Level 44 Level 46
Level 45

Οικογένεια & Σχέσεις


182 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
la familia
οικογένεια
la relación
σχέση, συναναστροφή
los padres
γονείς
el padre
πατέρας, πάτερ!
el papá
μπαμπάς
la madre
μητέρα
la mamá
μαμά
el hijo
γιός
la hija
κόρη
el niño
παιδί, αγοράκι
la niña, la chiquita
κοριτσάκι
el chico
αγόρι, μικρός, μικρό
la chica
κορίτσι, κοπέλα
el hermano
αδερφός
la hermana
αδερφή
el primo
ξάδερφος
la prima
ξαδέρφη
los hermanos
αδέρφια
los primos
ξαδέρφια
el abuelo
παππούς
la abuela
γιαγιά
el nieto
εγγονός
la nieta
εγγονή
el bisabuelo
προπαππούς
la bisabuela
προγιαγιά
el pariente
(ο) συγγενής
los parientes
(οι) συγγενείς
el tío, el pavo
θείος / ΣΕ ΑΡΓΚΟ: φίλος, μάγκας (= amigo)
la tía
θεία
el suegro
πεθερός
la suegra
πεθερά
el compadre
κουμπάρος
la comadre
κουμπάρα
el cuñado
κουνιάδος
la cuñada
κουνιάδα
el yerno
γαμπρός (για τα πεθερικά ως μόνιμη σχέση - ΟΧΙ Ο ΓΑΜΠΡΟΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ)
la nuera
νύφη (για τα πεθερικά) (ΟΧΙ Η ΝΥΦΗ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ)
el padrino
νονός
el ahijado
βαφτιστήρι
el padrastro
πατριός, παρανυχίδα, παρωνυχίδα, πετσάκι
la madrastra
μητριά
el hijastro
θετός γιός
la hijastra
θετή κόρη
el esposo
ο σύζυγος
la esposa
η σύζυγος
el amigo / la amiga
φίλος / φίλη
el vecino
γείτονας
el hombre
άντρας, άνθρωπος, αμάν!
la mujer
γυναίκα
la embarazada
έγκυος
el feto
έμβρυο
el bebé
μωρό
el / la adolescente
έφηβος / έφηβη
el adulto, el mayor
ενήλικος
el menor de edad
ανήλικος
el / la joven
νέος / νέα
el viejo
γέρος, παλιός, παλιό, υπερήλικας
el anciano
ηλικιωμένος
pequeño
μικρός, μικρό
el / la grande
μεγάλος / μεγάλη / μεγάλο
la compañía
συντροφιά, παρέα, εταιρία
el compañero
σύντροφος
compañero de trabajo, colega
συνάδελφος
el / la amante
εραστής / ερωμένη
el conocido, conocido
γνωστός, μετοχή ρήματος conocer = γνωρίζω. ***γνωρίσει
el desconocido
άγνωστος, άγνωστο
el extranjero, extranjero
ξένος, αλλοδαπός, το εξωτερικό (σαν χώρα)
el / la visitante
επισκέπτης / επισκέπτρια
el conocimiento
γνωριμία, γνώση
la pareja
ζευγάρι (2 άτομα) (ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ), (ΟΧΙ Η ΠΑΡΕΑ)
el matrimonio
γάμος (μετά την τελετή), ο έγγαμος βίος, το παντρεμένο ζευγάρι, ανδρόγυνο
la luna de miel
μήνας του μέλιτος
el aniversario
επέτειος
los esposos, un hombre y su mujer, marido y mujer
(ένα) ανδρόγυνο
el bautizo
βάπτιση
el divorcio
διαζύγιο
la separación
χωρισμός, διαχωρισμός
el funeral, el entierro
κηδεία
muchacho, chico, amigo / hombre valiente
παλικάρι / παλικάρι, γενναίος
el señor, señor
κύριος, άρχοντας, Κύριε!
la señora
κυρία, Παναγία (Παναγία = όταν είναι με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα)
la señorita
δεσποινίς, δεσποινίδα
el mundo
κόσμος (όλος ο πλανήτης) (ΟΧΙ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ ΚΟΣΜΟΥ)
el humano, humano
άνθρωπος (επιστημονικά), ανθρώπινος (με την επιστημονική έννοια)
el sobrino
ανιψιός
la sobrina
ανιψιά
la boda
γάμος (η τελετή)
el casado, casado
παντρεμένος, έγγαμος
el soltero / la soltera
άγαμος, ανύπαντρος, εργένης, ελεύθερος / άγαμη, ανύπαντρη
comprometido
αρραβωνιασμένος, δεσμευμένος, συμβιβασμένος
el viudo, la viuda
χήρος, χήρα
el / la libre
ελεύθερος, ελεύθερο / ελεύθερη
la generación
γενιά
la fianza
δεσμός, ενέχυρο, εγγύηση, δασμός
el nacimiento
γέννηση
la persona, el individuo
άτομο, πρόσωπο
enamorado (de)
ερωτευμένος (με)
las esponsales
αρραβώνας
el novio
γκόμενος, φίλος, αρραβωνιαστικός, γαμπρός (ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ - ΟΧΙ ΓΑΜΠΡΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΕΘΕΡΙΚΑ)
la novia
γκόμενα, φίλη, αρραβωνιαστικιά, νύφη (ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ - ΟΧΙ ΝΥΦΗ ΓΙΑ ΤΑ ΠΕΘΕΡΙΚΑ)
la adopción
υιοθεσία
adoptivo
υιοθετημένος
tengo dos hermanas
έχω δύο αδερφές
el hijo único
μοναχογιός
parecerse, me parezco, asemejarse, me asemejo
μοιάζω
el género
γένος
el embarazo, la gestación
εγκυμοσύνη, κύηση, κυοφορία
el aborto
έκτρωση, άμβλωση
la hija única
μοναχοκόρη
la gente
άνθρωποι, κόσμος, πλήθος
el ama de casa (las amas)
νοικοκυρά, σπιτονοικοκυρά
el amigo de la familia
οικογενειακός φίλος
los gemelos
δίδυμα, δίδυμοι, διόπτρες, κυαλια (ΟΧΙ ΤΟ ΖΩΔΙΟ ΔΙΔΥΜΟΙ)
maduro
ώριμος, ώριμο
el marimacho
αγοροκόριτσο, αντρογυναίκα
el huérfano
ορφανός, ορφανό
consentido, maleducado
κακομαθημένος
el / la desobediente
ανυπάκουος / ανυπάκουη
las relaciones sexuales
σεξουαλικές σχέσεις
el sexo
σεξ, φύλο, γένος (αρσενικό ή θηλυκό)
las malas compañías
οι κακές παρέες
más joven
νεότερος
los antepasados
πρόγονοι
el / la descendiente
ο / η απόγονος
casarse, me caso
παντρεύομαι
separarse, me separo
χωρίζω (ΠΑΙΡΝΩ ΔΙΑΖΥΓΙΟ)
la tutoría, la tutela
κηδεμονία, ιδιαίτερα μαθήματα
el varón
άρρεν
el niñito / la niñita
το νινάκι (αγοράκι / κοριτσάκι), μωράκι, παιδάκι
la dote
προίκα, χάρισμα
familiar
οικογενειακός, οικείος
nacer, nazco
γεννιέμαι
divorciarse, me divorcio
παίρνω διαζύγιο
la institución de la familia
ο θεσμός της οικογένειας
los hijos
παιδιά (ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ, ΟΧΙ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ), τέκνα
los niños
παιδιά (ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ, ΑΣΧΕΤΑ ΜΕ ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ)
el estado civil
οικογενειακή κατάσταση
estoy soltero
είμαι άγαμος, είμαι ανύπαντρος, είμαι εργένης, είμαι ελεύθερος
los seres queridos
αγαπημένα πρόσωπα
una familia con hijos
μια οικογένεια με παιδιά
un matrimonio exitoso
ένας επιτυχημένος γάμος
la celebración de la boda
η δεξίωση γάμου
congénito
εκ γενετής, από τότε που γεννήθηκε κάποιος
la familia rota
διαλυμένη οικογένεια
los problemas familiares
οικογενειακά προβλήματα
hermanito / hermanita
αδερφούλης / αδερφούλα
recién nacido
νεογέννητο, νεογέννητος
el hijo menor
ο μικρότερος γιός, το μικρότερο παιδί
la hija menor
η μικρότερη κόρη
el hijo mayor
ο μεγαλύτερος γιός, το μεγαλύτερο παιδί
la hija mayor
η μεγαλύτερη κόρη
mi hermano mayor
ο μεγαλύτερος αδερφός μου
mi hermano menor
ο μικρότερος αδερφός μου
mi hermana menor
η μικρότερη αδερφή μου
mi hermana mayor
η μεγαλύτερη αδερφή μου
los gastos familiares
τα οικογενειακά έξοδα
es una familia
είναι μία οικογένεια
la maternidad
μητρότητα
la paternidad
πατρότητα
el subsidio familiar
οικογενειακό επίδομα
la familia numerosa
πολύτεκνη οικογένεια
la falta de apoyo familiar
έλλειψη οικογενειακής υποστήριξης
el árbol genealógico
γενεαλογικό δέντρο, οικογενειακό δέντρο καταγωγής
la violencia doméstica
ενδοοικογενειακή βία
provenir, provengo, proceder, procedo
προέρχομαι, κατάγομαι
mamacita
μανούλα, μανουλίτσα, μαμάκα, μητερούλα, μανίτσα
la abuelita
γιαγιάκα
el / la ancestral
(ο / η) πατροπαράδοτος, πατρογονικός, παραδοσιακός, προγονικός
el / la expareja
ο / η πρώην σύντροφος
la pareja real
το βασιλικό ζεύγος
mujeriego
γυναικάς, μουρντάρης
la afinidad
συγγένεια
ADN
DNA, ντι εν έι
el heredero
ο κληρονόμος
heredar, heredo
κληρονομώ
la herencia / el legado
κληρονομιά, κληρονομικότητα, διαδοχή / κληρονομιά, κληροδότημα
hereditaria (enfermedad)
κληρονομική (ασθένεια)
el testamento
διαθήκη
el hermanastro, el medio hermano
ετεροθαλής αδελφός
adoptar (a), adopto (a)
υιοθετώ (τον / την / το / ένα)
el mulato, el mestizo, el criollo
ο / η μιγάς, μιγάδας, κρεολός, πολυφυλετικός
se casó
παντρεύτηκε (ΑΟΡΙΣΤΟΣ)