕ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟ)
Chaval / Guay
Τέλειο! (ΣΕ ΑΡΓΚΟ), Φοβερό (= όπως το αγγλικό Cool)
el dulce
γλυκός / γλυκιά / γλυκό
afectuoso, cariñoso, tierno
στοργικός, τρυφερός
la ternura
τρυφερότητα
el lindo
χαριτωμένος, ομορφούλης, γλυκούλης, ωραίος
la caricatura
καρικατούρα
el / la agradable
ευχάριστο, απολαυστικό / ευχάριστη, απολαυστική
muy agradable
πολύ ευχάριστο
a gusto
ευχάριστα, με ευχαρίστηση
una experiencia agradable
μια ευχάριστη εμπειρία
el disfrute
απόλαυση
el placer
ευχαρίστηση, ηδονή, απόλαυση
el paraíso
παράδεισος
el sueño
όνειρο, ύπνος, ονειρεύομαι (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
el sueño lúcido
συνειδητό όνειρο, διαυγές όνειρο, φωτεινό όνειρο
¡Que te diviertas! ¡Diviértete!
Καλή διασκέδαση! (σε ένα άτομο) (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ), Καλά να περάσεις!
¡Que se diviertan!
Καλή διασκέδαση! (σε πολλά άτομα) (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
divertido
διασκεδαστικό, αστείο (ΓΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΤΑΙΝΙΕΣ κλπ) (ΟΧΙ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ)
era bien divertido
ήταν πολύ διασκεδαστικό, ήταν πολύ ωραία
positivo
θετικό
bueno
καλός, καλό
la guerra de bolas de nieve, la guerra de nieve
χιονοπόλεμος
las escondidas
κρυφτό (το παιχνίδι)
la mueca
γκριμάτσα, μορφασμός
burlarse, me burlo
κοροϊδεύω
están riéndose (están riendo), se están riendo
γελούν (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
el cotilleo, el chisme
κουτσομπολιό
las revistas de chismes
κουτσομπολίστικα περιοδικά
la revista
περιοδικό
relajarse, me relajo
χαλαρώνω (τον εαυτό μου)
relájese
χαλαρώστε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
relaja
χαλαρώνει, χαλαρώνετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), χαλάρωσε!
la relajación
χαλάρωση
la holgura
χαλαρότητα, χαλάρωση, άνεση
esté tranquilo hombre
ήρεμα φίλε, κάτσε ρε άνθρωπε, χαλάρωσε
leo una revista
διαβάζω ένα περιοδικό
el periódico, el diario
εφημερίδα
leo un periódico
διαβάζω μια εφημερίδα
navego por internet
σερφάρω στο ίντερνετ
navegar, navego, hago surf
σερφάρω, κάνω σέρφινγκ
el / la surfista
ο / η σέρφερ, σερφίστας
las vacaciones
διακοπές (άδειας)
fui de vacaciones
πήγα διακοπές, ήμουν σε διακοπές
la curiosidad
περιέργεια
curioso
περίεργος, αυτός που νοιώθει περιέργεια (ΟΧΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ)
secreto, clandestino
μυστικός, μυστικό
el sofá
καναπές
me acuesto en la cama o en el sofá
ξαπλώνω στο κρεβάτι ή στον καναπέ
la cama
κρεβάτι
voy a la cama
πάω στο κρεβάτι
el sillón, la butaca
πολυθρόνα
sentarse, me siento
κάθομαι
me siento en la silla
κάθομαι στην καρέκλα
me siento en un banco
κάθομαι σε ένα παγκάκι
me siento en el balcón
κάθομαι στο μπαλκόνι
descansarse, me descanso
ξεκουράζομαι
el descanso
διάλειμμα, ξεκούραση, ανάπαυση, ξεκουράζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
el intervalo
διάλειμμα
el recreo escolar
σχολικό διάλειμα
el paseo, paseo
περίπατος, βόλτα, βγάζω βόλτα
voy de paseo
πάω βόλτα
la salvia
φασκόμηλο
el té
τσάι
el café
καφές
la tranquilidad
ηρεμία, ησυχία
tranquilizante, calmante
ηρεμιστικό, χαλαρωτικό, καταπραϋντικό
la serenidad
γαλήνη, ψυχραιμία
la compostura
ψυχραιμία (ΟΧΙ ΓΑΛΗΝΗ)
el cafecito, el cafelito
καφεδάκι
la sala de fiestas
αίθουσα εκδηλώσεων, κλαμπ, αίθουσα για πάρτι
el viajecito
ταξιδάκι
el teléfono escacharrado
ΤΟ ΠΑΙΔΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ: σπασμένο τηλέφωνο, χαλασμένο τηλέφωνο
bromear, bromeo
αστειεύομαι, καλαμπουρίζω
cigarrillo electrónico
ηλεκτρονικό τσιγάρο, θερμαινόμενο τσιγάρο ατμού
el cigarrillo
τσιγάρο, τσιγαράκι
satirizar, satirizo
σατιρίζω
la sencillez
απλότητα, απλοϊκότητα, λιτότητα
el desenfado
ανεμελιά, ξεγνοιασιά, αμεριμνησία, αφέλεια τρόπων, αυτοπεποίθηση