Level 70 Level 72
Level 71

Τι κάνουν οι άλλοι;


275 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
hablando
μιλώντας, μιλώ (γερούνδιο)
hablar (con) (de), hablo (con) (de)
μιλώ (με) (για)
otro
άλλος, άλλο
otros
άλλοι, άλλα
otro alguien
κάποιος άλλος, κάποιον άλλο
ese
εκείνος, το γράμμα s
aquello
εκείνος, εκείνο (πολύ μακριά)
aquel
εκείνος μακριά
esos
εκείνοι, εκείνα
él
αυτός (προσωπική αντωνυμία)
para él
για αυτόν
él de al lado
διπλανός
está hablando por teléfono
μιλάει στο τηλέφωνο (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
se sienta
κάθεται! νιώθει!
da entrevista
δίνει συνέντευξη
lleva...
φοράει... (ΦΕΡΕΙ ΠΑΝΩ ΤΟΥ - ΔΕΝ ΝΤΥΝΕΤΑΙ), Φέρε! (ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ)
se está poniendo
φοράει (ΝΤΥΝΕΤΑΙ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
está caminando, está andando
περπατάει (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
camina, anda
περπατάει, περπατάτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), περπάτα!
camina con bastón
περπατάει με μπαστούνι
dice
λέει, λέτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
miente
λέει ψέματα, ψεύδεται
hacer, hago
κάνω
han hecho
έχουν κάνει
se han sentado
έχουν κάτσει
fueron
ήταν (γ' πληθυντικό) (μόνιμο), πήγαν (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
están
είναι (γ' πληθυντικό), είσαστε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ) (προσωρινό)
se están abrazando, están abrazándose
αγκαλιάζονται (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
están riéndose (están riendo), se están riendo
γελούν (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
están jugando
παίζουν (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
se están aferrando (a), están aferrándose (a)
κρατιούνται (από)
discuten
συζητάνε, συζητούν (ΟΧΙ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
están charlando
κουβεντιάζουν, συζητούν, μιλούν (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
están sonriendo
χαμογελούν (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
está mirando
κοιτάζει (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
preguntan
ρωτάνε, ρωτούν, ρωτάτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
contestan, responden
απαντάνε, απαντούν, απαντάτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
beben, toman
πίνουνε, πίνουν
comen
τρώνε, τρώτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
se comen
συνηθίζουν να τρώνε (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
están viendo
βλέπουν (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
ven
βλέπουν (ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ), έλα! (ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ)
vinieron
ήρθανε, ήρθαν
el vino, vino
κρασί, ήρθε, ήρθατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
oyen, escuchan
ακούν, ακούνε, ακούτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
vienen
έρχονται, έρχεστε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
toca
πιάνει, πιάνετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), πιάσε! αγγίζει, ακουμπάει, παίζει μουσικό όργανο
sostiene en sus manos
κρατάει στα χέρια του / της
está sosteniendo una maleta
κρατάει μια βαλίτσα (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
hablan
μιλάνε, μιλούν, μιλάτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
piensan
σκέφτονται
piensa
σκέφτεται, σκέφτεστε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), σκέψου!
está pensando
σκέφτεται (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
se plantea
σκέφτεται να, εξετάζει (ένα θέμα), μελετά (ένα θέμα)
abre
ανοίγει, ανοίγετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), άνοιξε!
¿A qué hora abren?
Τι ώρα ανοίγουν;
a que hora abren las tiendas
τι ώρα ανοίγουν τα καταστήματα
cierra
κλείνει, κλείνετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), κλείσε!
entienden
καταλαβαίνουν, καταλαβαίνουνε
entiende
καταλαβαίνει, καταλαβαίνετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
no pueden
δεν μπορούν
pueden
μπορούν, μπορείτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
van, se van
πηγαίνουν, πάνε, φεύγουν, φεύγετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
está conduciendo
οδηγεί (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
bebe, toma
πίνει, πίνετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), πιές!
está llorando
κλαίει (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
se despierta de noche
ξυπνά τη νύχτα
pasan muchas horas mirando la televisión
περνούν πολλές ώρες βλέποντας τηλεόραση
tienen miedo de ser despedidos
φοβούνται μην απολυθούν
tienen miedo a la oscuridad
φοβούνται το σκοτάδι
se sentó
έκατσε, κάθισε, κάτσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
se miran
κοιτάζονται (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
se mudan
μετακομίζουν
se murió
πέθανε, απεβίωσε (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
me dijo que
μου είπε ότι
dijo
είπε, είπατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
no me dijo nada
δεν μου είπε τίποτα
le dije a él / le dije a ella
του είπα / της είπα
le dije a
είπα στον, είπα στην
dijeron
είπαν, είπανε
dieron
έδωσαν, δώσανε
aprende
μαθαίνει, μαθαίνετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), μάθε!
aprenden
μαθαίνουν, μαθαίνετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
se sientan
κάθονται
están sentados
κάθονται (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
se sentaban
κάθονταν, καθόντουσαν
tomaba
έπαιρνα, έπινα, έπαιρνε, έπινε
bebían, tomaban
έπιναν, πίνανε
tomaban
έπαιρναν, παίρνανε, έπιναν
comía
έτρωγα, έτρωγε, τρώγατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
comían
έτρωγαν, τρώγανε
decían
έλεγαν, λέγανε
decía
έλεγα, έλεγε
discutían
συζητούσανε, συζητούσαν
se prepara
ετοιμάζεται (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
están preparándose, se están preparando
ετοιμάζονται (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
va, se va
πηγαίνει, πάει, πηγαίνετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), φεύγετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
va de paseo
πηγαίνει βόλτα
está paseando al perro
βγάζει βόλτα τον σκύλο (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
lo mece
το κουνάει (πχ το μωρό στην κούνια), τον κουνάει
lee
διαβάζει, διαβάζετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), διάβασε! (προστ.)
leen
διαβάζουν, διαβάζετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
escribe
γράφει, γράφετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), γράψε!
escriben
γράφουν, γράφετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
me molesta
με ενοχλεί
están esperando
περιμένουν (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
están esperando en la cola
περιμένουν στην ουρά / στη σειρά (πχ σε μια υπηρεσία) (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
¿A qué hora cierra?
Τι ώρα κλείνετε; (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), Τι ώρα κλείνει;
juegan
παίζουν
se duerme
κοιμάται κανείς, κοιμάται κάποιος (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
al dormir
όταν κοιμάται (ή όταν κοιμάμαι, κοιμάσαι κλπ), κατά την διάρκεια του ύπνου
huele mal
μυρίζει άσχημα
huele muy bien
μυρίζει πολύ ωραία
hacen
κάνουν, κάνετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
suelen ( + απαρέμφατο)
συνηθίζουν (να κάνουν κάτι)
está limpiando
καθαρίζει (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
está fregando
σφουγγαρίζει, πλένει τα πιάτα (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
sentar, siento
καθίζω κάποιον (πχ το μωρό)
buscan entre los escombros
ψάχνουν στα χαλάσματα, ψάχνουν στα συντρίμμια
escribió
έγραψε, γράψατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
escribieron
έγραψαν, γράψανε
leyeron
διάβασαν, διαβάσανε
hicieron
έκαναν, κάνανε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
me han kickeado
με κίκαραν, με έκαναν κικ (με έδιωξαν από ένα παιχνίδι ή μία σελίδα στο ίντερνετ)
dio
έδωσε, δώσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
tomó
πήρε, ήπιε, πήρατε ή ήπιατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
tomaron
πήρανε, πήραν, ήπιαν
comieron
έφαγαν, φάγανε
preguntó
ρώτησε, ρωτήσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
preguntaron
ρώτησαν, ρωτήσανε
contestaron, respondieron
απάντησαν, απαντήσανε
contestó, respondió
απάντησε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ), απαντήσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
dicen
λένε
han puesto
έχουν βάλει
han ido
έχουν πάει, έχουν φύγει
fue al, fue a la
πήγε στο, πήγε στην
se fue a dormir
πήγε να κοιμηθεί, πήγε για ύπνο
¿Cuándo regresará?
Πότε θα επιστρέψει; Πότε θα γυρίσει;
volverá inmediatamente, regresará inmediatamente
θα γυρίσει αμέσως, θα επιστρέψει αμέσως
corre
τρέχει, τρέχετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), τρέξε!
corre de un lado para otro
τρέχει απ' το ένα μέρος στο άλλο
se lava
πλένεται (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
se baña
κάνει μπάνιο (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
cuando alguien no se baña
όταν κάποιος δεν κάνει μπάνιο
nada
τίποτα (ΧΩΡΙΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ), κολυμπάει (γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
se queda
παραμένει, κάθεται (ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ) (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
se refiere a
αναφέρεται σε (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
Ser uña y carne
Είναι κολλητοί, Είναι κώλος και βρακί (ΣΕ ΑΡΓΚΟ)
se usan, se emplean, se utilizan
χρησιμοποιούνται (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
se peina
χτενίζεται (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
se para
σταματάει (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
se puso
έβαλε, φόρεσε (ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ), έγινε (μεταφορικά) (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
se averió
χάλασε (ΓΙΑ ΟΧΗΜΑΤΑ & ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ) (ΑΟΡΙΣΤΟΣ) (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
se fue
έφυγε (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ), έσβησε (το φως)
se fotografía
φωτογραφίζεται (γ' ενικό) (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
se giró
γύρισε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ) (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
se ha sentado
έχει κάτσει, έχετε κάτσει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
se llenó
γέμισε (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ) (ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ)
se cortó
κόπηκε (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
se cuela
τρυπώνει (μεταφορικά), χώνεται στη σειρά
se va
φεύγει (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
se viene
έρχεται (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
se viste
ντύνεται (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
está bajandose, se está bajando
κατεβαίνει (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
no se siente bien
δεν νιώθετε καλά (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), δεν νιώθει καλά
¿Qué hiciste en la última semana?
Τι έκανες την τελευταία εβδομάδα;
hacían
έκαναν, κάνανε (ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ), έκαμναν, κάμνανε
¿Dónde?
Που;
¿A dónde vas?
Που πας;
¿A dónde?
Για που; Προς τα που;
¿A dónde irás?
Που θα πας;
¿Cuándo?
Πότε;
¿Cuándo volverás? ¿Cuándo vas a volver?
Πότε θα γυρίσεις; Πότε θα επιστρέψεις;
¿Cuán mala es la situación?
Πόσο άσχημη είναι η κατάσταση; Πόσο σοβαρό είναι;
vio
είδε, είδατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
vieron
είδανε, είδαν
oyeron, escucharon
άκουσαν, ακούσανε
¿A quién esperas?
Ποιον περιμένεις;
intenta
προσπαθεί, προσπαθείτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), προσπάθησε!
intentan
προσπαθούν, προσπαθείτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
¿Estás de broma? ¿Bromeas?
Πλάκα μου κάνεις; Αστειεύεσαι; Με δουλεύεις;
haces
κάνεις
¿Qué vas a hacer?
Τι θα κάνεις;
harán
θα κάνουν
la gente que habla a gritos
οι άνθρωποι που μιλούν φωνάζοντας
cuando hablan detrás de tu espalda
όταν μιλούν πίσω απ' την πλάτη σου (πχ για σένα)
las personas que se miran o hablan con aires de superioridad
τα άτομα που κοιτάνε ή μιλούν με υπεροψία
grupo
γκρουπ, ομάδα, μπάντα, παρέα (τουλάχιστον 3 άτομα)
son tres personas
είναι τρία άτομα
la pareja
ζευγάρι (2 άτομα) (ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ), (ΟΧΙ Η ΠΑΡΕΑ)
un grupo que...
μία παρέα / ομάδα που...
la compañía
συντροφιά, παρέα, εταιρία
hablar con la boca llena
το να μιλάς με γεμάτο το στόμα
hacer cola
περιμένω στην ουρά, περιμένω στη σειρά (ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ)
colarse, me cuelo
τρυπώνω (μεταφορικά), χώνομαι (κλέβοντας τη σειρά)
alguien que se cuela en una cola
κάποιος που τρυπώνει στην ουρά χωρίς να είναι η σειρά του
la gente que se dice palabrotas todo el tiempo
οι άνθρωποι που βρίζουν όλη την ώρα
la gente que cree saberlo todo y no acepta opinion de nadie
οι άνθρωποι που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα και δεν δέχονται τη γνώμη κανενός
la gente
άνθρωποι, κόσμος, πλήθος
la gente que llega tarde
οι άνθρωποι που έρχονται αργά
personas que son maleducadas
άνθρωποι που είναι αγενείς
la gente que se muerde las uñas
οι άνθρωποι που τρων τα νύχια τους
son amigos
είναι φίλοι
acompañado (de)
συνοδευόμενος (από), με παρέα
acompañar, acompaño
συνοδεύω, κάνω παρέα
lloran
κλαίνε
dan
δίνουνε, δίνουν
toman
παίρνουν, παίρνουνε, πίνουν
está entrevistando a
παίρνει συνέντευξη από... (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
¿Cómo estás?
Τι κάνεις; (Πως είσαι; Πως τα περνάς;) (ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ)
¿Qué siempre querías hacer que no hiciste?
Τι ήθελες να κάνεις πάντα που δεν το έκανες;
¿Cómo está (usted)?
Τι κάνει ο...; Τι κάνετε; (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ) (ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ)
¿Qué es importante que hagas antes de morir?
Τι είναι σημαντικό να κάνεις πριν πεθάνεις;
está subiendose, se está subiendo
ανεβαίνει (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
estan trabajando
δουλεύουν (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
los vecinos que hacen mucho ruido
οι γείτονες που κάνουν πολύ θόρυβο
hace
κάνει, κάνετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), πριν από...
los niños se pelean
τα παιδιά τσακώνονται, τα παιδιά μαλώνουν μεταξύ τους
viven de sus pensiones
ζουν απ' τις συντάξεις τους
se encuentra en / a
βρίσκεται σε (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
están al aire libre
βρίσκονται στο ύπαιθρο, βρίσκονται σε εξωτερικό χώρο
una habitación donde están...
ένα δωμάτιο όπου βρίσκονται...
una habitación donde hay ...
ένα δωμάτιο όπου υπάρχουν...
está sirviendo a un cliente
εξυπηρετεί έναν πελάτη (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ) (ΟΧΙ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΓΟΡΑΣ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ πχ σε εστιατόρια κλπ)
está atendiendo a un cliente
εξυπηρετεί έναν πελάτη (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ) (ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΓΟΡΑΣ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ πχ σε βιβλιοπωλεία, καταστήματα κλπ)
está reparando...
επισκευάζει (επιδιορθώνει)... (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
da
δίνει, δίνετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), δώσε!
entra
μπαίνει, μπαίνετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), μπες!
han comprado algunas cosas
ψώνισαν κάποια πράγματα (ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ)
se despiden
αποχαιρετιούνται
están bailando
χορεύουν (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
está comiendo
τρώει (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
se consulta
συμβουλεύεται
reparan la avería
επισκευάζουν τη βλάβη
mira
κοίτα! (β' ενικό), κοιτάει, βλέπει
salen
βγαίνουν
quieren
θέλουν, θέλουνε, αγαπούν, αγαπάνε
quiere
θέλει, αγαπάει, θέλετε ή αγαπάτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
la cocina / cocina
κουζίνα, ηλεκτρική κουζίνα, μαγειρείο / μαγειρεύει (γ' ενικό)
estan cocinando
μαγειρεύουν (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
está cocinando
μαγειρεύει (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
se acerca
πλησιάζει, κοντεύει, προσεγγίζει
piden
ζητούν, ζητάνε, ζητάτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
viene
έρχεται, έρχεστε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
viene pronto
έρχεται αμέσως
lo alimenta
το ταΐζει, τον ταΐζει
sustituye (a)
αντικαθιστά (τον / την)
la reverencia
υπόκλιση, δέος, ευλάβεια
pagaba
πλήρωνα, πλήρωνε (γ' ενικό) (ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ)
perdió
έχασε, χάσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
perdió el control
έχασε τον έλεγχο
hablaron
μιλήσανε, μίλησαν
habló
μίλησε, μιλήσατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
bebió, tomó
ήπιε, ήπιατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
comió
έφαγε, φάγατε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
se enfermó
αρρώστησε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ) (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
me visitó
με επισκέφτηκε
nos visitaron
μας επισκέφθηκαν
la pregunta, pregunta
ερώτηση, απορία, ρωτάει, ρωτάτε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), ρώτα! ρώτησε!
golpeó
χτύπησε (ΚΑΠΟΙΟΝ - ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ)
enchufarse, me enchufo
μπαίνω με μέσο, μπαίνω με βύσμα, συνδέομαι στην πρίζα
protege
προστατεύει
reclaman
διεκδικούν, απαιτούν
exige
απαιτεί
se echa sal para derretir la nieve
ρίχνεται αλάτι για να λιώσει το χιόνι (ΑΠΡΟΣΩΠΟ)
se lesionó, fue heridο (fue herida)
τραυματίστηκε
cayó, se cayó
έπεσε
se conmovió
συγκινήθηκε
el / la transeúnte
περαστικός, περαστική
se va a ir, se irá
θα φύγει
se quedó
έμεινε, παρέμεινε, έκατσε (ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ) (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
se ha parado
σταμάτησε, έχει σταματήσει (ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ) (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
presume, se enorgullece
υπερηφανεύεται, καυχιέται, επιδεικνύει
se cagó
χέστηκε, τα έκανε πάνω του (της)
se casó
παντρεύτηκε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)