Level 36 Level 38
Level 37

Καθημερινές δραστηριότητες


331 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
las actividades diarias
καθημερινές δραστηριότητες
la vida cotidiana, la vida diaria
καθημερινότητα
diario, el diario
καθημερινός, εφημερίδα (ημερήσια), ημερολόγιο
diariamente, a diario
καθημερινά
despertarse, me despierto
ξυπνώ (εγώ, ο εαυτός μου)
despertar, despierto
ξυπνώ (κάποιον)
levantarse, me levanto
σηκώνομαι
lavarse, me lavo
πλένομαι
vestirse, me visto
ντύνομαι
como el desayuno
τρώω πρωινό
como el almuerzo
τρώω μεσημεριανό (ΟΧΙ ΤΟ ΡΗΜΑ)
juego con mis amigos
παίζω με τους φίλους μου
almorzar, almuerzo
γευματίζω, τρώω μεσημεριανό (ΤΟ ΡΗΜΑ)
cenar, ceno
δειπνώ, τρώω βραδινό
voy a la cama
πάω στο κρεβάτι
voy a trabajar, voy al trabajo
πάω στη δουλειά
voy a dormir
πάω για ύπνο
voy de compras
πηγαίνω για ψώνια (πχ για ρούχα, κοσμήματα κλπ) (ΟΧΙ ΤΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ)
hago la compra, hago las compras
κάνω τα ψώνια (τα καθημερινά για το σπίτι)
escucho música
ακούω μουσική
me encuentro con mis amigos
συναντιέμαι με τους φίλους μου
leo un periódico
διαβάζω μια εφημερίδα
leo una revista
διαβάζω ένα περιοδικό
leo libros
διαβάζω βιβλία
discuto con un amigo
συζητώ με έναν φίλο
trabajar, trabajo
δουλεύω
hablo por teléfono
μιλάω στο τηλέφωνο (γενικά, όχι τώρα)
estoy hablando por telefono
μιλάω στο τηλέφωνο (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
trabajo en el ordenador
δουλεύω στον υπολογιστή
envío un fax
στέλνω ένα φάξ
escribo una carta
γράφω ένα γράμμα
limpio la oficina
καθαρίζω το γραφείο
cuido al bebé
φροντίζω το μωρό
limpio la basura
καθαρίζω τα σκουπίδια, μαζεύω τα σκουπίδια
navego por internet
σερφάρω στο ίντερνετ
trabajo en un hospital
δουλεύω σε ένα νοσοκομείο
trabajo en una oficina
δουλεύω σε ένα γραφείο
trabajo en una tienda
δουλεύω σε ένα μαγαζί, δουλειά σε ένα μαγαζί
suena el despertador
χτυπάει το ξυπνητήρι
ducharse, me ducho
κάνω ντούς
me cepillo los dientes
βουρτσίζω τα δόντια μου
me cepillo el pelo
βουρτσίζω τα μαλλιά μου
salgo de casa
φεύγω (βγαίνω) απ' το σπίτι
me doy un baño
κάνω ένα μπάνιο
hago la cama
τακτοποιώ το κρεβάτι
ordeno mi habitación
τακτοποιώ το δωμάτιό μου
cocinar, cocino
μαγειρεύω
poner la mesa, pongo la mesa
βάζω (στρώνω το) τραπέζι
friego los platos
πλένω τα πιάτα
hago la colada
βάζω μπουγάδα (ΟΧΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ)
paso la aspiradora
βάζω ηλεκτρική σκούπα
planchar, plancho
σιδερώνω
friego el suelo
σφουγγαρίζω το πάτωμα
lavo el coche
πλένω το αυτοκίνητο
paseo al perro
βγάζω βόλτα τον σκύλο
le doy de comer al gato
ταΐζω την γάτα, του δίνω να φάει του γάτου
limpio las ventanas
καθαρίζω τα τζάμια
corto el césped
κουρεύω το γρασίδι
tomo (bebo) café
πίνω καφέ
veo la tele, veo la televisión
βλέπω τηλεόραση
veo una película
βλέπω μια ταινία
juego a los videojuegos
παίζω βιντεοπαιχνίδια
busco trabajo
ψάχνω για δουλειά
hago mis deberes
κάνω τις εργασίες μου (τα μαθήματα μου)
apago la luz
κλείνω (σβήνω) το φως
enciendo (prendo) la luz
ανάβω το φως
hago café
φτιάχνω καφέ
me gusta el café por las mañanas
μου αρέσει ο πρωινός καφές
trabajo en (un)...
δουλεύω σε (ένα)...
trabajo en un hotel
δουλεύω σε ένα ξενοδοχείο
trabajo en una empresa
δουλεύω σε μία επιχείρηση / εταιρία
me paso el tiempo
περνάω την ώρα μου (τον καιρό μου)
juego al ajedrez
παίζω σκάκι
juego al chaquete (backgammon)
παίζω τάβλι
voy al baño
πηγαίνω στην τουαλέτα / στο μπάνιο
el planchado
σιδέρωμα, σιδερωμένος, σιδερωμένο
el lavado, lavado
πλύσιμο, πλυμένος
limpiar, limpio
καθαρίζω
lavar, lavo
πλένω
jugar, juego
παίζω
dormir, duermo
κοιμάμαι
sentarse, me siento
κάθομαι
comer, como
τρώω
discutir, discuto, debatir, debato
συζητώ
beber, bebo, tomar, tomo
πίνω
barrer, barro
σκουπίζω
hacer, hago
κάνω
voy de paseo
πάω βόλτα
caminar, camino, andar, ando
περπατώ, βαδίζω
conducir, conduzco, manejar, manejo
οδηγώ
llamar (a), llamo (a)
καλώ (τον / την), φωνάζω (τον / την), ονομάζω (τον / την), τηλεφωνώ (στον / στην)
la lectura
ανάγνωση, διάβασμα, φιλολογία
leer, leo
διαβάζω
estudiar, estudio
μελετώ, σπουδάζω
afeitarse, me afeito
ξυρίζομαι
charlamos
κουβεντιάζουμε
preparo la comida
ετοιμάζω φαγητό
me lavo la cara
πλένω το πρόσωπό μου
me pongo los zapatos
φοράω τα παπούτσια μου
me levanto muy temprano
σηκώνομαι πολύ νωρίς
me seco las manos
σκουπίζω τα χέρια μου
juego en el ordenador
παίζω στον υπολογιστή
quitarse, me quito
βγάζω (τα ρούχα μου)
la siesta
απογευματινός υπνάκος
duermo (me echo) la siesta
παίρνω έναν απογευματινό υπνάκο
descansarse, me descanso
ξεκουράζομαι
el estudio, estudio
μελέτη, μελετώ, σπουδάζω (α' πρόσωπο ενεστώτα), φοίτηση
charlar, charlo
κουβεντιάζω, συζητώ (ΟΧΙ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ)
quito la mesa
μαζεύω το τραπέζι (πιάτα κλπ μετά το φαγητό)
fregar, friego
σφουγγαρίζω, πλένω πιάτα
fumo un cigarrillo
καπνίζω ένα τσιγάρο
pongo la lavadora
βάζω πλυντήριο (ΡΟΥΧΩΝ)
saco la basura
βγάζω τα σκουπίδια
tiro la basura
πετώ τα σκουπίδια
cada día, todos los días
κάθε μέρα
la llevanza del hogar
νοικοκυριό, οικοκυρική
las tareas del hogar, las tareas domésticas
δουλειές του σπιτιού, οικιακές εργασίες
me levanto tarde
σηκώνομαι αργά
veo documentales
βλέπω ντοκιμαντέρ (σε πληθυντικό)
quedo con mis amigos
κάθομαι με τους φίλους μου
la limpieza
καθαριότητα, καθάρισμα
los deberes
εργασίες - μαθήματα για το σπίτι
voy al gimnasio
πάω στο γυμναστήριο
las compras
ψώνια, (γενικά)
hice las compras
πήγα για ψώνια (τα καθημερινά για το σπίτι), έκανα τα ψώνια
la rutina
ρουτίνα
la monotonía
μονοτονία
salgo con mis amigos
βγαίνω με τους φίλους μου
pongo gasolina
βάζω βενζίνη
puse gasolina
έβαλα βενζίνη
vacío la basura
αδειάζω τα σκουπίδια (πχ από ένα μικρό καλάθι σκουπιδιών σε έναν μεγαλύτερο κάδο)
echo a la basura
πετώ στα σκουπίδια
voy a tomar un café (con mis amigos)
βγαίνω για καφέ (με τους φίλους μου), πάω για καφέ
fui a tomar un café (con mis amigos)
βγήκα για καφέ (με τους φίλους μου), πήγα για καφέ
fui de paseo
πήγα βόλτα, βγήκα βόλτα
fui a casa
πήγα στο σπίτι
fui a trabajar
πήγα στη δουλειά
escuché música
άκουσα μουσική
jugué a videojuegos
έπαιξα βιντεοπαιχνίδια
vi television
κοίταξα τηλεόραση
miro vídeos
βλέπω βίντεο (πληθυντικός)
despierto al niño
ξυπνώ το παιδί
acostarse, me acuesto
ξαπλώνω (ΓΙΑ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ)
tumbarse, me tumbo
ξαπλώνω (ΟΧΙ ΓΙΑ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ)
fumar, fumo
καπνίζω
me duché
έκανα ντους
comí
έφαγα
bebí, tomé, me bebí
ήπια
me cepillé los dientes
έπλυνα τα δόντια μου
el barrido
σκούπισμα
1.el cocinar, la cocción / 2.cocinar
1.μαγείρεμα, μαγειρική / 2.μαγειρεύω (ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ)
leí
διάβασα
visitar (a), visito (a)
επισκέπτομαι (τον / την)
me visitó
με επισκέφτηκε
ordenar, ordeno
διατάζω, τακτοποιώ, παραγγέλνω
subir (a), subo (a)
ανεβαίνω (πχ τη σκάλα), ανεβάζω, σηκώνω, επιβαίνω (σε)
bajarse, me bajo
κατεβαίνω
reir, río
γελάω, γελώ
pensar (en), pienso (en)
σκέφτομαι (τον / την / το)
pensé
σκέφτηκα
comprar, compro
αγοράζω, ψωνίζω
tomo un helado
παίρνω ένα παγωτό
pedir (a), pido (a)
ζητώ, παραγγέλνω (από τον / από την)
esperar (a), espero (a)
περιμένω (τον / την), ελπίζω
manejar, manejo
χειρίζομαι, διαχειρίζομαι, μεταχειρίζομαι, οδηγώ
estoy conduciendo
οδηγώ (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
cargo mi teléfono
φορτίζω το κινητό μου (ή το τηλέφωνό μου)
para uso cotidiano
για καθημερινή χρήση
me pongo la ropa
φοράω τα ρούχα μου (ΟΧΙ ΤΟ ΡΗΜΑ ΝΤΥΝΟΜΑΙ), φοράω τα ρούχα
prendo (prender) el aire acondicionado
ανοίγω το κλιματιστικό (το θέτω σε λειτουργία)
enciendo (encender) el televisor
ανοίγω την τηλεόραση
apago (apagar) el televisor
κλείνω την τηλεόραση
leo antes de dormir
διαβάζω πριν κοιμηθώ
voy al cine
πηγαίνω σινεμά
voy al banco
πάω στην τράπεζα
voy al parque
πάω στο πάρκο
como fuera
τρώω έξω
voy al supermercado
πάω στο σούπερ μάρκετ
hacer gimnasia, hago gimnasia
κάνω γυμναστική, γυμνάζομαι
enjuagar, enjuago
ξεπλένω
me enjuago la boca
ξεπλένω το στόμα μου
ponerse, me pongo
φοράω, τοποθετούμαι, αρχίζω, γίνομαι ή μετατρέπομαι σε κάτι
me pongo mis gafas
βάζω τα γυαλιά μου, φοράω τα γυαλιά μου
tomo una foto, saco una foto
βγάζω φωτογραφία (ΟΧΙ ΤΟ ΡΗΜΑ "ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΩ")
saco (sacar) dinero de cajero automático
βγάζω χρήματα από ΑΤΜ
estoy esperando a unos amigos
περιμένω φίλους (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ), περιμένω κάτι φίλους
tomo un descanso
κάνω ένα διάλειμμα
me siento en un banco
κάθομαι σε ένα παγκάκι
me siento en la silla
κάθομαι στην καρέκλα
escribo algo
γράφω κάτι
escribir, escribo
γράφω
me sueno (sonarse) la nariz
φυσώ τη μύτη μου
preparar, preparo
ετοιμάζω, προετοιμάζω
prepararse, me preparo
ετοιμάζομαι, προετοιμάζομαι
chatear, chateo
κουβεντιάζω, συζητώ (ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ), τσατάρω, κάνω τσάτ στο ίντερνετ
pagar, pago
πληρώνω
enviar, envío, mandar, mando
στέλνω
enviar (envio) por e-mail
στέλνω με e-mail
salir, salgo
βγαίνω, φεύγω, αναχωρώ
unirse, me uno
ενώνομαι, μπαίνω σε μια παρέα, συμμετέχω σε ένα παιχνίδι με άλλους
tengo una cita con
έχω ραντεβού με, έχω μια συνάντηση με
citarse con, me cito con
κανονίζω να συναντηθώ με, κανονίζω μια συνάντηση, κλείνω ραντεβού
el encuentro, encuentro
συνάντηση, βρίσκω, συναντώ (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
tomo mi medicina
παίρνω το φάρμακό μου
mear, meo
κατουρώ, ουρώ
ir (a/al), voy (a/al)
πηγαίνω (στο), πάω (στο)
dar, doy
δίνω
coger, cojo
παίρνω, αρπάζω, πιάνω, κολλάω (το κολλάω = ΓΙΑ ΑΡΡΩΣΤΙΕΣ)
el teléfono está sonando
χτυπάει το τηλέφωνο (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
encender, enciendo
ανάβω, ανοίγω (το ανοίγω αφορά τηλεόραση, ράδιο κλπ)
cuelgo el teléfono
κλείνω το τηλέφωνο, κρεμώ το τηλέφωνο
apagar, apago
σβήνω, κλείνω συσκευή
buscar (al), busco (al)
ψάχνω (τον / την), αναζητώ
pido (pedir) una pizza
παραγγέλνω μια πίτσα
toco la guitarra
παίζω κιθάρα
aprendo guitarra
μαθαίνω κιθάρα
paseo al bebé
βγάζω βόλτα το μωρό
el paseo, paseo
περίπατος, βόλτα, βγάζω βόλτα
el hábito, la costumbre
συνήθειο, συνήθεια, (η πρώτη ισπανική λέξη που δίνεται εδώ σημαίνει και...) ράσο
la mala costumbre, el mal hábito
κακιά συνήθεια, κακό συνήθειο
la costumbre
έθιμο, συνήθειο
me acuesto en la cama o en el sofá
ξαπλώνω στο κρεβάτι ή στον καναπέ
poner el despertador, pongo el despertador
βάζω το ξυπνητήρι
no me apetece levantarme de la cama
δεν έχω όρεξη να σηκωθώ από το κρεβάτι
no tengo ganas de nada
δεν έχω όρεξη για τίποτα
no tengo ganas de hacer nada
δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα
el pago de facturas
η πληρωμή λογαριασμών
el lugar de encuentro
τόπος συνάντησης
acudir, acudo
πηγαίνω (σε συγκεκριμένο ραντεβού), συμμετέχω (σε συνάντηση κλπ), παρίσταμαι, έρχομαι με κάποιον
Voy a acudir con un amigo
Θα πάω με έναν φίλο (στο ραντεβού, στη συνάντηση κλπ)
encontrar, encuentro
βρίσκω, συναντώ, νιώθω, αισθάνομαι
propongo que nos encontremos
προτείνω να συναντηθούμε (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
te esperaré
θα σε περιμένω
voy a esperarlo
θα τον περιμένω, θα το περιμένω
esperar al autobús
το να περιμένεις το λεωφορείο
¿A quién esperas?
Ποιον περιμένεις;
me miro en el espejo
κοιτάζομαι στον καθρέφτη
me mojé la cara con agua fría
έβρεξα το πρόσωπό μου με κρύο νερό
me bebí un vaso de agua
ήπια ένα ποτήρι νερό
me seco con la toalla
σκουπίζομαι με την πετσέτα
se peina
χτενίζεται (ΑΠΡΟΣΩΠΑ & ΑΥΤΟΠΑΘΗ)
peinarse, me peino
χτενίζομαι
el peinado
χτένισμα, κόμμωση, χτενισμένος
saco (sacar) del bolso
βγάζω απ' την τσάντα
almacenar, almaceno
αποθηκεύω
cuelgo la chaqueta en la percha
κρεμώ το σακάκι στην κρεμάστρα
colgar, cuelgo
κρεμώ, κλείνω (το τηλέφωνο)
me cubro con la manta
σκεπάζομαι με την κουβέρτα
cubrir, cubro
σκεπάζω
cubrirse, me cubro
σκεπάζομαι
se fue a dormir
πήγε να κοιμηθεί, πήγε για ύπνο
fuimos a ver una película
πήγαμε να δούμε μια ταινία
llamé al técnico
κάλεσα τον τεχνικό, φώναξα τον τεχνικό
puse
έβαλα
pedí a través de Internet
παράγγειλα μέσω ίντερνετ
volver, vuelvo, regresar, regreso
γυρίζω (από κάπου), επιστρέφω (από κάπου) (ΟΧΙ ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΚΑΤΙ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ)
regreso a casa, el regreso a casa
γυρίζω στο σπίτι, επιστροφή στο σπίτι
despedir (a), despido (a)
αποχαιρετώ (κάποιον που φεύγει, ενώ εγώ μένω), ξεπροβοδίζω, απολύω (τον / την)
el mercadillo, el mercado callejero
λαϊκή αγορά, υπαίθρια αγορά
fotografiarse, me fotografío
φωτογραφίζομαι
se sientan
κάθονται
juegan
παίζουν
toco el piano
παίζω πιάνο
juego al tenis
παίζω τένις
correr, corro
τρέχω
corre
τρέχει, τρέχετε (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ), τρέξε!
caminas, andas
περπατάς
tengo que pagar una factura
έχω να πληρώσω έναν λογαριασμό
discutes
συζητάς
la discusión, el debate
συζήτηση
limpié
καθάρισα
está limpiando
καθαρίζει (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
di
έδωσα, πες!
tomé
πήρα, ήπια
me senté
έκατσα, κάθησα
me quedé, me he quedado
έμεινα, παρέμεινα, έκατσα (ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ)
me quedé en casa
έκατσα στο σπίτι, έμεινα στο σπίτι
vine
ήρθα
dije
είπα
le dije a
είπα στον, είπα στην
está cocinando
μαγειρεύει (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
estan cocinando
μαγειρεύουν (ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ)
la cocina / cocina
κουζίνα, ηλεκτρική κουζίνα, μαγειρείο / μαγειρεύει (γ' ενικό)
llego a casa del trabajo
γυρίζω στο σπίτι απ' τη δουλειά, φτάνω στο σπίτι απ' τη δουλειά
me tumbé
ξάπλωσα (ΟΧΙ ΓΙΑ ΥΠΝΟ)
el tentempié
σνακ, πρόχειρο φαγητό, μικρογεύμα
trozo de papel
χαρτάκι, κομμάτι χαρτί
los apuntes
σημειώσεις
recordar (a), recuerdo (a)
θυμάμαι (τον / την), θυμίζω, υπενθυμίζω
llevo cosas / llevo las cosas
κουβαλάω πράγματα / κουβαλάω τα πράγματα
pedir (pido) hora para las tres
κλείνω ραντεβού για τις 3 η ώρα
Quería pedir una cita, Quería pedir hora
Θα ήθελα να κλείσω ένα ραντεβού
la cita
ραντεβού
para pedir hora
για να κλείσω ραντεβού
cambiar de ropa, cambio de ropa
αλλάζω ρούχα
cambiar el pañal, cambio el pañal
αλλάζω την πάνα
la dieta
δίαιτα
estoy a dieta
κάνω δίαιτα, είμαι σε δίαιτα
vender, vendo
πουλώ
abrir, abro
ανοίγω, ξεκλειδώνω
cerrar, cierro
κλείνω
¿Dormiste bien?
Κοιμήθηκες καλά;
no me dejan dormir
δε με αφήνουν να κοιμηθώ
tener frio, tengo frio, enfriarse, me enfrío
κρυώνω
calentar, caliento
ζεσταίνω
tener calor, tengo calor, calentarse, me caliento
ζεσταίνομαι
el tabaquismo, el fumar
το κάπνισμα
la caminata, la andadura
περπάτημα, βάδισμα, βηματισμός
caminé, anduve
περπάτησα
¿Fumas?
Καπνίζεις;
¿Haces deporte?
Αθλείσαι;
el descanso
διάλειμμα, ξεκούραση, ανάπαυση, ξεκουράζω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
me voy a casa
φεύγω για το σπίτι (ξεκινάω τώρα), πάω στο σπίτι
descargar, descargo
ξεφορτώνω, κατεβάζω (download)
subo (subir) un video a youtube
ανεβάζω ένα βίντεο στο youtube
la colilla
αποτσίγαρο, γόπα (ΟΧΙ ΤΟ ΨΑΡΙ)
el cigarrillo
τσιγάρο, τσιγαράκι
tirar al suelo, tiro al suelo
πετάω στο έδαφος, ρίχνω κάτω
pagaba
πλήρωνα, πλήρωνε (γ' ενικό) (ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ)
hacer gárgaras, hago gárgaras
κάνω γαργάρες
aburrirse, me aburro
βαριέμαι, πλήττω
tener sueño, tengo sueño
νυστάζω
tener hambre, tengo hambre
πεινάω, πεινώ
tener sed, tengo sed
διψώ
cansarse, me canso
κουράζομαι
te llamaré
θα σου τηλεφωνήσω
el / la transeúnte
περαστικός, περαστική
el estilo de vida, la forma de vida
τρόπος ζωής
se cagó
χέστηκε, τα έκανε πάνω του (της)
reventar un grano, explotar un grano
σκάω ένα σπυράκι (...ένα σπυρί)
calzarse, me calzo
παπουτσώνομαι, φοράω στον εαυτό μου παπούτσια κλπ, κοιμάμαι (= κάνω σεξ) με κάποιον