Level 46 Level 48
Level 47

Γηρατειά


181 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
la vejez
γηρατειά, γεράματα
la edad
ηλικία
la edad avanzada
τρίτη ηλικία
el viejo
γέρος, παλιός, παλιό, υπερήλικας
el anciano
ηλικιωμένος
la pensión
σύνταξη, πανσιόν, πανδοχείο, διατροφή σε ξενοδοχείο
el / la jubilado, pensionado
συνταξιούχος
el asilo de ancianos, el hogar de ancianos
γηροκομείο
la nieta
εγγονή
el nieto
εγγονός
el pelo blanco
άσπρα μαλλιά
la asistenta
(η) βοηθός, οικιακή βοηθός
el apoyo, apoyo
υποστήριξη, στήριξη, υποστηρίζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα), συμπαράσταση
la ayuda, el socorro
(η) βοήθεια (ουσιαστικό)
el bastón
μπαστούνι
el viudo, la viuda
χήρος, χήρα
la memoria, el recuerdo
μνήμη, ανάμνηση
la enfermedad
ασθένεια
la incontinencia
ακράτεια
el asma
άσθμα (f)
la debilidad
αδυναμία
débil, flojo, delicado
αδύναμος, χωρίς δύναμη
la dentadura
μασέλα, οδοντοστοιχία
la soledad
μοναξιά
la droga
ναρκωτικό, φάρμακο
el abuelo
παππούς
la abuela
γιαγιά
el bisabuelo
προπαππούς
la bisabuela
προγιαγιά
el cuidado, ¡(ten) cuidado!
φροντίδα, φροντισμένος, προσοχή!
morir, muero, fallecer, fallezco
πεθαίνω, αποβιώνω, ψοφάω
olvidar, olvido, olvidarse, me olvido
ξεχνώ, ξεχνιέμαι
el pañal
πάνα
el / la pobre
φτωχός / φτωχή
los servicios sociales
κοινωνικές υπηρεσίες
abandonado
εγκαταλειμμένος
la herencia / el legado
κληρονομιά, κληρονομικότητα, διαδοχή / κληρονομιά, κληροδότημα
el heredero
ο κληρονόμος
heredar, heredo
κληρονομώ
la calvicie
φαλάκρα
calvo
φαλακρός
la discapacidad, la invalidez
αναπηρία
discapacitado, incapacitado
ανάπηρος
las arrugas
ρυτίδες, πτυχές, ζάρες, τσαλακώματα, ρίγες
el té
τσάι
la manzanilla
χαμομήλι
el café
καφές
necesitan ayuda
χρειάζονται βοήθεια
la osteoporosis
οστεοπόρωση
la ayuda a domicilio
βοήθεια στο σπίτι
no pueden
δεν μπορούν
la necesidad
ανάγκη
necesitar, necesito
χρειάζομαι
es necesario
χρειάζεται, είναι απαραίτητο, είναι ανάγκη
la compañía
συντροφιά, παρέα, εταιρία
el compañero
σύντροφος
la presión
πίεση
la diabetes
ζάχαρο, διαβήτης
los problemas de salud
προβλήματα υγείας
solo
μόνος (ΩΣ ΕΠΙΘΕΤΟ) (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ "ΜΟΝΟ" ΩΣ ΕΠΙΡΡΗΜΑ)
recordar (a), recuerdo (a)
θυμάμαι (τον / την), θυμίζω, υπενθυμίζω
el descanso
διάλειμμα, ξεκούραση, ανάπαυση, ξεκουράζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
las dificultades financieras
οικονομικές δυσκολίες
el testamento
διαθήκη
la paciencia
υπομονή
con los niños
(μαζί) με τα παιδιά
estricto
αυστηρός
cuando eran jóvenes
όταν ήταν νέοι
el respeto
σεβασμός, σέβομαι (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
respetar, respeto
σέβομαι
la cirugía plástica
πλαστική χειρουργική, πλαστική εγχείρηση
el climaterio
κλιμακτήριος
la menopausia
εμμηνόπαυση
las percepciones anticuadas
ξεπερασμένες αντιλήψεις
maduro
ώριμος, ώριμο
obstinado
πεισματάρης, ισχυρογνώμων
la obstinación
πείσμα
antes, en el pasado
παλιά, στο παρελθόν
simpático
συμπαθητικός
el gruñón
γκρινιάρης
la gruñona
γκρινιάρα
la inseguridad
ανασφάλεια
el chaquete, el backgammon
τάβλι
la baraja, los naipes
τράπουλα
veo la tele, veo la televisión
βλέπω τηλεόραση
los antepasados
πρόγονοι
el / la descendiente
ο / η απόγονος
la tradición
παράδοση (πολιτισμική) (ΟΧΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ)
las condiciones de vida
συνθήκες διαβίωσης
el sabio, sabio
σοφός
aconsejar (a), aconsejo (a)
συμβουλεύω (τον / την)
el consejo
συμβούλιο, συμβουλή
la tranquilidad
ηρεμία, ησυχία
tranquilo
ήσυχος, ήρεμος
orgulloso
περήφανος
el / la grande
μεγάλος / μεγάλη / μεγάλο
el / la mayor
μεγαλύτερος / μεγαλύτερη / μεγαλύτερο, μείζον
el / la menor, menor
μικρότερος / μικρότερη / μικρότερο, ελάσσον
pasado de moda
παλιομοδίτικος, ντεμοντέ
sucio
βρώμικος, λερωμένος, βρωμιάρης, άπλυτος, άλουστος, ακάθαρτος, βρωμιάρη!
el orgullo
περηφάνια
el recuerdo
ανάμνηση, αναμνηστικό, θυμάμαι (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
regresivo, retrógrado
οπισθοδρομικός
tienen diferentes puntos de vista
έχουν διαφορετικές απόψεις
tienen gustos diferentes
έχουν διαφορετικά γούστα
jubilarse, me jubilo
συνταξιοδοτούμαι
la jubilación, la pensión
σύνταξη (χρηματική)
se queja mucho
γκρινιάζει πολύ, παραπονιέται πολύ (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
la medicina
ιατρική, φάρμακο
tomo mi medicina
παίρνω το φάρμακό μου
cobrar una pensión
παίρνω σύνταξη, βγαίνω στη σύνταξη
la seguridad social
κοινωνική ασφάλιση
viven de sus pensiones
ζουν απ' τις συντάξεις τους
camina con bastón
περπατάει με μπαστούνι
la muerte
θάνατος, χάρος
muerto
νεκρός, πεθαμένος, σκοτωμένος
está muerto
είναι νεκρός, πέθανε, σκοτώθηκε
se murió
πέθανε, απεβίωσε (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
el funeral, el entierro
κηδεία
el coche fúnebre
νεκροφόρα
arrugado
τσαλακωμένος, ζαρωμένος, μαραμένος, ρυτιδιασμένος
cansado
κουρασμένος
la seguridad
ασφάλεια (ΟΧΙ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ)
la protección
προστασία
cortés, gentil, amable
ευγενής, ευγενικός
el amistoso, el / la amable
φιλικός, ευγενικός / φιλική, ευγενική
la falta de apoyo familiar
έλλειψη οικογενειακής υποστήριξης
la falta de apoyo financiero
έλλειψη οικονομικής υποστήριξης
escupir (a), escupo (a)
φτύνω (τον / την)
el escupitajo
φτύσιμο, φλέμα, ροχάλα
mear, meo
κατουρώ, ουρώ
arrugarse, me arrugo
ζαρώνω, μαραίνομαι, τσαλακώνομαι, ρυτιδιάζω
está arrugado
είναι τσαλακωμένος, είναι ζαρωμένος, είναι μαραμένος, είναι ρυτιδιασμένος
la depresión
κατάθλιψη
me olvido de las cosas fácilmente / tengo mala memoria
ξεχνάω εύκολα / έχω αδύνατη μνήμη
olvida
ξεχνάει, ξεχνάτε (Ενεστώτας, γ' ενικό, ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), ξέχνα!
lento
αργός, αργό
el seguro público
δημόσια ασφάλιση
enfermé, me enfermé
αρρώστησα
se enfermó
αρρώστησε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ) (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
la ambulancia
ασθενοφόρο
necesito ayuda
χρειάζομαι βοήθεια
madrugar, madrugo
ξυπνάω νωρίς, ξενυχτάω, ξημερώνομαι
se despierta de noche
ξυπνά τη νύχτα
el orinal
το γιογιό (παιδικό δοχείο διούρησης), ουροδοχείο (και ενηλίκων), η πάπια νοσοκομείου
voy al baño
πηγαίνω στην τουαλέτα / στο μπάνιο
los hijos
παιδιά (ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ, ΟΧΙ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ), τέκνα
el pariente
(ο) συγγενής
los parientes
(οι) συγγενείς
el ronquido
ροχαλητό
roncar, ronco
ροχαλίζω
ronca por las noches
ροχαλίζει τις νύχτες
el / la respetable
σεβαστός / σεβαστή / σεβαστό, αξιοσέβαστος / αξιοσέβαστη / αξιοσέβαστο
la miopía
μυωπία
la presbicia, la vista cansada
πρεσβυωπία
la hypertensión (la tensión)
υπέρταση (πίεση)
medir, mido
μετρώ (για διαστάσεις, το ζάχαρο, το ύψος κλπ) (ΟΧΙ ΜΕΤΡΩ ΤΟΥΣ ΑΡΙΘΜΟΥΣ)
el estreñimiento, la constipación
δυσκοιλιότητα
tenemos muy buenas relaciones y nos comunicamos con frecuencia
έχουμε πολύ καλές σχέσεις και επικοινωνούμε συχνά
el / la desechable
μιας χρήσης, μιας χρήσεως
el olor
μυρωδιά (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΑΡΩΜΑ)
el mal olor
η κακή μυρωδιά
sudar, sudo
ιδρώνω
el sudor
ιδρώτας (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΕΦΙΔΡΩΣΗ)
a pesar de su edad
παρά την ηλικία του
los problemas respiratorios
αναπνευστικά προβλήματα
la retirada
απόσυρση, συνταξιοδότηση, υποχώρηση στρατού, ανάκληση
el olvido / olvido
λήθη, λησμονιά / ξεχνώ (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
el técnico dentista
οδοντοτεχνίτης
el gruñido
γκρίνια, μούγκρισμα, γρύλισμα
murmurar, murmuro
μουρμουρίζω
criticar (a), critico (a)
κριτικάρω, κατακρίνω, κρίνω (τον / την)
el pelo teñido
βαμμένα μαλλιά
teñido
βαμμένο (ΓΙΑ ΡΟΥΧΑ Ή ΜΑΛΛΙΑ), βάψιμο (ΡΟΥΧΩΝ Ή ΜΑΛΛΙΩΝ)
el tinte para el cabello
βαφή μαλλιών
alimentar (a), alimento (a)
ταΐζω (τον / την)
lo alimenta
το ταΐζει, τον ταΐζει
la tos
βήχας
toser, toso
βήχω
tengo tos
έχω βήχα (ΟΧΙ ΤΟ ΡΗΜΑ ΒΗΧΩ)
pasan muchas horas mirando la televisión
περνούν πολλές ώρες βλέποντας τηλεόραση