Level 43 Level 45
Level 44

Ρούχα & Αξεσουάρ


285 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
la ropa
ρούχο, ρούχα, ρουχισμός
el accesorio
αξεσουάρ
los pantalones (el pantalón)
παντελόνι
la falda
φούστα
el vestido
φόρεμα, φουστάνι, ένδυμα, ντυμένος
la camisa
πουκάμισο
la blusa
μπλούζα (ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ)
la camiseta, camiseta de manga corta
μπλουζάκι, φανελάκι
la ropa interior
εσώρουχο
el calzoncillo
σλιπ, σώβρακο
la braga
κυλότα
el calcetín
κάλτσα
las medias
καλσόν
el zapato
παπούτσι
la zapatilla (de andar por casa)
παντόφλα
la cremallera
φερμουάρ
el botón
κουμπί
el abrigo
παλτό, πανωφόρι
la pelliza
παλτό από ή με φόδρα από γούνα
la chaqueta, la rebeca
ζακέτα, σακάκι
el cinturón
ζώνη
el sombrero
καπέλο
la gorra
καπελάκι, σκούφος
el pañuelo
μαντίλι, φουλάρι λαιμού
el pañuelo de papel
χαρτομάντιλο
la cartera, el monedero
πορτοφόλι
el bolsillo
τσέπη
el traje
κοστούμι, έφερα (αόριστος του traer = φέρνω)
el impermeable
αδιάβροχο
los guantes
γάντια
la bufanda
κασκόλ
el chaleco
γιλέκο
las botas
μπότες
las sandalias
πέδιλα
masculino
ανδρικός, αρσενικό, αρσενικό
femenino
γυναικείος, θηλυκός, θηλυκό, θηλυκή
juvenil
παιδικός, νεανικός
el bolso
τσάντα
el / los paraguas
ομπρέλα, ομπρέλες (ΒΡΟΧΗΣ) (ΟΧΙ ΠΑΡΑΛΙΑΣ, ΟΧΙ ΗΛΙΟΥ)
la corbata
γραβάτα
el bañador, el traje de baño
μαγιό
el uniforme
στολή
el sastre
ράφτης
la costurera, la modista
μοδίστρα
la moda, la boga
μόδα
la tienda de ropa, la tienda de modas
κατάστημα ρούχων
el zapatero
τσαγκάρης
la zapateria
υποδηματοπωλείο
el tacón
τακούνι
el tamaño, la talla, el número
μέγεθος
la cifra, el número
αριθμός, νούμερο
la pulsera
βραχιόλι
el anillo
δαχτυλίδι
el lápiz labial, el lápiz de labias, la barra de labias
κραγιόν
el pendiente
σκουλαρίκι, εκκρεμής
el colgante
μενταγιόν, κολιέ, κρεμαστός, κρεμαστή, κρεμαστό
la cruz
σταυρός
la joya, la joyería
κόσμημα, τα κοσμήματα, κοσμηματοπωλείο
el aroma, el perfume
άρωμα (ΟΧΙ Η ΦΡΑΣΗ ΑΡΩΜΑΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ), κολόνια
los cosméticos
καλλυντικά
el anillo de boda
βέρα
la bata, el salto de cama
ρόμπα, μπουρνούζι
la pijama
πιτζάμα
el camisón
νυχτικιά
la máscara, la careta
μάσκα (μεταμφίεσης), προσωπίδα
el sostén, el sujetador
σουτιέν
estrecho, apretado
στενός, στενό
ancho
φαρδύς, φαρδύ
corto
κοντό (για πράγματα), κόβω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
largo
μακρύς
la pajarita
παπιγιόν, το θηλυκό πουλάκι, πουλίτσα
la manga
μανίκι
el jersey
πουλόβερ
el collar
γιακάς, κολιέ, κολάρο (πχ σκύλου)
el / la elegante, el atildado / la atildada
κομψός, περιποιημένος / κομψή, περιποιημένη
de lana
μάλλινο
de algodón
βαμβακερό
de cuero, de piel
δερμάτινο, δερμάτινα
las gafas, los anteojos
γυαλιά
la cadena
αλυσίδα, κανάλι τηλεόρασης
los pantalones cortos
σόρτς, κοντό παντελονάκι
coser, coso
ράβω
bordar, bordo
κεντώ
tejer, tejo
πλέκω
planchar, plancho
σιδερώνω
la tela
ύφασμα
el hilo
κλωστή, νήμα
la aguja
βελόνα
la apariencia, la aparición, el aspecto
εμφάνιση
el pañal
πάνα
la comodidad
άνεση
el maletín
χαρτοφύλακας
las zapatillas de deporte, los tenis, los zapatos deportivos
αθλητικά παπούτσια
el delantal
ποδιά
los tirantes
τιράντες
las gafas de sol
γυαλιά Ηλίου
el peine
χτένα
el cepillo, cepillo
βούρτσα, βουρτσίζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
el polvo
σκόνη, πούδρα (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΤΑΛΚ)
el maquillaje
μακιγιάζ
el chándal, los chándales
φόρμα (αθλητική, το ρούχο "φόρμα")
la cinta
κορδέλα
cortar, corto
κόβω
el cordón
κορδόνι, σπάγγος
la escarapela
ροζέτα, κονκάρδα
el condón
προφυλακτικό
el alfiler
καρφίτσα
la elegancia
κομψότητα
de caballero
ανδρικά, για άντρα
de señora
γυναικεία, για γυναίκα
de niño, para niños
παιδικά, για παιδιά
de gimnasia
γυμναστικής
el traje popular
λαϊκή φορεσιά
a cuadros
καρό (σχέδιο)
a rayas
ριγέ, με ρίγες, ριγωτό
floreado
λουλουδάτο
vestirse, me visto
ντύνομαι
desvestirse, me desvisto, quitarse, me quito
ξεντύνομαι
vestir, visto
ντύνω
ponerse, me pongo
φοράω, τοποθετούμαι, αρχίζω, γίνομαι ή μετατρέπομαι σε κάτι
descalzo
ξυπόλητος
desnudo
γυμνός
el terciopelo
βελούδο
el corsé
κορσές
las lentillas, los lentes de contacto
φακοί επαφής
el tinte para el cabello
βαφή μαλλιών
desabotonar, desabotono
ξεκουμπώνω
la planchadora
σιδερώστρα
la plancha
σίδερο (ηλεκτρικό, σιδερώματος) (ΟΧΙ ΤΟ ΜΕΤΑΛΛΟ ΣΙΔΗΡΟΣ)
el satén
σατέν
de seda
μεταξωτός, μεταξωτό
las galochas
γαλότσες
la cinta métrica
μεζούρα
la pinza de ropa
μανταλάκι
las medias de red
δικτυωτό καλσόν
el zapato del estilete, el tacón de aguja
γόβα στιλέτο
la capa
μανδύας, κάπα
la combinación
κομπινεζόν, συνδυασμός
estampado
εμπριμέ, τυπωμένο, αποτυπωμένο
el bastón
μπαστούνι
el llavero
μπρελόκ
la goma de pelo
λαστιχάκι μαλλιών
el planchado
σιδέρωμα, σιδερωμένος, σιδερωμένο
el / la presentable
ευπαρουσίαστος, εμφανίσιμος / ευπαρουσίαστη, εμφανίσιμη
la sastreria
ραφείο
rasgado
σχισμένος, σχισμένο, σχιστό
cosido
ραμμένος, ραμμένο, ράψιμο
el tejido
πλεκτός, πλεκτό, ιστός, πλέγμα, ύφανση
quitar, quito
βγάζω (τα ΡΟΥΧΑ από κάποιον άλλο)
desnudarse, me desnudo
γδύνομαι
llevar, llevo
φορώ (ΕΧΩ ΦΟΡΕΜΕΝΟ ΠΑΝΩ ΜΟΥ), φέρω, φέρνω, κουβαλώ, μεταφέρω
probar, pruebo, ensayar, ensayo
δοκιμάζω, προβάρω
el textil
ύφασμα, κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα
el disfraz
μεταμφίεση (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΑΜΦΙΕΣΗ ή ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ)
disfrazado
μεταμφιεσμένος
el tendedero
απλώστρα, το πλυσταριό ως χώρος
tender, tiendo
απλώνω (πχ ρούχα)
el vestido de novia
νυφικό
el traje de novio
γαμπριάτικο κοστούμι
el cinturón de castidad
ζώνη αγνότητας
el traje tradicional
παραδοσιακή στολή
buen vestido
καλοντυμένος
la ropa cara
ακριβά ρούχα
pasado de moda
παλιομοδίτικος, ντεμοντέ
la lavandería
καθαριστήριο, μπουγάδα
la funda, el envoltorio
θήκη, κάλυμμα
la gabardina
καπαρντίνα
te queda bien
σου πάει, σου ταιριάζει
las cubiertas
σκεπάσματα
me pongo los zapatos
φοράω τα παπούτσια μου
me lavo las manos
πλένω τα χέρια μου
quitarse, me quito
βγάζω (τα ρούχα μου)
el vestido largo
μακρύ φόρεμα
pongo la lavadora
βάζω πλυντήριο (ΡΟΥΧΩΝ)
desaliñado
απεριποίητος, ατημέλητος
la camisa de fuerza
ζουρλομανδύας
los vaqueros, el jean
τζιν παντελόνι, τζιν παντελόνια
de lunares, de puntos
πουά (σχέδιο)
está de moda
είναι της μόδας
el paño, el fieltro
πανί, τσόχα
el nudo
κόμπος
se puso
έβαλε, φόρεσε (ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ), έγινε (μεταφορικά) (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
la lencería
γυναικεία εσώρουχα
el desodorante
αποσμητικό (ΣΩΜΑΤΟΣ)
la cangurera, la riñonera
τσαντάκι μέσης, μπανάνα μέσης
la cazadora, el saco
μπουφάν
la cazadora de piel
δερμάτινο μπουφάν
de manga corta
κοντομάνικος
se está poniendo
φοράει (ΝΤΥΝΕΤΑΙ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
el maniquí (πληθ. maniquíes)
μανεκέν, κούκλα βιτρίνας
el logotipo
το σήμα (εικονίδιο) μιας εταιρείας, το λογότυπο
los calzoncillos de pata
το μποξεράκι (σωβρακάκι)
sin mangas
αμάνικο
la chancla, la chancleta
η σαγιονάρα
el zapato de tacón
γόβα, γοβάκι
la horquilla
τσιμπιδάκι για τα μαλλιά, φουρκέτα, τσουγκράνα, διχαλωτή καρφίδα
el dedal
η δαχτυλήθρα
la labor de punto
το πλέξιμο
ligera vestido
ελαφρά ντυμένος
me está ancho
μου είναι φαρδύ
me está estrecho
μου είναι στενό
me está pequeño
μου είναι μικρό
me está grande
μου είναι μεγάλο
El color no me sienta bien, El color no me queda bien
Δε μου πάει το χρώμα
vestido de ( + color)
ντυμένος στα ( + χρώμα)
secadora de ropa
στεγνωτήριο ρούχων
collar de perro
κολάρο σκύλου
La terapia de compras
Θεραπεία με αγορές, Shopping therapy
vestido de noche
βραδινό φόρεμα, βραδινή τουαλέτα
cesto de la ropa
καλάθι απλύτων, καλάθι για τα ρούχα
la ropa sucia
τα άπλυτα ρούχα, το άπλυτο ρούχο
arrugado
τσαλακωμένος, ζαρωμένος, μαραμένος, ρυτιδιασμένος
está arrugado
είναι τσαλακωμένος, είναι ζαρωμένος, είναι μαραμένος, είναι ρυτιδιασμένος
arrugarse, me arrugo
ζαρώνω, μαραίνομαι, τσαλακώνομαι, ρυτιδιάζω
la ropa arrugada
τα τσαλακωμένα ρούχα, το τσαλακωμένο ρούχο
se ha arrugado
έχει μαραθεί, μαράθηκε (ΣΕ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟ), τσαλακώθηκε, ζάρωσε
le puso
του/της έβαλε, του/της φόρεσε, τον/την έκανε
puso
έβαλε, φόρεσε (ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ)
para uso cotidiano
για καθημερινή χρήση
enjuagar, enjuago
ξεπλένω
plegar, pliego, doblar, doblo
διπλώνω, λυγίζω
las arrugas
ρυτίδες, πτυχές, ζάρες, τσαλακώματα, ρίγες
la lavadora
πλυντήριο (ΡΟΥΧΩΝ)
hago la colada
βάζω μπουγάδα (ΟΧΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ)
me pongo la ropa
φοράω τα ρούχα μου (ΟΧΙ ΤΟ ΡΗΜΑ ΝΤΥΝΟΜΑΙ), φοράω τα ρούχα
me pongo mis gafas
βάζω τα γυαλιά μου, φοράω τα γυαλιά μου
el albornoz
μπουρνούζι, ρόμπα για το μπάνιο
el vestuario
γκαρνταρόμπα, αποδυτήρια
el traje de astronauta
διαστημική στολή, στολή αστροναύτη
el encaje
δαντέλα
la minifalda
μίνι φούστα, φουστίτσα
la falda larga
μακριά φούστα
la capucha
κουκούλα, καπάκι από στυλό ή συσκευές
encapuchado
κουκουλοφόρος
enmascarado
μασκοφόρος
el ganchillo
βελονάκι πλεξίματος, κροσέ, γαντζάκι
hacer ganchillo, hago ganchillo
πλέκω με βελονάκι
el sombrero de vaquero
καπέλο καουμπόι
el velo
μαντήλα, πέπλο (ΟΧΙ ΤΟ ΜΑΝΤΗΛΙ), φερετζές, βέλο
caber, quepo
χωρώ, ΓΙΑ ΜΕΓΕΘΗ: κάνω σε κάποιον
no me cabe
δε μου κάνει, δε μου γίνεται (για μεγέθη στο σώμα)
la franja
ιμάντας, λωρίδα, ταινία
rasgar, rasgo
σκίζω, σχίζω
la sastra
η ράφτρα
la modelo
μοντέλο (γυναίκα)
el modelo
μοντέλο (άντρας), παράδειγμα, υπόδειγμα
la aleta
πτερύγιο, βατραχοπέδιλο, λέπι
los pantalones apretados
στενό παντελόνι, στενά παντελόνια
la máquina de coser
ραπτομηχανή
el zapatito
παπουτσάκι
el camisoncito
μπέιμπι-ντολ, νυχτικιά τύπου μπέιμπι ντολ
el espejito
καθρεφτάκι
la pincita
τσιμπιδάκι για τα φρύδια
la tapa
καπάκι (πχ κατσαρόλας κλπ)
la manopla
πιάστρα, γάντι χωρίς δάχτυλα
el lavatrastes
απορρυπαντικό πιάτων, πλαστικά γάντια καθαριότητας
los adornos de Navidad, los adornos navideños
χριστουγεννιάτικα στολίδια
cambiar de ropa, cambio de ropa
αλλάζω ρούχα
la manta eléctrica, la frazada eléctrica
ηλεκτρική κουβέρτα
el leotardo
κορμάκι (το γυναικείο εσώρουχο) (ΟΧΙ ΤΟ ΣΩΜΑ)
el guardainfante
φουρό, φουσκωτό μεσοφόρι
el abanico
βεντάλια, ριπίδι, φάσμα
la vestimenta
ενδυμασία, ένδυμα (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΡΟΥΧΟ), αμφίεση (ΟΧΙ Η ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΗ)
el suavizante / la suavizante
το μαλακτικό (πχ μαλλιών, ρούχων κλπ) / η μαλακτική (πχ κρέμα)
semidesnudo
ημίγυμνος
la peineta
χτενάκι, χτενούλα, ΑΡΓΚΟ: κωλοδάχτυλο (ως άσεμνη χειρονομία)
las botas de pelo
μπότες με εσωτερική επένδυση από γούνα
las botas de esquí
μπότες του σκι (ΟΧΙ ΠΑΓΟΠΕΔΙΛΑ)
patines de hielo
παγοπέδιλα (ΟΧΙ ΜΠΟΤΕΣ ΤΟΥ ΣΚΙ)
las botas de cuero
δερμάτινες μπότες
agujereado
τρύπιος, τρύπιο, τρυπημένο
el amplio
ευρύς, ευρύ, φαρδύ
es muy flojo (amplio, ancho)
είναι πολύ φαρδύ
ampliar, amplío
διευρύνω, φαρδαίνω, μεγενθύνω
es muy apretado, es muy estrecho
είναι πολύ στενό
el viejo
γέρος, παλιός, παλιό, υπερήλικας
el trapo, el harapo
πανί, κουρέλι, πατσαβούρα
lavar, lavo
πλένω
abotonado, abrochado
κουμπωμένος, κουμπωμένο
desabotonado, desabrochado
ξεκούμπωτος, ξεκούμπωτο
la trinchera
χαράκωμα, τάφρος, χαντάκι, αυλάκι, καμπαρντίνα (το ρούχο)
la abertura
άνοιγμα (γενικά), στόμιο, σκίσιμο (σε ρούχο)
calzarse, me calzo
παπουτσώνομαι, φοράω στον εαυτό μου παπούτσια κλπ, κοιμάμαι (= κάνω σεξ) με κάποιον
calzar, calzo
σφηνώνω, παπουτσώνω κάποιον, φοράω σε κάποιον (ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ, ΜΠΟΤΕΣ ΚΛΠ)
la espuela
σπιρούνι